POWERED BY

Φόρμα αναζήτησης

«Η αρχή της αβεβαιότητας και το κράτος δικαίου», του Παύλου Μ. Παύλου



Ο μικρόκοσμος δεν είναι μικρογραφία του μεγάκοσμου. Στον μικρόκοσμο ισχύουν κανόνες και νόμοι από μιαν άποψη «εξωφρενικοί» για τον μεγάκοσμο. Το τραπέζι μου είναι ακίνητο, τα άτομα που το αποτελούν έχουν ηλεκτρόνια που στροβιλίζονται με μεγάλη ταχύτητα. Δεν μπορείς, λέει ο Χάιζενμπεργκ, να γνωρίζεις ταυτόχρονα και τη θέση και την ταχύτητα ενός σωματιδίου. Γιατί και η ίδια η παρατήρηση επηρεάζει τη συμπεριφορά του. Αφήστε που τα σωματίδια συμπεριφέρονται άλλοτε ως τέτοια, έχοντας μάζα, και άλλοτε ως φορείς ενέργειας, χωρίς μάζα. Άντε βγάλε άκρη… Ο Νεύτωνας θα είχε βάλει τα γέλια ή τα κλάματα.

Τα ίδια παθαίνει κανείς όταν νομίζει πως όσα συμβαίνουν στον μεγάκοσμο της υφηλίου έχουν ευθεία προβολή στον μικρόκοσμο της Κύπρου. Οι τάσεις και οι δυναμικές δεν ακολουθούν ευθεία γραμμή όταν έρχονται στην Κύπρο. Ούτε και διεισδύουν στο σώμα της με «ορθολογικό» τρόπο. Για την ακρίβεια, η Κύπρος συμπεριφέρεται όπως τα σωματίδια: Άλλοτε έχει «μάζα» και ενσωματώνει διεθνείς τάσεις και δυναμικές (κυρίως όταν πρόκειται για το κέλυφος ή κάποιες στρεβλές έξεις) και άλλοτε δεν έχει «μάζα», αλέθοντας ως τοξική ενέργεια τα πάντα. Αυτό συμβαίνει κυρίως όταν πρόκειται για ζητήματα που έχουν σχέση με το «πρέπει», το δέον. Ή με αυτό που αποκαλούμε κράτος δικαίου.

 

Ο υποκριτικός συντηρητισμός

Αν ακούσεις τον περιπτερά της γειτονιάς να σχολιάζει το ήθος της σημερινής νεολαίας, με τα γνωστά στερεότυπα για την κατάπτωση των αρχών και αξιών, θα σχηματίσεις την εντύπωση ότι είμαστε μία βαθιά συντηρητική κοινωνία. Όμως, δεν είναι ακριβώς έτσι. Για παράδειγμα, ο ίδιος άνθρωπος το βράδυ, μαζί με τη σύζυγό του, είναι φανατικοί τηλεθεατές του «Big Brother» και του «Bachelor». Δύο εκπομπές που διαρρηγνύουν κάθε έννοια της παραδοσιακά συντηρητικής αντίληψης για την κοινωνία. Και ακόμη περισσότερο, ιδιαίτερα η δεύτερη, ξεπερνούν κάθε όριο αισθητικής. Κι όμως, αν τυχόν ακούσεις διαμαρτυρίες γι’ αυτές, θα προέρχονται όχι από «συντηρητικούς» ανθρώπους, αλλά από ανθρώπους που δεν έχουν παραδοσιακά κολλήματα για τις σχέσεις των δύο φύλων, οι οποίοι όμως θεωρούν πως η κακογουστιά, το αισθητικό σοκ και ο ευτελισμός πρέπει να έχουν όρια. Ε, λοιπόν, για την εισαγωγή τέτοιων εκπομπών στην κυπριακή τηλεόραση, δεν υπήρξε κοινωνική κριτική, αλλά ούτε και ψίθυρος από τα όργανα και τους θεσμούς της ελληνοκυπριακής πολιτείας. Ούτε μισή λέξη, π.χ. από την Αρχή Ραδιοτηλεόρασης!

Την ίδια στιγμή, όμως, οτιδήποτε συνεπάγεται ουσιαστική πρόοδο και αλλαγή αντιμετωπίζει έναν πηγαίο συντηρητισμό που τσακίζει κάθε προοπτική. Σείστηκε το σύμπαν με τις αποκαλύψεις του Al Jazeera και την έναρξη διαδικασίας επί παραβάσει κατά της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Διορίστηκε επιτροπή για διερεύνηση του σκανδάλου, ενώ η αντιπαράθεση για το αν θα πρέπει να διεξάγει έρευνα και ο γενικός ελεγκτής οδήγησε μέχρι και στην καταψήφιση του προϋπολογισμού. Επί της ουσίας, όμως, είδαμε άραγε να προωθείται κάποια ουσιαστική θεσμική αλλαγή; Άλλαξε κάτι στο επίπεδο του ελέγχου των εξουσιών και των διαδικασιών; Όλα όσα ειπώθηκαν και έγιναν τις πρώτες μέρες μετά το σοκ παρέμειναν γράμμα κενό. Ένα βαθιά συντηρητικό σύστημα τα αντιμετώπισε μάλιστα με περισσή αυτοπεποίθηση. Σαν να μας έλεγε από τις πρώτες μέρες: «Καλά, λέτε εσείς, εγώ θα το αλέσω και αυτό σε δύο βδομάδες».

 

«Ένορκοι πληρωμένοι»

Τα σωματίδια της αναλγησίας του συστήματος στον μικρόκοσμο της Κύπρου δεν τα πιάνεις από πουθενά. Αυτό φαίνεται ιδιαίτερα έντονα στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί και το δικαστικό σύστημα.

Έχουμε τη λανθασμένη εντύπωση ότι η δικαστική εξουσία είναι ανεξάρτητη από τη νομοθετική και την εκτελεστική, κατά το πρότυπο του Μοντεσκιέ. Αυτό συμβαίνει μόνο ώς έναν βαθμό. Στον μικρόκοσμο μικρών κρατών που δεν έχουν οικοδομήσει ισχυρούς θεσμούς (οι οποίοι να δημιουργούν ασφαλιστικές δικλίδες από τις νοοτροπίες διαπλοκής), η διάκριση δεν είναι απόλυτη. Το αποτέλεσμα είναι η δικαστική εξουσία να μπολιάζεται από τον αρνητισμό που διατρέχει όλη την υπόλοιπη πολιτεία, ιδιαίτερα όταν μιλάμε για αλλαγές που πρέπει να γίνουν.

Αυτές τις μέρες ήταν στην επικαιρότητα ακόμη ένα επεισόδιο του μαραθωνίου της κυρίας Ανδριάνας με την εκταφή των λειψάνων του γιου της. Αυτό είναι αφορμή να αναλογιστούμε κάποια εξωφρενικά, που έχουν επισημανθεί εδώ και πολλά χρόνια, και για τα οποία δεν έχει γίνει απολύτως τίποτε:

(α) Στην Κύπρο δεν γίνονται πραγματικές θανατικές ανακρίσεις. Κάτι τέτοιο γίνεται μόνο αν οι οικείοι υποβάλουν αίτημα και επιμείνουν διαχρονικά. Αν όχι, η υπόθεση κλείνει τυπικά σε πέντε λεπτά. Αν ναι, παρακολουθούν για χρόνια, κάθε μήνα, εκατοντάδες δίκες για τροχαίες παραβάσεις, μέχρι να έρθει η σειρά τους κάθε φορά. Οπότε, θα εξεταστεί ένας από δεκάδες μάρτυρες, που έτυχε να κληθεί τηλεφωνικά, να απαντήσει, και να μπορεί να παρουσιαστεί. Αν είχε δουλειά, βλέπουμε τον άλλο μήνα.

(β) Καμιά εμπειρογνωμοσύνη δεν είναι ποτέ παρούσα. Θα πρέπει να την αποζητήσεις επίμονα, περίπου να την επιβάλεις.

(γ) Δεν υπάρχει διαδικασία «διά ταύτα»: Το δικαστήριο μπορεί να δικαιώσει τους ενάγοντες εκατό τοις εκατό με ένα πόρισμα, να επισημάνει δεκάδες σοβαρά κενά στον χειρισμό μιας υπόθεσης, αλλά το πόρισμα είναι «τυφλό». Δεν συνεπάγεται καμιά απόδοση ευθυνών, καμιά διαδικασία διόρθωσης πραγμάτων.

(δ) Στην περίπτωση που κάποιος προσφύγει σε ευρωπαϊκά δικαστικά σώματα και δικαιωθεί (όπως στην περίπτωση της κυρίας Αντριάνας) και πάλιν δεν ιδρώνει το αφτί κανενός. Στην καλύτερη περίπτωση, θα διοριστεί ένας ανακριτής να δει το θέμα. Για να διαπιστώσεις μετά από πέντε χρόνια ότι δεν έκανε τίποτε.

Γιατί συμβαίνουν όλα αυτά; Επειδή οι αρχές του κράτους δικαίου δεν έχουν το ανάλογο αντίκρισμα σε διαδικασίες και θεσμούς. Γιατί δεν το αποκτούν αυτό το αντίκρισμα; Επειδή δεν το θέλουν πολύ, αρκετοί πολίτες. Και κυρίως επειδή δεν έχουν λόγο να το κάνουν από μόνοι τους οι φορείς της εξουσίας.

Συμβατικά;

Δεν πρέπει να είμαστε μηδενιστές. Ναι, οι περισσότερες αλλαγές γίνονται κυρίως όταν μας τις επιβάλλουν απ’ έξω (αν δεν ήμασταν μέλος της ΕΕ, θα κλωθογυρίζαμε ακόμη στη δεκαετία του 1980). Αλλά και ο εσωτερικός διάλογος υποχρεώνει τις τρεις εξουσίες να κάνουν έστω μικρά βήματα.

Όμως, προκειμένου η ελληνοκυπριακή πολιτεία να μην εκπέσει οριστικά στο επίπεδο μιας ανυπόληπτης και κατ’ όνομα Δημοκρατίας, αυτό φαίνεται να μην αρκεί. Δεν έχουμε ούτε περιθώρια, ούτε χρόνο. Θα πρέπει να γίνει κάτι πιο δραστικό, που να αμφισβητεί πραγματικά το σύστημα, στις ίδιες τις δομές του. Αυτό το «κάτι» θα πρέπει εξ ορισμού να έχει τη νομιμοποίηση της λαϊκής βούλησης. Άρα, μπορεί να πορευτεί και να καρποφορήσει μόνο αν βγει μέσα από την ίδια την κοινωνία των πολιτών.

Είναι πολύ δύσκολο. Το ψέμα, το «δήθεν», η αυτοεξαπάτηση, είναι όλα μέσα στο κύτταρο της Κυπριακής Δημοκρατίας του 1964. Γι’ αυτό και ο ορθολογισμός και η συλλογικότητα κτυπούν πάντα στον τοίχο του μύθου και της ανοχής. Ανεχτήκαμε να «προκόψουμε» στηριγμένοι σε μία στοίβα από παραμύθια. Πώς θα τα απαρνηθούμε τώρα για να γίνουμε καλύτεροι; Θα πρέπει να ξαναδούμε τον εαυτό μας από την αρχή. Μπορούμε; Εμ, το θέμα δεν είναι αν μπορούμε. Το θέμα είναι αν έχουμε άλλη επιλογή. Δυστυχώς, δεν έχουμε.

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.