Φόρμα αναζήτησης

Η άλλη (μεγαλύτερη) εικόνα

ΓΡΑΦΕΙ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ*

Η αδυναμία της κυπριακής κοινωνίας να αντιληφθεί έγκαιρα τη μεγάλη εικόνα αποδείχτηκε καταστροφική για την Κύπρο πολλές φορές και ειδικότερα το 2013. Πριν από το 2013 ακούγονταν επιχειρήματα του τύπου «η Κύπρος είναι μικρή (μπροστά στο πρόβλημα της Ελλάδας και της Ισπανίας) και το πρόγραμμά της θα περάσει εύκολα». Εκκλήσεις όπως «ακριβώς επειδή η Κύπρος είναι μικρή αποτελεί ιδανική περίπτωση να χρησιμοποιηθεί για παραδειγματισμό» αγνοούνταν. Πριν από δύο χρόνια οι προειδοποιήσεις για τoν Συνεργατισμό και πάλι αγνοήθηκαν. Τα αποτελέσματα γνωστά. Δυστυχώς, αυτά και άλλα παθήματα δεν μας έχουν γίνει μάθημα.

Το να διεκδικούμε το συμφέρον μας δεν είναι αρνητικό. Όμως, το να έχουμε την τάση να πιστεύουμε πως όλοι πρέπει να αντικρίζουν και να αντιμετωπίζουν ένα πρόβλημα από τη δική μας σκοπιά μπορεί να αποβεί καταστροφικό. Αγνοούμε τη μεγάλη εικόνα, αγνοούμε το πώς λαμβάνονται οι καθοριστικές αποφάσεις και συζητάμε και βρίσκουμε λύσεις αγνοώντας τις πιθανές συνέπειες.

Δύο πρόσφατα παραδείγματα αναδεικνύουν αυτήν την αδυναμία. Το πρώτο αφορά στην απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου για τις απολαβές στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και το δεύτερο στην ατέλειωτη συζήτηση για το θεσμικό πλαίσιο των εκποιήσεων ενυπόθηκων ακινήτων.

Δημοσιονομικός αφοπλισμός

Πολλοί από εμάς έχουν εκπλαγεί από την απόφαση του δικαστηρίου να χαρακτηρίσει την εργοδότηση στον ευρύτερο δημόσιο τομέα ως περιουσιακό στοιχείο. Ανεξάρτητα με το αν συμφωνεί κάποιος με την απόφαση, οι επιπτώσεις της θα πρέπει να αντιμετωπιστούν. Αρχίσαν οι αναλύσεις οι οποίες επικεντρώθηκαν στο ποια θα είναι η δημοσιονομική επίπτωση και πώς αυτή θα εξελιχθεί διαχρονικά. Φυσικά αυτή η επίπτωση είναι σημαντική, αλλά υπάρχει και η μεγάλη εικόνα, η οποία έχει παραγνωριστεί/ υποτιμηθεί.

Εάν οριστικοποιηθεί η απόφαση του δικαστηρίου, το κόστος του κρατικού μισθολογίου θα καλύπτει σχεδόν το 50% των κρατικών δαπανών (εξαιρουμένων των κοινωνικών παροχών) ή 14-15% του ΑΕΠ. Οι αντίστοιχες ευρωπαϊκές αναλογίες είναι κοντά στο 1/3 των κρατικών δαπανών και κάτω από τo 10% του ΑΕΠ. Δηλαδή, η βαρύτητα του κρατικού μισθολογίου είναι και θα καταστεί ακόμη μεγαλύτερη στην Κύπρο.

Όλοι μπορούν να αντιληφθούν τι σημαίνει αυτό για την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, το φορολογικό βάρος στους υπόλοιπους πολίτες και στη διεύρυνση του χάσματος στις απολαβές μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

Αυτό που δεν γίνεται εύκολα αντιληπτό και είναι πολύ σημαντικότερο είναι η επίπτωση στη δυνατότητα της Κύπρου να αντιμετωπίζει μελλοντικές δημοσιονομικές κρίσεις. Ο δημοσιονομικός αφοπλισμός. Όταν το σημαντικότερο λειτουργικό έξοδο αποτελεί «περιουσιακό στοιχείο» αυτό σημαίνει πως τα περιθώρια αντίδρασης/λήψης μέτρων σε μια μελλοντική κρίση θα είναι πολύ πιο περιορισμένα. Αυτό συνεπάγεται ότι η Κύπρος θα πρέπει να διατηρεί χρέος πολύ χαμηλότερο από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Οι δανειστές, όχι μόνο, θα απαιτούν πολύ υψηλότερο επιτόκιο λόγω του αυξημένου ρίσκου, αλλά θα τερματίζουν την αγορά κυπριακών κρατικών ομολόγων πολύ νωρίτερα και σε πολύ χαμηλότερο επίπεδο χρέους, διότι θα γνωρίζουν ότι η Κύπρος έχει πολύ περιορισμένο περιθώριο λήψης μέτρων. Σε περιόδους κρίσης, όπου η Κύπρος θα χρειάζεται να δανειστεί για την αύξηση των κοινωνικών παροχών, για την εφαρμογή μιας επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής με στόχο την κάλυψη του κενού του ιδιωτικού τομέα και για την αναχρηματοδότηση χρέους που θα λήγει, πολύ πιο εύκολα θα είναι αντιμέτωπη με τα διλήμματα του 2013.

Αυτό, λοιπόν, το σημείο θα πρέπει να προβληματίσει άμεσα την κοινωνία, τα κόμματα και την κυβέρνηση. Κανένας δεν μπορεί να γνωρίζει πότε θα έρθει η νέα κρίση. Θέλουμε ως κοινωνία να ισχύει αυτή η προστασία στις απολαβές στον δημόσιο τομέα, αλλά με αυξημένο κίνδυνο χρεοκοπίας; Τονίζω, αυτό δεν αποτελεί εκβιασμό αλλά ουσιαστικό δίλημμα.

Οι επόμενες γενιές

Χωρίς να υποτιμώ πολλά από τα επιχειρήματα που κατατίθενται στο θέμα των εκποιήσεων ενυπόθηκων ακίνητων, θα επικεντρωθώ στην κατά την άποψή μου μεγαλύτερη εικόνα. Δηλαδή, σε παράγοντες που πιθανόν να είναι πολύ σημαντικότεροι από αυτά που συζητούνται σήμερα και οι οποίοι αγνοούνται σε μεγάλο βαθμό.

Ο πρώτος παράγοντας αφορά στα νεαρά ζευγάρια και γενικότερα στους νέους, ακόμη και σε αυτούς που είναι αγέννητοι. Η προσπάθεια να διασφαλιστεί σήμερα ότι καμία πρώτη κατοικία και καμία κύρια επαγγελματική στέγη «δεν θα περάσει στα χέρια των τραπεζών», θα έχει ένα αρνητικό αποτέλεσμα. Ουσιαστικά θα στερήσει από τα πλείστα νεαρά ζευγάρια την ευχέρεια εξεύρεσης χρηματοδότησης για την αγορά οικίας ή επαγγελματικής στέγης. Τα μόνα νεαρά ζευγάρια που θα μπορούν να έχουν χρηματοδότηση είναι αυτά με πλούσιους γονείς ή αυτά που οι απολαβές τους θα θεωρούνται από το Σύνταγμα ως περιουσιακό στοιχείο, δηλαδή όσα εργοδοτούνται στον δημόσιο τομέα.

Η προσπάθεια διασφάλισης σήμερα ότι κάποιοι θα διατηρήσουν τα ακίνητά τους -που σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται πολλοί που έχουν μικρό ή μεγάλο βαθμό ευθύνης ή που είναι στρατηγικοί κακοπληρωτές- θα στερήσει από πολύ περισσότερους που δεν φέρουν καμία ευθύνη τη δυνατότητα απόκτησης στέγης. Πέραν του κοινωνικού προβλήματος που θα δημιουργηθεί θα επηρεαστεί σημαντικά και η οικονομία, εφόσον η χρηματοδότηση νέων επιχειρήσεων θα είναι πολύ δυσκολότερη.

Αν κάποιοι πιστεύουν πραγματικά ότι πρέπει να προστατεύεται απόλυτα η κύρια κατοικία και επαγγελματική στέγη, το καλύτερο που έχουν να κάνουν είναι να προωθήσουν νόμο που να μην επιτρέπει την υποθήκευσή τους. Κάτι που όλοι γνωρίζουμε θα φέρει τα αρνητικά αποτελέσματα που προανέφερα και που κανένας δεν επιθυμεί.

Ο δεύτερος παράγοντας αφορά στους Ευρωπαίους συμπολίτες μας. Έχουμε την απαίτηση να αναγνωρίζουν οι άλλοι τα δικαιώματα, τα προβλήματα, τα συμφέροντα και τις ιδιαιτερότητές μας, αλλά οι ίδιοι δεν συμπεριφερόμαστε με ανάλογο τρόπο. Κακώς ή καλώς, οι Ευρωπαίοι πολίτες (συμπεριλαμβανόμαστε και εμείς σε αυτούς), αποφασίσαμε να προχωρήσουμε στην τραπεζική ενοποίηση και στη δημιουργία ενός ενιαίου μηχανισμού εγγύησης καταθέσεων. Για να γίνει αυτό εφικτό θα πρέπει πρώτα να καθαρίσει το τραπεζικό σύστημα της ευρωζώνης από τα προβληματικά δάνεια. Για περισσότερο από 5 χρόνια ως κοινωνία δεν έχουμε καταφέρει να θεσμοθετήσουμε ένα πλαίσιο (όποιο και να είναι αυτό) που θα αντιμετωπίζει το πρόβλημα. Αντίθετα, η μη επίλυση του προβλήματος μεγαλώνει το κόστος και για την ίδια την Κύπρο. Ας αναλογιστεί κάποιος τι ήταν το 2014 η αξία ενός ενυπόθηκου ακινήτου και το υπόλοιπο του δανείου και ποια είναι τα αντίστοιχα σήμερα. Μεγαλώνουμε τη ζημιά που έχουν να μοιραστούν δανειστές και δανειζόμενοι… και ενδεχομένως και πάλι ο φορολογούμενος. Οι μόνοι που δεν έχουν να χάσουν είναι όσων τα δάνεια ήταν σαφώς υψηλότερα από την αξία των ενυπόθηκων ακινήτων τους από το 2014. Για τους υπόλοιπους η ζημιά αυξάνεται. Επιπρόσθετα, η συνέχιση του προβλήματος δεν επιτρέπει την υγιή χρηματοδότηση της οικονομίας με επιπρόσθετες αρνητικές συνέπειες.

Ποια, λοιπόν, θα είναι η αντίδραση των Ευρωπαίων συμπολιτών μας βλέποντας αυτό το σκηνικό; Ποια είναι η ευθύνη των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών και πολιτικών θεσμών έναντι των 350 εκατ. Ευρωπαίων συμπολιτών μας που προσβλέπουν σε ένα πιο αποτελεσματικό τραπεζικό σύστημα και σε ένα μηχανισμό διασφάλισης των καταθέσεών τους; Τονίζω, ούτε αυτό αποτελεί εκβιασμό αλλά ουσιαστικό δίλημμα.

* Πρόεδρος Δημοσιονομικού Συμβουλίου. Οι απόψεις είναι προσωπικές.