Φόρμα αναζήτησης

Για την πρόταση ξέρουμε. Για την ιδέα να ρωτήσεις, Φούλη μου!

Στον καθρέφτη τους, οι πλείστοι, βλέπουν κάθε πρωί τα κατάλοιπα των επιδρομών των Σαρακηνών. Ο ιστοριογράφος θα έπαιρνε όρκο πως κάπως έτσι έμοιαζαν -και από τις υπάρχουσες απεικονίσεις- οι Σαρακηνοί που ξέρουμε και με τα ονόματά τους, κυρίως από το Εμιράτο που έφτιαξαν στην Κρήτη.

Όπως, ο Βαβδέλ (Αμπού Αμπντ Αλλάχ Ουμάρ ο Β’), ο Σαΐτης (Σουάιμπ Α’ ιμπν Ουμάρ) και άλλοι.

Όμως, όλοι τους, νομίζουν ότι βλέπουν -ξέρω ‘γω- τον Αγαθαρχίδα, τον Λακεδαιμόνιο στρατηγό να ετοιμάζεται να βγει βόλτα στην αρχαία Κόρινθο, πριν έρθει η ναυμαχία της Ναυπάκτου και η ήττα.

Και από εκεί ξεκινούν τα προβλήματα, αυτά που δεν τους έδωσε η φύση. Τα επίκτητα. Με κυριότερο, όχι τόσο την ίδια την αρχαιοελληνική φαντασίωση που τους σφηνώνει στα άδεια συνήθως μυαλά τους η εκπαίδευση αλλά, την αίσθηση ότι είναι και εκ φύσεως ειδικοί στην παροχή πιστοποιητικών «ελληνικότητας» και στους υπόλοιπους!

Έτσι οι Αγαθαρχίδες wannabe, αλωνίζουν στα social media και όχι μόνο – και βαθμολογούν. Συνήθως με ελληνικά στο επίπεδο που θα μπορούσαν να τα είχαν μάθει οι -καρπεροί δυστυχώς- πραγματικοί τους πρόγονοι την εποχή των επιδρομών τους στη Μεσόγειο.

Ένας τέτοιος έγραφε και χρησιμοποιούσε τη λέξη «τουρκόφωνη» για την εφημερίδα και για κάτι που είχα γράψει. Από την εποχή που το είπε ο Τράουλλος, συχνά-πυκνά, άτομα της ίδιας ή και χειρότερης κατάστασης -όλοι Αγαθαρχίδες- μας το γράφουν.

Η «τουρκόφωνη» εφημερίδα πάνω, η «τουρκόφωνη» εφημερίδα κάτω. Δεν ξέρω εάν στα αραβικά είναι ίδια η λέξη, έλεγα να πάρω το θειό μου τον Γιώργο να τον ρωτήσω, αλλά, βρε ζωντόβολα: ο Μουλάς σας εκτός από τα άλλα είναι και αγράμματος. Εσείς;

Τι ρωτώ; Ας είναι.

«Ελληνόγλωσση» είναι μια εφημερίδα. «Ελληνόφωνοι», είναι μόνο οι άνθρωποι. Οι κανονικοί και οι κατ’ ευφημισμόν όπως εσείς.

Βόδια. Το είπα και ξαλάφρωσα. Σόρι, αλλά άνθρωπος είμαι και εγώ. Πόση υπομονή με τις ορδές των ηλιθίων; Πόσο Ζαμπούνη το κέρατό μου πια;

Ας αλλάξουμε θέμα αν και… Λοιπόν. Τα της πρότασης δύο βουλευτών του ΔΗΣΥ για την απαγόρευση της λειτουργίας σχολών έντεχνου χορού μετά τις οκτώ το βράδυ, τα ακούσατε και τα συζητάτε.

Ίσως να είδατε και την ανακοίνωση της ΝΕΔΗΣΥ χθες η οποία άδειασε τους δύο βουλευτές με ένα μάλιστα αιχμηρό σχόλιο: «Καλούμε πρώτα τους βουλευτές μας αλλά και τους βουλευτές όλων των κομμάτων που εργάζονται σε θέματα παιδείας, να ασχοληθούν με τα ουσιαστικά προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζει η παιδεία, αφήνοντας επί μέρους παράλογες προτάσεις νόμου».

Το juicy κομμάτι της Ιστορίας, όμως, φοβάμαι ότι δεν το άγγιξε κανείς. Και είναι κρίμα. Διότι, όσο κι αν ειδικά ο κ. Χατζηγιάννης ειδικεύεται σε κουλές προτάσεις νόμου (λ.χ. για απαγόρευση του προειδοποιητικού ήχου στον ιμάντα αποσκευών του αεροδρομίου), αυτό είναι πρωτοφανώς βλακώδες.

Για την απάντηση, αρχίστε να ψάχνετε από τη λέξη «έντεχνο». Η πρόταση έγινε με τέτοια προχειρότητα που δεν είχαν καν την πρόνοια να βάλουν το ζήτημα γενικά. Ζητούσαν… μόνο την απαγόρευση για τις σχολές που διδάσκουν «έντεχνο» χορό.

Καλό θα ήταν, λοιπόν, επειδή ακούγεται έντονα κάτι και είναι υπέροχο αλλά και αποκαλυπτικό του ποιοι πραγματικά μας κυβερνούν, καλό θα ήταν λοιπόν, να μας πουν οι δύο βουλευτές του ΔΗΣΥ, γιατί βρε παιδί μου αυτή η προτίμηση στις σχολές… έντεχνου χορού;

Ή έστω να το πουν στον Αβέρωφ Νεοφύτου. Ο οποίος εάν δεν ξέρει κάτι, είμαι σίγουρος ότι θα ήθελε να μάθει το παρασκήνιο της πιο κουλής πρότασης νόμου των τελευταίων δεκαετιών η οποία έγινε μάλιστα στο όνομα της… προστασίας των ανηλίκων!

Ποιος θα μας προστατέψει από τα… διάφορα διαφόρων είναι το μεγάλο ερώτημα. Και δεν αναφέρομαι στους βουλευτές. Για εκείνους το θέμα είναι ακόμα σοβαρότερο.

Αβέρωφ μου, μην με πάρεις εμένα, δεν θα σου πω και το ξέρεις. Ρώτα τους και μάθε, αν δεν το έμαθες. Εισηγούμαι, εάν σου πουν την αλήθεια, να τους συγχωρέσεις. Και να τους εξηγήσεις πως οι βουλευτές δεν παίρνουν παραγγελίες. Πόσω μάλλον τέτοιες, μάνα μου.

Τα ύστερα του κόσμου. Πού ζούμε, θκιάολε μαύρε; Πού;

Υστερόγραφο: Αβέρωφ, αγάπησα το νέο σου βίντεο στο Instagram όπου σε παρακολουθώ ανελλιπώς. Αυτό με τους κτηνοτρόφους. Κάθεται ο Φούλης και τους λέει -οσκαρική ερμηνεία- με ύφος τραγικό και πονεμένο: «Ο κτηνοτρόφος… εν η πκιο δύσκολη δουλειά που υπάρχει! Εν έσιει με αργίαν, με Χριστούγεννα, με Πρωτοχρονιάν!». Εννά μας το πεις… εμάς, Αβέρωφ μου;