Φόρμα αναζήτησης

Ενίσχυση του δημοσιονομικού πλεονάσματος

Ανακοινώθηκε τη βδομάδα που μας πέρασε ότι το πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης για τους πρώτους εννέα μήνες του 2019 ανήλθε στα 945 εκατ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 4,3% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) της χώρας. Η παρουσία πλεονασμάτων αποτελεί θετική ένδειξη για την οικονομία, την ώρα που ο ρυθμός ανάπτυξης παραμένει θετικός. Η διατήρηση αυτής της εικόνας αποτελεί πρόκληση.

Σε σχέση με την περσινή περίοδο, τα έσοδα παρουσιάζουν αύξηση κοντά στο 12%, με την αύξηση στις κοινωνικές εισφορές και τις εισπράξεις από τους φόρους να είναι δύο από τις αιτίες. Οι δαπάνες παρουσιάζονται αυξημένες κατά 11%, με την κύρια αύξηση να προέρχεται από τις κοινωνικές παροχές, που συμπεριλαμβάνουν και τον τομέα της υγείας.

Η αύξηση των εσόδων από τους φόρους και κατ’ επέκταση η ενίσχυση των δημόσιων οικονομικών είναι απόρροια της θετικής πορείας της οικονομίας. Οι εισπράξεις από τον ΦΠΑ ενισχύθηκαν σημαντικά ως αποτέλεσμα της βελτίωσης του κατασκευαστικού τομέα (τροφοδοτείται και από τα κίνητρα τα οποία έχουν παραχωρηθεί), του τομέα του τουρισμού και της ενίσχυσης της εσωτερικής ζήτησης.

Σημειώνεται ότι η προπώληση ακινήτων, κυρίως σε ό,τι αφορά τα ψηλά κτήρια, ενισχύει τα κρατικά ταμεία εφόσον ο ΦΠΑ καταβάλλεται με την υπογραφή των συμβολαίων και την πληρωμή του αντιτίμου (για παράδειγμα γίνονται προπληρωμές ώστε να δίνεται η δυνατότητα στον επενδυτή να καταθέτει την αίτησή του για πολιτογράφηση). Άρα η κυβέρνηση, σε ό,τι αφορά τον ΦΠΑ, προεισπράττει μαζί με τον πωλητή του ακινήτου, ενώ θα πρέπει να διασφαλίζονται η ολοκλήρωση του έργου και η παράδοση της οικιστικής/επιχειρηματικής μονάδας στον αγοραστή.

Οι κατασκευές

Πέραν των εισπράξεων του ΦΠΑ, ο κατασκευαστικός τομέας αποτελεί έναν από τους κύριους εργοδότες στην κυπριακή οικονομία, κάτι που επίσης ενισχύει τις κοινωνικές εισφορές και τις φορολογίες που καταβάλλουν εργοδοτούμενοι και εργοδότες. Είναι γι’ αυτόν τον λόγο που χρειάζεται εμπεριστατωμένη μελέτη πριν να γίνουν αναφορές για τη συνεισφορά των κινήτρων που παραχωρήθηκαν σε ξένους επενδυτές, εφόσον κάποιοι από αυτούς, πέραν των επενδύσεων σε ακίνητα, προχωρήσουν σε εγγραφές εταιρειών και άλλες μεγαλύτερες επενδύσεις.

Υπενθυμίζεται ότι την περίοδο μέχρι το 2008, η μεγάλη ανάπτυξη του κλάδου των ακινήτων ενίσχυσε σημαντικά τα δημόσια οικονομικά, κυρίως μέσω των εισπράξεων από τον φόρο κεφαλαιουχικών κερδών, του ΦΠΑ και των μεταβιβαστικών. Υπάρχουν όμως συγκεκριμένες διαφορές. Για παράδειγμα, τώρα πώληση που υπόκειται σε ΦΠΑ δε υπόκειται σε μεταβιβαστικά, τα οποία στις άλλες περιπτώσεις είναι στο 50%. Επιπλέον, οι αγορές ακινήτων, τουλάχιστον αυτές που γίνονται από ξένους, πραγματοποιούνται μέσω ιδίων κεφαλαίων και όχι μέσω δανεισμού, ενώ και τα ακίνητα για τα οποία υπάρχει ζήτηση έχουν διαφοροποιηθεί.

Παρά την ενίσχυση του κλάδου των ακινήτων, μεγάλοι οργανισμοί που δραστηριοποιούνται στον τομέα παραμένουν υπέρμετρα δανεισμένοι και επιρρεπείς σε περίπτωση ύφεσης στον τομέα. Φυσικά είναι κοινή διαπίστωση ότι υπήρξαν και πάλι υπερβολές, τόσο σε ό,τι αφορά την παραχώρηση κινήτρων όσο και σε ζητήματα του ίδιου του τομέα των κατασκευών με πολλές αδειοδοτήσεις έργων, χωρίς ουσιαστικά να υπάρχει οποιαδήποτε μελέτη ευαισθησίας στο τι θα απογίνουν τα συγκεκριμένα ακίνητα σε περίπτωση που παρουσιαστεί ύφεση ή έστω διόρθωση.

Η ζήτηση

Την ίδια στιγμή ενισχύεται με βάση και τα στατιστικά τόσο η εξωτερική όσο και η εσωτερική ζήτηση, με τα εισοδήματα των νοικοκυριών να βελτιώνονται και τον κύκλο εργασιών των επιχειρήσεων να ενισχύεται. Σημειώνεται όμως ότι ακόμη δεν έχουμε παρατηρήσει την επαναδραστηριοποίηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων, όπως είχαμε πριν από δέκα ή δεκαπέντε χρόνια. Και ίσως να μην τη δούμε ποτέ, εφόσον φαντάζει πολύ δύσκολο να επιβιώσουν στο σημερινό νέο ανταγωνιστικό περιβάλλον των μεγάλων επιχειρήσεων που έχουν τη δυνατότητα μείωσης του κόστους λειτουργίας και παραγωγής.

Αυτό που ενδεχομένως προβληματίζει είναι το γεγονός ότι η ανάπτυξη της κυπριακής οικονομίας τροφοδοτείται από τους ίδιους παραδοσιακούς τομείς, με τις προκλήσεις να παραμένουν σημαντικές τόσο στο εξωτερικό περιβάλλον όσο και στο εσωτερικό. Το ζήτημα που διατυπώνεται συνεχώς είναι πόσο θωρακισμένη είναι η κυπριακή οικονομία σε περίπτωση μιας νέας οικονομικής κρίσης, ενδεχομένως μικρότερου μεγέθους από την τελευταία.