Φόρμα αναζήτησης

Ένας κουβάς, τέσσερα χέρια

Ο θόρυβος, μέχρι που πάτησα το φρένο, σκότωσε την αμφιβολία πριν καν γεννηθεί: κάτι είχα τραβήξει μαζί μου.

«Γίνεται και πιο σκατά η μέρα;», νομίζω πως σκέφτηκα φωναχτά. Το άκουσα. Νομίζω.

Ε ναι, πιο σκατά. Δύο λεπτά νωρίτερα, είχα ανοίξει το γραμματοκιβώτιο. Κι αφού πήρα μια βαθιά ανάσα, άνοιξα και τον φάκελο της ΑΗΚ. Δεν βοήθησε το βάθος. Όσο και να ήταν δεν θα είχε βοηθήσει. Μα… 787 ευρώ;

«Σοβαρολογούμε;» «Τι θα κάνω;» «Δεν γαμ… ο κωλότοπός σας;» «Μα είναι δυνατόν!» «Μαύρη να ήταν η στιγμή που γύρισα.» Και διάφορα άλλα τέτοια είπα. Από μέσα μου. Ελπίζω. Όταν θυμώνω σκέφτομαι ακόμα πιο γρήγορα. Και κάποτε δυνατά. Σας το είπα; Α ναι.

Ούτε που μου πέρασε από το μυαλό ότι υπάρχει θέμα με τις τιμολογήσεις, λέει, δεν θυμάμαι να το άκουσα. Μου το είπαν μετά. Την ώρα που πατούσα το φρένο, αυτό είχα στο μυαλό μου. «Τι θα κάνω;» «Πού μπλέξαμε;».

Πάρκαρα στην άκρη και κατέβηκα. Γονάτισα και κοίταξα. Κάτω από το αυτοκίνητο ένας κουβάς, ένας γαλάζιος πλαστικός, ξεχαρβαλωμένος κουβάς τον οποίο είχαν την καλοσύνη να μας αφήσουν οι εργάτες των απέναντι, προ διμήνου, είχε σφηνώσει στον άξονα.

Ξεχαρβαλωμένος ήταν από την πρώτη μέρα, γι’ αυτό τον πέταξαν στον δρόμο άλλωστε. Κανονικά θα είχα μαζέψει από τότε αλλά αρνήθηκα να το κάνω από τη μέρα που παρά τις διαβεβαιώσεις των απέναντι (αγοραστών του σπιτιού) γυρίσαμε όλοι από τη δουλειά και είδαμε άφωνοι να λείπουν τα πανύψηλα δέντρα που ομόρφαιναν τη γειτονιά μας τα καλοκαίρια σαν φούντωναν.

Οι εργάτες τα είχαν βγάλει από τη ρίζα. Μαζί και τα δέντρα στο διπλανό, επίσης ακατοίκητο σπίτι. Για κάποιον λόγο μετά την αδιανόητη καταστροφή που προκάλεσαν δεν ξαναεμφανίστηκαν. Ούτε τους απέναντι τους είδα ξανά.

Ούτε και θέλω. Και ούτε πρόκειται να τους μιλήσω. Ποτέ.

Έξω από το σπίτι στη βεράντα, εκεί που υψωνόταν το πιο μεγάλο δέντρο, χάσκει μια τουαλέτα που έβγαλαν από μέσα. Γέρνει στο πλάι, σαν να θέλει να μιλήσει. Ανταλλάζουμε κάποτε ματιές τα πρωινά. Θα είδε κι αυτή η καημένη σκατό και σκατό. Ναι. Τώρα πια όμως, βγήκε. Τέλειωσε το μαρτύριο. Εμείς τι να πούμε;

Μπήκα μέσα ξανά. Έβαλα όπισθεν. «Χρρρρ!» Μάλιστα… Έβαλα ταχύτητα μπροστά. «Χρρρρ!» Όπισθεν, μπροστά, όπισθεν, μπροστά. Ο κουβάς εκεί. Και ο λογαριασμός με τα 787 ευρώ –δεν μπορεί!– να πετάει μπροστά μου.

Ούρλιαζα. Μέσα μου, ευτυχώς. Κατέβηκα. Βαθιές εισπνοές… Ας γεμίσουν τα πνευμόνια να σκάσω να ησυχάσω.

Αν δεν σκάσω; Ίσως ηρεμήσω.

Τι έγινε; Άκουσα μια φωνή δίπλα. Εργάτης στο ισόγειο πολυκατοικίας παραδίπλα, που ανακαινίζεται. Πόντιος. Το σπίτι μικρό. Τα δέντρα στέκουν. Ο αγοραστής μάλλον θα έδωσε οδηγίες να είναι προσεκτικοί. Σπανίζουν αυτοί σε έναν λαό ψυχωτικό που φτιάχνεται με το τσιμέντο και θεωρεί τα δέντρα και τα φύλλα «ξημαρισιά» πλέον. Πελλότοπος.

Πριν προλάβω να απαντήσω, ο άνθρωπος ήταν ήδη έξω κρατώντας μια ράγα αλουμίνιο ή κάτι τέτοιο. Μην μου λέτε για χειρωνακτικά, δεν… Έκανα να σκύψω. Όχι λέει θα λερωθώ. Θα το βγάλει αυτός.

Φιλότιμη προσπάθεια μα έλα που ο κουβάς δεν έβγαινε.

Και εκεί ακούω μια φωνή πίσω μου. Αν με διαβάζετε τακτικά ίσως να θυμάστε πως, λίγο πιο κάτω από το σπίτι μου, στο παλιό σπίτι ενός γνωστού γιατρού που δεν ζει πια, και που το νοικιάζει μια οργάνωση, φιλοξενούνται ασυνόδευτοι –νομίζω– πρόσφυγες.

Το έχω κανόνα να τους χαιρετάω, μαύροι που είναι κι όλοι θα τους φοβούνται. Όχι όλοι, είμαι άδικος. Μιλάμε για τον Άγιο Ανδρέα και πάλι κανείς δεν αντέδρασε. Αλλά πιάνω κάτι βλέμματα όταν περνούν 4-5 μαζί να πάνε να παίξουν μπάσκετ ή δεν ξέρω και εγώ τι παίζουν.

Στην αρχή ξαφνιάζονταν εκείνοι. Τώρα σταματούν και χαιρετούν πρώτοι κάθε φορά που περνώ. Έχει μια χαρά το πρόσωπό τους, όπως θα είχε και εμένα εάν βρισκόμουν σε μια ξένη χώρα, προσπαθώντας να επιζήσω κυριολεκτικά και μου έδειχναν σεβασμό τουλάχιστον δυο-τρεις άνθρωποι. Ότι ήμουν άνθρωπος. Πολύ θα το χαιρόμουν. Όλοι μας.

Καλοκαίρι, ένα βράδυ, καθώς ετοιμαζόμουν να παρκάρω, κάποιος χτύπησε απαλά πάνω το τζάμι. Γύρισα, ήταν ένα από αυτά τα παιδιά που δεν το είχα ξαναδεί, νομίζω.

Μου είπε, με ύφος παρακλητικό, αν μπορούσα να τον πάρω στην πλατεία Σολωμού, θα πήγαινε κάπου να δουλέψει, δεν θυμάμαι. Και θα έχανε το τελευταίο λεωφορείο. «Μπες» του είπα.

Στη πολύ σύντομη διαδρομή δεν θυμάμαι πόσες φορές μου είπε ευχαριστώ. Τον ξαναείδα έκτοτε κάποιες φορές, δεν τον ρώτησα όμως ποτέ αν το πρόλαβε.

Ε, αυτός ήταν. Πήρε ένα ξύλο και εκείνος, ξανάσκυψαν με τον εργάτη, δεν έβγαινε ο κουβάς αλλά με πολλή προσπάθεια τα κατάφεραν. Λερώθηκε και εκείνος, του ζήτησα συγγνώμη. Γέλασε. Δεν είναι τίποτα, μου είπε. Τους ευχαρίστησα ξανά και ξανά. Και έφυγα.

Αυτές τις μέρες που βαλθήκαμε να τρώμε ο ένας τον άλλον στο facebook για το ποιος πρέπει να γυρίσει και ποιος όχι στη χώρα του, για το τι πρέπει να κάνουν –και δεν κάνουν!– οι άλλοι (και όχι εμείς), η μέρα που ξεκίνησε σκατά –σκατά όμως– συνεχίστηκε με ένα χαμόγελο από αυτά που εμείς οι εκ φύσεως αισιόδοξοι –αν και ευέξαπτοι, εδώ– άνθρωποι συνήθως έχουμε.

Πίσω από την υστερία των ημερών, πίσω από την τοξικότητά μας, το να μένουμε άνθρωποι δεν είναι σπατάλη. Είναι εξοικονόμηση αυτού που όταν μας τελειώσει –και έχει τελειώσει σε αμέτρητους γύρω μας, το βλέπετε– η ζωή μας θα γίνεται πιο μίζερη κάθε μέρα.

Όσο για εσάς που θα είδατε μηνύματα «υπέρ των ξένων» κ.λπ., ηρεμήστε μάνα μου. Ξένοι έτυχε και με βοήθησαν. Παρότι ποιος ξέρει πόσες φορές τους μίλησαν άσχημα «δικοί μας». Παρότι τους φοβούνται. Όταν δεν θα έπρεπε.

Και το έκαναν όχι γιατί ήταν ξένοι, και ως τέτοιοι είναι κάτι κακό ή κάτι καλό, αλλά γιατί ήταν άνθρωποι.

Άνθρωποι. Πού είναι η τελεία; Α, εδώ!

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.