Φόρμα αναζήτησης

Ένα βράδυ στον Καραβά τον Ιούλιο του 1974

Καθώς διάβαζα ένα μακροσκελές μήνυμα που έλαβα τα μεσάνυχτα από το Λονδίνο, βρέθηκα μέσα στον σκοτεινό και τραγικό λαβύρινθο του 1974. Ουσιαστικά ήταν διήγημα, όχι μήνυμα. Το έγραψε ο Κιαμίλ Σεμάι. Δεν γνωριζόμασταν, αλλά έτσι γνωριστήκαμε. Είναι, λέει, από τα Μαντίρκα. Ανοίγοντας παρένθεση έγραψε «Γεσίλοβα». Το 1974 ήταν, λέει, στρατιώτης που είχε κάνει εξάμηνη βασική εκπαίδευση. Και κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών των τουρκικών αεροπλάνων στο νησί πιάστηκε αιχμάλωτος των Ελληνοκυπρίων μαζί με φίλους του. «Φτηνά τη γλυτώσαμε από την επίθεση των αεροπλάνων», λέει, όμως αυτή τη φορά ήρθε η σειρά της αιχμαλωσίας. Τρεις εθνοφρουροί της ΕΟΚΑ Β τους έβαλαν στη σειρά για να τους εκτελέσουν, λέει. «Κάντε την τελευταία σας προσευχή και γυρίστε προς τον τοίχο», τους είπαν. Ήταν 69 άτομα, λέει. Διηγείται ως εξής τα συναισθήματα του εκείνη τη στιγμή:

«Περίμενα πέντε λεπτά να φάω τη σφαίρα παραμένοντας τελείως σιωπηλός. Το σώμα μου σαν να ετοιμαζόταν για τον θάνατο. Άρχισα να νιώθω πόνο σαν να με δάγκωναν μυρμήγκια. Γύρισα το βλέμμα μου δεξιά και αριστερά. Οι μισοί από εμάς ήταν στο έδαφος. Το κορμί τους δεν μπορούσε να σηκώσει τα πόδια τους από τον φόβο. Εκείνη τη στιγμή υπήρχαν φωτιές παντού. Τα αεροπλάνα είχαν κάψει τη γύρω περιοχή. Δεν μπορώ να περιγράψω πώς πέρασαν εκείνα τα πέντε λεπτά. Ξαφνικά συνέβη κάτι αναπάντεχο. Ήρθε ένα landrover με κάποιους μέσα, όμως εμείς δεν μπορούσαμε να τους δούμε. Ακούγαμε μόνο τις ομιλίες τους. Αυτός που ήρθε ήταν ο Έλληνας διοικητής. «Τι κάνετε;», τους ρώτησε. Ο εθνοφρουρός της ΕΟΚΑ Β του είπε «θα καθαρίσω αυτά τα σκυλιά». Μόλις το άκουσε αυτό, ο Έλληνας αξιωματικός έβγαλε το πιστόλι του. Το ακούμπησε στο κεφάλι του εθνοφρουρού που κρατούσε μπρεν και του είπε: «Αν πυροβολήσεις έστω και έναν, θα σου τινάξω τα μυαλά στον αέρα». Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως είχαμε σωθεί. Ύστερα γύρισε προς εμάς. «Εσείς στραφείτε προς εμένα», είπε. «Εγώ είμαι υπεύθυνος εδώ. Δεν σας αγαπάμε, ούτε η Τουρκία σας αγαπά. Αν σας αγαπούσε, θα ερχόταν να σας σώσει. Όμως, δεν θα σας σκοτώσουμε. Θα σας ανταλλάξουμε με αιχμάλωτους που κρατάει η Τουρκία. Θα σας βάλω στο πάνω μέρος του θαλάμου. Αν βομβαρδίσουν τα αεροπλάνα, εσείς θα πάτε πρώτοι».

Ο Κιαμίλ Σεμάι διηγείται ως εξής αυτά που ακολούθησαν: «Έμεινα αιχμάλωτος 96 μέρες εκεί. Κανείς δεν ήξερε τι μας συνέβαινε. Μέχρι που μας βρήκε ο Ερυθρός Σταυρός. Ήμουν ένας από τους πρώτους αιχμαλώτους που ανταλλάχτηκαν. Μείναμε μια μέρα σε σχολείο στη Λευκωσία. Την επόμενη μέρα μας έστειλαν στον Καραβά. Πάλι ήμασταν 69 άτομα. Φόβος είναι αυτός… Ξαπλώσαμε όλοι στο σινεμά στο χωριό. Θάψαμε 29 άτομα πολίτες και στρατιώτες. Ήταν στο σπίτι του κοινοτάρχη. Ένας εθνοφρουρός της ΕΟΚΑ Β έριξε δύο βόμβες στο σπίτι και πέθαναν. Πέντε από αυτούς που πέθαναν ήταν στρατιώτες μαζί μου. Δεν περνά μέρα που να μην τους σκέφτομαι. Υπήρχαν αγωνιστές στον Καραβά. Ήρθε ένας στο σινεμά που μέναμε και διάλεξε δύο άτομα μαζί με εμένα. Υπήρχε ένα σπίτι στο χωριό, λέει. Σπίτι Ελληνοκυπρίων. Έψηναν φαγητό εκεί και Ελληνοκύπριοι στρατιώτες που βρίσκονταν στο βουνό έρχονταν και έπαιρναν απ’ εκεί φαγητό, λέει. «Θα κάνουμε έφοδο σε εκείνο το σπίτι», μας είπε. «Εντάξει», είπαμε. Ένας από εμάς είχε χάσει τους δΎο γιους του από τις βόμβες που είχαν ριχθεί προηγουμένως στο σπίτι του κοινοτάρχη. Τέσσερα άτομα πήγαμε σε εκείνο το σπίτι. Πρώτα ακροαστήκαμε τη γύρω περιοχή. Δεν ακουγόταν τίποτα. Πλησιάσαμε στην πόρτα. Τώρα άρχισα να νιώθω πάλι την ίδια αγωνία. Μπροστά μας εμφανίστηκε μια Ελληνοκύπρια γυναίκα ηλικίας περίπου 45 χρόνων. Μόλις μας είδε σωριάστηκε στη γη από φόβο. Έτρεμαν τα γόνατά της. Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκαν και δύο παιδιά. Αγκάλιασαν τη μητέρα τους και άρχισαν να κλαίνε. Κρατούσαμε ένα όπλο τύπου Thomson. Ο φίλος που είχε χάσει τους δύο γιους του το άρπαξε και το έστρεψε προς το μέρος τους. Μόλις γύρισε την κάννη προς το μέρος τους, όρμησα πάνω του. Πήρα από τα χέρια του το όπλο. Με αγκάλιασε, άρχισε να κλαίει. ‘Για το αίμα των γιων μου, δώσε μου το όπλο να τους σκοτώσω΄, είπε. Και εγώ του είπα: ‘Τι φταίνε αυτά τα παιδιά; Τι φταίει αυτή η μητέρα; Αν τους αγγίξετε, θα σας σκοτώσω εγώ!’ Έτσι απέτρεψα αυτό το έγκλημα. Η γυναίκα είχε ακόμα δύο κόρες. Τότε βγήκαν και αυτές από το δωμάτιό τους και ήρθαν. Αγκάλιασαν τη μητέρα τους. Έκλαιγαν όλοι μαζί. ‘Μην φοβάστε πια’, τους είπα, ‘κανείς δεν θα σας κάνει τίποτα’. Έκανα δύο καλά πράγματα στην ζωή μου. Το ένα είναι όσα έκανα για τα παιδιά μου και το άλλο το ότι έσωσα τη ζωή εκείνων των ανθρώπων εκείνο το βράδυ».

Γιατί μου τα διηγήθηκε όλα αυτά ο Κιαμίλ Σεμάι; Διότι έχει μια τελευταία επιθυμία. Είναι περίεργος να μάθει τι συνέβη σε εκείνη την Ελληνοκύπρια μητέρα και τα παιδιά της που έσωσε από τον θάνατο εκείνο το βράδυ στον Καραβά. Και να μάθει για τη σημερινή τους ζωή. Θέλει να τους βρει και να τους γνωρίσει πιο κοντά μετά από τόσα χρόνια. Επηρεάστηκε πολύ από αυτά που έζησε το 1974, λέει. Και πιο πολύ από εκείνο το βράδυ. Θα χαρεί αν είναι καλά και υγιής η οικογένεια την οποία έσωσε. Θα καθίσει και θα μοιραστεί ξανά τον πόνο εκείνων των ημερών. Ελπίζω να φτάσει στον προορισμό του αυτό το άρθρο που θα δημοσιευθεί στην εφημερίδα «Πολίτης».

Γίνεται καλύτερα αντιληπτό το μέγεθος της τραγωδίας όταν εξιστορηθούν ένα – ένα τα γεγονότα που συνέβησαν. Ένας Έλληνας διοικητής, λέει, έσωσε την τελευταία στιγμή τον Κιαμίλ Σεμάι από την εκτέλεση. Και ο Κιαμίλ Σεμάι έσωσε την τελευταία στιγμή τη ζωή μιας μητέρας και των παιδιών της από τις σφαίρες των συντρόφων του. Όταν διάβαζα αυτή την ιστορία ανησύχησα ότι θα τους σκότωναν. Χάρηκα που το τέλος ήταν ευχάριστο. Μακάρι να τέλειωναν έτσι όλες οι δραματικές ιστορίες που πλέχτηκαν με φόβο. Κοιτάξτε, κάποιος ανάμεσά μας καυχιέται για το πόσους Ελληνοκύπριους έχει σκοτώσει λέγοντας ότι «το να σκοτώνω ήταν η τέχνη μου». Ενώ κάποιος άλλος χαίρεται για τους ανθρώπους τους οποίους έσωσε από τον θάνατο. Μην είστε ο πρώτος. Πάντοτε να είστε ο δεύτερος…