Φόρμα αναζήτησης

Ένα πηγάδι πίσω από το σχολείο στη Γύψου…

Sevgul Uludag

caramel_cy@yahoo.com

Τηλ.: 99 966518

 

Νωρίς το πρωί, στις 8:30, της Παρασκευής 29 Μαρτίου 2019, οι δύο νεαρές ερευνήτριες της Κυπριακής Διερευνητικής Επιτροπής Αγνοουμένων, Sila Murat και Αγγελική Ανθούση, με παίρνουν από το σπίτι μου στη Λευκωσία και πηγαίνουμε στο νέο οδόφραγμα στη Δερύνεια για να συναντήσουμε έναν Ελληνοκύπριο μάρτυρα.

«Βρέστε το κτήριο του Τουρκοκυπριακού Δημαρχείου Αμμοχώστου» μου είχαν εξηγήσει, «και από εκεί, απλά ακολουθήστε το συρματόπλεγμα – απλώς οδηγήστε δίπλα από την περίφραξη, και η περίφραξη θα σας οδηγήσει στη Δερύνεια.»

Είναι ένα μυστηριώδες συναίσθημα, ένα παράξενο αίσθημα και σύντομα αρχίζω να νιώθω ναυτία – καθώς ακολουθούμε την περίφραξη, βλέπουμε όμορφα σπίτια της Κύπρου, κάποτε γεμάτα ζωή, τώρα σχεδόν να στοιχειώνουν τη σκηνή – κάποια από αυτά χωρίς παράθυρα, κάποια χωρίς πόρτες, διώροφα σπίτια, σπίτια που η μπογιά στους τοίχους έχει ξεθωριάσει σε ένα όμορφο χρώμα της Κύπρου: αποχρώσεις της ώχρας και ένα απαλό κίτρινο, ένα απαλό πορτοκαλί. Αυτά είναι τα σπίτια του Βαρωσιού, εγκαταλειμμένα με βιασύνη όταν κτύπησε ο πόλεμος και στέκονται μάρτυρες του πόνου και των δεινών.

Οδηγούμε συνεχώς και νιώθω ντροπή και θυμό και λύπη βλέποντας όλα αυτά τα όμορφα, εγκαταλειμμένα σπίτια – κοντά βρίσκεται η θάλασσα και μπορώ να δω το μπλε της Μεσογείου. Μπορώ να δω το πράσινο, το κίτρινο, τα λουλούδια, τους θάμνους, τα περίτεχνα λουλούδια των κάκτων που μεγάλωσαν σε ένα μπαλκόνι. Θέλω τόσο πολύ να βγάλω φωτογραφίες, αλλά δεν το κάνω αφού αυτή αποκαλείται «Στρατιωτική Περιοχή». Πολλοί ντόπιοι και ξένοι δημοσιογράφοι έχουν συλληφθεί για αυτόν τον λόγο.

Βλέπουμε επίσης τη στρατιωτική παραλία της Δερύνειας που είναι ανοικτή σε πολίτες το καλοκαίρι, αλλά πρέπει να είσαι Τουρκοκύπριος για να πας σε εκείνη την παραλία – δεν επιτρέπεται σε Ελληνοκύπριο. Και πάλι, ντροπή, θυμός και ναυτία ξεσηκώνονται μέσα μου και το αδιανόητο ερώτημα: Γιατί; Γιατί είμαστε τόσο πρόθυμοι να κάνουμε «αόρατο» ο ένας τον άλλο; Γιατί να μην αφήσουμε τη λογική και τον πραγματισμό να κυριαρχήσουν τις ζωές μας; Γιατί προσποιούμαστε ότι είμαστε κάτι που δεν είμαστε; Γιατί να μην έχουμε ενσυναίσθηση με τον πόνο και τα δεινά ο ένας του άλλου; Τι κερδίσαμε τότε, κρατώντας έτσι το Βαρώσι; Η Πρωτοβουλία Αμμοχώστου –μια τουρκοκυπριακή ομάδα πολιτών– αγωνίζεται για χρόνια κάνοντας εκστρατεία για να ανοίξει το Βαρώσι και να επιστραφεί στους πραγματικούς του ιδιοκτήτες. Έχει κάνει εκατοντάδες εκδηλώσεις, έχει εκδώσει εκατοντάδες ανακοινώσεις, διαδήλωσε μαζί με τους Ελληνοκύπριους από το Βαρώσι στις παραλίες που δεν απέχουν πολύ από εδώ, για την επιθυμία των Τουρκοκυπρίων και των Ελληνοκυπρίων που θέλουν ειρήνη σε αυτή τη γη.

Τα χρώματα είναι καταπληκτικά και το βράδυ, όταν επιστρέφω στη Λευκωσία, τηλεφωνώ στη Nilgun Guney, τη στενή μου φίλη που είναι καλλιτέχνης και που έχει στούντιο και της λέω για το χρώμα των τοίχων, την Κύπρο που χάσαμε, το Βαρώσι που στέκεται σαν φάντασμα. Μου λέει ότι μαθητές της τέχνης ήθελαν να πάνε στην Αμμόχωστο για να δουν όλα τα ιστορικά κτήρια.

Ακολουθώντας την περίφραξη για να φτάσουμε στο οδόφραγμα Δερύνειας, είναι σαν να ακολουθούμε την πληγή που έσκισε τη σάρκα της γης μας. Την πληγή του πολέμου. Την πληγή του παρελθόντος. Την πληγή που γδέρνει την ομορφιά αλλά δεν μπορεί να την καταστρέψει.

Περιμένουμε τον μάρτυρά μας να έρθει στον χώρο στάθμευσης του οδοφράγματος Δερύνειας. Έρχεται και πάμε στη Γύψου, ένα χωριό κοντά στο Λευκόνοικο.

Μου τηλεφώνησε αμέσως μόλις διάβασε το άρθρο μου στον «Πολίτη» για τις εκσκαφές της Κυπριακής Διερευνητικής Επιτροπής Αγνοουμένων στο ελληνοκυπριακό νεκροταφείο στη Γύψου.

«Όχι, όχι, όχι!» είχε πει «δεν πρέπει να σκάψουν εκεί.»

«Πού πρέπει να σκάψουν;»

«Πρέπει να σκάψουν σε ένα πηγάδι έξω από το σχολείο. Είχαν θάψει 10-15 ηλικιωμένους Ελληνοκύπριους εκεί.»

«Μπορείς να μας δείξεις πού είναι το πηγάδι;» τον είχε ρωτήσει η αγαπητή μου φίλη Χριστίνα. Αφού δεν μιλούσε καθόλου αγγλικά, είχα ζητήσει από τη Χριστίνα να βοηθήσει στην επικοινωνία μαζί του.

«Φυσικά και μπορώ να σας δείξω. Κανένας δεν μου το ζήτησε στο παρελθόν, αλλά αφού ζητάς, θα σου δείξω.»

Στην πραγματικότητα η Γύψου δεν διαφέρει πολύ από το Βαρώσι. Πολύ όμορφα σπίτια, πολύ όμορφα κτήρια της δεκαετίας του ’60, που αφέθηκαν να σβήσουν.

Γυρίζω προς τη Sila και την Αγγελική και λέω «Γιατί πήραν το χωριό αυτό από τους Ελληνοκύπριους και τους έδιωξαν, αν θα το άφηναν να σαπίσει έτσι;».

Τα σπίτια και τα κτήρια δεν έχουν βαφτεί από το 1974! Και μπορείς να δει τις αρχικές πόρτες και τα παράθυρα που δεν κατασκευάζονται πλέον την εποχή μας. Στην οροφή της μικρής εκκλησίας μέσα στο χωριό, έχουν βλαστήσει φυτά και επίσης βγαίνουν φυτά από τους τοίχους.

Εδώ τα χρώματα είναι λίγο διαφορετικά από τα χρώματα των σπιτιών στο Βαρώσι. Εδώ είναι ένα γκριζομπλέ με τους παλιούς κίτρινους τοίχους που έχουν χάσει το χρώμα τους και ξεθώριασαν. Όπως οι ξεθωριασμένες ελπίδες για ειρήνη και συμφιλίωση σε αυτό το νησί, χρειάζονται ανακαίνιση και ενέργεια για να τα ωθήσουν πίσω στη ζωή.

Πάμε πίσω από το σχολείο για να μας δείξει πού ήταν το πηγάδι.

Η Γύψου το 1974 ήταν ένα πρόχειρο «στρατόπεδο αιχμαλώτων» και ο μάρτυράς μας ήταν τότε 12 χρονών. Τους είχαν πάρει από ένα κοντινό χωριό, αιχμάλωτους, αυτόν και τον αδελφό του και τον πατέρα του. Η μητέρα του και οι αδελφές του και οι άλλοι του αδελφοί είχαν φύγει, αλλά αυτός είχε μείνει πίσω μαζί με τον πατέρα του και τον αδελφό του για να βοηθήσουν στα ζώα, πρόβατα και αγελάδες.

Τους είχαν πάρει στο κτήριο του σχολείου και εκεί υπήρχαν περισσότεροι από 500 Ελληνοκύπριοι.

Το σχολείο ήταν μικρό, πώς χωρούσαν εκεί;

«Οι γυναίκες και τα κορίτσια ήταν σε δύο σπίτια απέναντι από το σχολείο. Οι άνθρωποι ήταν σκορπισμένοι πίσω από το σχολείο, έξω στην αυλή.»

«Αυτούς που πέθαναν, τους έριξαν στο πηγάδι. Υπήρχαν δύο πηγάδια 50 μέτρα μακριά από το γήπεδο του σχολείου» εξηγεί.

«Το ένα πηγάδι δεν είχε νερό, το άλλο είχε. Έριξαν σε εκείνο το πηγάδι τουλάχιστον 10-15 Ελληνοκύπριους. Το είδα με τα μάτια μου, ήμουν παιδί, 12 χρονών.»

Μας εξηγεί ότι το γήπεδο έχει επεκταθεί. Η Αγγελική του λέει ότι μπορούν να βρουν τα πηγάδια από χάρτες και αεροφωτογραφίες από το 1974.

Καθόμαστε στη βροχή, στο αυτοκίνητο και κοιτάζουμε το σχολείο. Και μετά οδηγούμε στη βροχή για να πάμε αλλού και να συναντήσουμε ένα άλλο μάρτυρα.

Τον Ιανουάριο του 2009 είχα δείξει το μέρος αυτό στην Κυπριακή Διερευνητική Επιτροπή Αγνοουμένων και όταν επιστρέφω στη δουλειά, βρίσκω τις φωτογραφίες που έβγαλα εκείνη τη μέρα. Στις 20 Ιανουαρίου 2009 –πριν από ακριβώς 10 χρόνια– είχα πάει μαζί με τον Ανδρέα Σύζινο, του οποίου ο πατέρας ήταν το «τουρκόπουλο» – ο αγροφύλακας του χωριού. Ο πατέρας του ήταν «αγνοούμενος» και τα οστά του βρέθηκαν σε μαζικό τάφο 8 Ελληνοκυπρίων λίγο έξω από το χωριό Τζιάος. Τους είχαν πάρει αιχμάλωτους πολέμου στο γκαράζ Παυλίδη στη Λευκωσία όταν κάποιοι Τουρκοκύπριοι σταμάτησαν το λεωφορείο που τους μετάφερε ως «αντίποινα» για τις δολοφονίες της ΕΟΚΑ Β στα χωριά Μαράθα – Σανταλάρης – Αλόα, 126 Τουρκοκύπριων γυναικών και παιδιών. Ο Δημήτρης Σύζινος και αυτοί που έπιασαν μαζί του –παρόλο που ήταν αθώοι και δεν είχαν τίποτε να κάνουν με τις δολοφονίες και τους βιασμούς της ΕΟΚΑ Β στη Μαράθα– πλήρωσαν για τα εγκλήματα αυτά.

Έτσι είχαμε πάει στις 20 Ιανουαρίου 2009 μαζί με τον Σύζινο και κάποιους από τους συγχωριανούς του γύρω από τη Γύψου και οι ηλικιωμένοι που ήταν μαζί του και που ήταν αυτόπτες μάρτυρες μου είχαν δείξει τα πηγάδια και τα μέρη που είχαν δει να θάβονται άνθρωποι. Λίγο μετά πήγα ξανά στη Γύψου και είχα δείξει τις τοποθεσίες στους Τουρκοκύπριους ερευνητές της Κυπριακής Διερευνητικής Επιτροπής Αγνοουμένων. Όμως τίποτε δεν έγινε τα τελευταία 10 χρόνια και τώρα κοιτάζοντας τις φωτογραφίες και συγκρίνοντας τις φωτογραφίες αυτές με τη Sila Murat, τη νεαρή ερευνήτρια, ξαφνιαζόμαστε διότι είχαμε δείξει ακριβώς τα ίδια μέρη πριν από 10 χρόνια!

Βρήκα φωτογραφίες της αυλής ενός σπιτιού, ενός άλλου πηγαδιού αλλού στη Γύψου και ενός άλλου σημείου. Νομίζω ότι ο μάρτυρας ζει ακόμα, έτσι μπορώ να προσπαθήσω να τον πάρω ξανά σε αυτά τα μέρη. Και να δείξουμε ξανά και ξανά. Ακόμα και αν έχουν περάσει 10 χρόνια, συνεχίζουμε να προσπαθούμε. Και να προσπαθούμε. Και να προσπαθούμε.

Ένα άλλο άτομο που εργάζεται στη ΔΕΑ μου λέει ότι «Ξέρουμε για ένα πηγάδι εκεί αλλά τα άτομα που βρίσκονται στο πηγάδι είναι γνωστοί νεκροί.»

«Αυτό είναι πολύ τραγικό και λυπηρό» της λέω. «Πώς ξέρετε ότι δεν υπάρχουν αγνοούμενοι θαμμένοι σε εκείνο το πηγάδι; Δεν μπορούμε απλά να αφήσουμε τους ανθρώπους να σαπίσουν σε ένα πηγάδι αν ξέρουμε ότι είναι θαμμένοι εκεί. Αυτό θα ήταν απάνθρωπο.»

Η Κυπριακή Διερευνητική Επιτροπή Αγνοουμένων δεν έχει καθήκον να σκάψει για αυτούς που ονομάζονται «γνωστοί νεκροί», πράγμα που αποτελεί ακόμα ένα σκάνδαλο διότι ο Ντενκτάς και ο Κληρίδης είχαν ξεκαθαρίσει στις δηλώσεις τους κατά την ίδρυση της Κυπριακής Διερευνητικής Επιτροπής Αγνοουμένων ότι η επιτροπή αυτή θα έψαχνε για αγνοούμενους και γνωστούς νεκρούς. Οι ερμηνείες μπορούν να αλλάξουν, αλλά υπάρχει ο ισχυρισμός ότι η Τουρκία δεν θέλει να σκαφτούν τα μέρη με τους «γνωστούς νεκρούς». Δεν ξέρω αν αυτό είναι αλήθεια ή όχι. Δεν είναι δύσκολο να ξεκαθαριστεί αυτό αν οι δύο ηγέτες –Αναστασιάδης και Ακιντζί– «αναδιαμορφώσουν» ξεκάθαρα το καθήκον της ΔΕΑ. Θα τους έπαιρνε μόνο πέντε λεπτά. Πέντε λεπτά προς την ανθρωπιά. Όχι περισσότερα.

Λόγω αυτής της «ερμηνείας» για το πού μπορεί να σκάψει ή όχι η ΔΕΑ, οι Τουρκοκύπριοι που θάφτηκαν το 1974 σε ένα χωράφι στο Παραμάλι αφέθηκαν να σαπίσουν χωρίς ταφόπλακες και παρόλο που οι βρετανικές αρχές ζήτησαν από τη ΔΕΑ να κάνει κάτι, έχω ακούσει ότι αρνήθηκαν λέγοντας ότι δεν είναι στα καθήκοντά τους να σκάβουν για τους «γνωστούς νεκρούς». Περιστασιακά η ΔΕΑ σκάβει για γνωστούς νεκρούς – υποθέτω από σύμπτωση. Όμως αυτή είναι άλλη μια ανοιχτή πληγή της Κύπρου που πρέπει να αντιμετωπίσουμε και να επουλώσουμε. Είναι απάνθρωπο να χωρίζουμε τους «αγνοούμενους» σε διαφορετικές κατηγορίες, κι έτσι για κάποιους να γίνονται έρευνες και κάποιοι να αφήνονται να σαπίσουν.

Αν ο τόπος ταφής κάποιου δεν είναι γνωστός, είναι ξεκάθαρο ότι το άτομο αυτό είναι «αγνοούμενο».

Για μένα δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα όπως «γνωστός νεκρός» – αυτό νιώθω για το πηγάδι πίσω από το σχολείο όπου είχαν θαφτεί 10-15 ηλικιωμένοι Ελληνοκύπριοι.

Πρέπει να σταματήσουμε να παίζουμε με τις λέξεις σε βάρος των συγγενών και να δρούμε πιο ανθρώπινα και να κάνουμε ό,τι είναι δυνατό για να επουλώσουμε τις πληγές. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος προς το μέλλον, αν θα έχουμε κάποιο μέλλον σε αυτό το νησί.