Φόρμα αναζήτησης

Έλα παίξε ξανά εκείνο το τραγούδι κάτω από το μπαλκόνι

Ακόμα θυμάμαι εκείνον τον μεθυσμένο Ελληνοκύπριο αδελφό. Κοντά στα μεσάνυχτα ερχόταν παραπατώντας από την Πύλη της Κερύνειας. Ήταν οι μέρες που είχαν ανοίξει τα οδοφράγματα. Μια ανοιξιάτικη βραδιά. Εγώ καθόμουν στο μπαλκόνι. Το μπαλκόνι κοιτούσε προς το πάρκο και την πλατεία. Εκείνος ερχόταν περπατητός και τραγουδούσε στα ελληνικά και στα τουρκικά «Αμάν κουζούμ, αμάν γιαβρούμ…». Πρέπει να είχε πολύ κέφι. Απολάμβανε σχεδόν το γεγονός ότι τραγουδούσε μεγαλοφώνως τώρα στην κατεχόμενη περιοχή που ήταν απαγορευμένη γι’ αυτόν για πολλά χρόνια. Μου άρεσε πολύ αυτό. Υπήρχε σε αυτό μια μυρωδιά ελευθερίας, ανακούφισης, νέας ζωής. Ήταν ακριβώς όπως τα συναισθήματα που βίωσα στη Μόσχα στις αρχές της δεκαετίας του 1990 όταν έσπαζαν οι αλυσίδες. Περπατούσα μαζί με εκατοντάδες χιλιάδες στην οδό Γκόρκι. Ήταν μεγάλη ευτυχία να σπάζουν τα ταμπού. Να λες μεγαλοφώνως πράγματα που απαγορεύονταν για χρόνια, να φωνάζεις στις πλατείες συνθήματα που απαγορεύονταν. Προκαλούσε μεγάλο ενθουσιασμό να δείχνουμε σε όσους στέκονταν απέναντί μας σαν θεοί και έσβηναν τόσες ζωές με ένα τους νεύμα, ότι πλέον δεν τους φοβόμασταν και ότι ήταν απλώς ένα τίποτα. Αλλά αυτές ήταν οι πρώτες μέρες μιας κατάρρευσης και μιας αναγέννησης. Ύστερα ήταν άσχημα. Ο ενθουσιασμός εκείνων των ημερών αντικαταστάθηκε ύστερα από λύπες και θλίψη. Πέθαναν οι θεοί. Ήρθαν άλλοι θεοί.

Ιδού, τα ίδια συναισθήματα είχα όταν, καθισμένος στο μπαλκόνι κοντά τα μεσάνυχτα, άκουγα το τραγούδι του μεθυσμένου αδελφού Ελληνοκύπριου που ερχόταν από την πλατεία. Εκείνος φώναζε: «Αμάν κουζούμ, αμάν γιαβρούμ». Αρχίζαμε μιαν νέα ζωή; Οι Ατζάρ και Σεβτζιάν τραγουδούσαν ότι «Ήρθε πλέον ο καιρός». Η κυρία Χατιτζέ είχε ανοίξει διάπλατα τις πόρτες του ελληνοκυπριακού σπιτιού στο οποίο διέμενε στον Άγιο Σέργιο. Στο τραπέζι, ούζο, ζιβανία, φλαούνες, σουτζούκος, κιοφτέρι. Και αναμνήσεις που επανεμφανίζονταν. Και ένας άνδρας με άσπρα γένια που έβγαλε από το σεντούκι και παρέδωσε στους πραγματικούς ιδιοκτήτες του σπιτιού τις φωτογραφίες του γάμου τους που φύλαγε στο σπίτι λάφυρο για χρόνια. Αυτή πρέπει να ήταν μια επανάσταση. Πλέον τίποτε δεν πρέπει να ήταν όπως παλιά. Το γάβγισμα ενός σκυλιού με ξύπνησε από τα γλυκά όνειρα στα οποία βυθίστηκα στο μπαλκόνι. Αυτή δεν ήταν ένδειξη για καλό.

Πέρασαν άνετα όσοι περνούσαν από τον βορρά στον νότο. Άφοβα. Δεν θυμάμαι να έχει περάσει κανείς φοβούμενος ότι θα του συνέβαινε κάτι. Αλλά πάρα πολλοί που περνούσαν από τον νότο στον βορρά δεν ήταν σίγουροι γι’ αυτό. Τους είχαν τρομάξει όσα άκουγαν για χρόνια από την επίσημη προπαγάνδα. Κάποιοι Ελληνοκύπριοι, τους οποίους γνώρισα στον νότο στις αρχές της δεκαετίας του 1980, με είχαν ρωτήσει με έκπληξη όταν έμαθαν ότι ζούσα στην Αμμόχωστο τότε: «Δηλαδή περνάς από την Άσσια και δεν σου κάνουν τίποτα;» Δεν το χωρούσε ο νους τους πως μπορούσα να περνώ ελεύθερα από αυτή τη μεγάλη στρατιωτική περιοχή τα βράδια. Για χρόνια νόμιζαν ότι υπήρχαν παντού στρατιώτες με ξιφολόγχες σε κάθε γωνιά της κατεχόμενης περιοχής που ήταν κλεισμένη στον εαυτό της, ότι ζητούσαν ταυτότητα από όλους όσοι περνούσαν και συλλάμβαναν όποιον δεν τους άρεσε. Γι’ αυτό ήταν πολύ συγκρατημένοι καθώς περνούσαν στον βορρά μετά από χρόνια. Ύστερα άρχισαν να περνούν και όσοι είδαν ότι δεν πάθαιναν τίποτα όσοι περνούσαν. Αυξάνονταν συνεχώς. Και τώρα βλέπουμε ότι αυτοί που περνούν από τον νότο στον βορρά είναι διπλάσιοι από εκείνους που περνούν από τον βορρά στον νότο! Κάνουν λάθος όσοι νομίζουν ότι αυτό οφείλεται μόνο στη φθηνή βενζίνη κ.λπ. Συνήθισε αυτή τη ζωή, αυτό το σύστημα ο λαός. Εξοικειώθηκε. Αν εκλείψει η ουρά στα οδοφράγματα, δεν θα θέλει τίποτε άλλο. Δεν θα θέλει; Σίγουρα θα θέλει. Θα θέλει και το γκρέμισμα των τειχών. Και την επανένωση των δύο μισών. Θα θέλει και να γίνει η Κερύνεια η παλιά Κερύνεια, όπως εγώ. Αλλά αυτά είναι όνειρα για το πολύ μακρινό μέλλον. Πράγματα που κάνουν πάρα πολλούς να θεωρούν ότι θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν μετά από τον δικό τους θάνατο. Παρά ταύτα έμαθαν να είναι ρεαλιστές και να θέλουν το αδύνατο. Αυτό να κοιτάτε εσείς. Γι’ αυτό μου άρεσε εκείνος ο μεθυσμένος εκείνο το βράδυ. Είχε κέφι. Αλλά ήταν τόσο ρεαλιστής, που ήξερε ότι βρισκόταν μέσα σε κάτι αδύνατο. «Αμάν κουζούμ», έλεγε. Δεν έλεγε «λύση τώρα αμέσως».

Έτσι πέρασε μια ζωή. Η ζωή μας. Τα παιδιά που γεννήθηκαν το 1974 πάτησαν τα 45. Τα παιδιά που ήταν πέντε χρόνων το 1974 έγιναν 50 σήμερα. Μισός αιώνας. Ακόμα μουρμουρίζουμε: «Υπάρχουν ακόμα μέρες να δεις, μην νοιάζεσαι καρδιά, μην νοιάζεσαι». Πες μου αδελφέ. Πες εσύ. Έλα πες μου ξανά εκείνο το τραγούδι κάτω από το μπαλκόνι!

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.