Φόρμα αναζήτησης

Είτε εκεί θα ζεις είτε εδώ. Συγχρόνως δεν γίνεται

Η αλήθεια να λέγεται, βαρέθηκε σπίτι.

Μέχρι και στο στάτους του είχε σκεφτεί να το βάλει αλλά την ώρα που πήγε να το γράψει αποφάσισε πως δεν έπρεπε.

Δεν έπρεπε; Δεν ήταν σίγουρος. Έγραφαν, φίλοι και γνωστοί μα και άγνωστοί του ακόμα και άγνωστοι φίλοι –πού φτάσαμε, το σκεφτόταν συχνά αυτό, να έχουμε φίλους και να μην τους ξέρουμε!– έγραφαν λοιπόν για τους νοσοκόμους, τους γιατρούς, τους υπαλλήλους στα ταμεία των σουπερμάρκετ, για όλους τέλος πάντων όσοι δεν μπορούσαν να μείνουν σπίτι, όπως εκείνος.

Αν τον ένοιαζε; Σκέφτηκε λίγο και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μάλλον ήλπιζε ότι τον ένοιαζε. Γιατί όμως; Ίσως γιατί του είπαν πρόσφατα ότι του έλειπε η ενσυναίσθηση; Μπορεί. Δεν του άρεσε να νιώθει απ’ έξω.

Ενσυναίσθηση! Άλλο ένα, σκέφτηκε εκνευρισμένος, από τα πολλά απαιτούμενα της εποχής. Από αυτά που κανείς δεν έχει και όλοι έχουν μάθει να το ζητούν από τους άλλους. Έτσι δεν γίνεται με όλα πια; Τι βλακείες. Όμως αυτά –είπαμε– αυτά τα κρατούσε για τον ίδιο.

Το χειρότερο πράγμα με τη βαρεμάρα, σκέφτηκε μετά, είναι πως όταν βαριέσαι, βαριέσαι να κάνεις και τα πράγματα τα οποία, όταν δεν βαριέσαι, σε ευχαριστούν.

Έτσι δεν είναι; Έτσι πρέπει να είναι. Δεν ήθελε ούτε ταινία να δει, ούτε με φίλους να μιλήσει, ούτε να κοιμηθεί –πόσο άλλωστε;– ούτε να φάει.

Αυτό και αν το είχε παρακάνει και δεν έπρεπε γιατί ποιος ξέρει αν τα κλείσουν τελικά και δεν βρίσκει κανείς φαΐ, σκεφτόταν και αμέσως μετά, πάντα όμως, έλεγε στον εαυτό του –κάποτε γελώντας και κάποτε πέφτοντας στο κενό της απελπισίας του– ότι «και ανοιχτά να είναι, ποιος είναι σίγουρος ότι θα έχει λεφτά;».

Έτσι απλά βαριόταν. Όσα γούσταρε και όσα δεν γούσταρε. Αλλά αυτά δεν τα γούσταρε ούτως ή άλλως. Τηλεόραση; Τι να δει; Τα ίδια και τα ίδια. Σειρές; Ταινίες; Του άρεσαν αλλά άμα βαριέσαι, λέμε, όλα τα βαριέσαι.

Ούτε να γαμήσει δεν ήθελε πια. Και να ήθελε, ποιος τολμάει στις μέρες μας; Τόσα μηνύματα δεν έστειλε πριν βαρεθεί; Τίποτα. Προθυμία υπήρχε αλλά έφτανε πια ώς το τηλέφωνο. Εδώ τα ζευγάρια και όταν το κάνουν σκέφτονται πια πως ο ένας βγήκε το πρωί να πάει στον μπακάλη και στο φαρμακείο.

«Κι ο φόβος τους, δεν είναι καν το κέρατο», είχε πει εξηγώντας το σ’ έναν φίλο τις προάλλες. «Ο φόβος αυτού που μένει σπίτι δεν είναι μην έπαιξε κάνα στο όρθιο για να σπάσει λίγο η πλήξη, ξέρεις τώρα… είχε τεράστια ουρά στο σουπερμάρκετ, αγάπη. Ο φόβος των ανθρώπων είναι το χερούλι της πόρτας του φαρμακείου, ρε μαλάκα!»

Του το ‘πε και έσκασε στα γέλια. Ο φίλος του πήγε να γελάσει αλλά το ‘χασε κάπου. «Τι στο διάολο», σκέφτηκε. Ούτε να γελούν δεν θέλουν πια; Κι αυτό το βαριούνται; Το καλοσκέφτηκε μετά. Έσκασε. Ε μα ναι.

Παράξενο, συλλογίστηκε, όμως πρέπει να συμβαίνει και το εξής: οι άνθρωποι όταν βαριούνται, όταν βαριούνται πάρα πολύ, τόσο που δεν έχουν πια όρεξη να κάνουν αυτά που συνήθως γουστάρουν ακόμα και εκείνοι οι άνθρωποι που όταν δεν βαριούνται τόσο, μια χαρά άνθρωποι νομίζουν ότι είναι, οι άνθρωποι λοιπόν όταν τους βαρέσει η βαρεμάρα, το γυρνάνε σε πολύ παράξενα πράγματα.

Έτσι δεν είχε βρεθεί και εκείνος, σήμερα, με ένα από τα σκονισμένα κιβώτια του ερμαριού από το βοηθητικό δωμάτιο; «Των ξένων» επέμενε να το λέει η μάνα του και θύμωνε όταν τον άκουγε να λέει πως «το σπίτι κανονικούς και δεν έχει μετά τον χωρισμό, χώνεψέ το», γελώντας – και καθόταν που λέτε και το σκάλιζε από το πρωί.

Σε ένα κουτί, ένα ξύλινο βαρύ κουτί που έβγαλε από μέσα, ένα κουτί με την αναγραφή «Platinum» με γυαλιστερά ακόμη που του το είχε στείλει η τράπεζα με εκείνη την κάρτα τότε που τις μοίραζαν –μαζί κι ένα τρελό όριο που ούτε το θυμόταν πια– εκεί λοιπόν είχε φυλάξει στη μετακόμιση διάφορα.

Πέρα από την «Platinum Member» κάρτα με το λουράκι για τη βαλίτσα η οποία έμεινε άθικτη αφού δεν μπορούσε να καταλάβει πώς κάποιος με πολλά λεφτά ταξιδεύει τον κόσμο και το φωνάζει στη βαλίτσα του –πόσω μάλλον κάποιος που δεν τα είχε κιόλας πιο κάτω από το όριο της κάρτας που δεν ήταν και δικό του– πέρα από εκείνη, είχε φυλάξει κι άλλα διάφορα.

Αποκόμματα από κάρτες επιβίβασης –από την εποχή που δεν έκοβαν καν το στέλεχος– κάτι εισιτήρια γραμμένα στο χέρι –στο χέρι!– αλλά και κάτι κάρτες frequent flyer, πλαστικές όπως οι πιστωτικές. Εταιρείες που δεν υπήρχαν πια, ταξίδια που δεν θα ξανάκανε μάλλον, σκέφτηκε. Και ένιωσε έναν πόνο. Κάτι σαν νοσταλγία.

Μετά αποφάσισε ότι ήταν μιζέρια η οποία παρίστανε, λέει, τη νοσταλγία. Και να μην ήταν βόλευε καλύτερα για να τη διώξει. Έτσι και έκανε. Όπως οι άνθρωποι που δεν μπορούν να χορτάσουν τη ζωή διώχνουν, αργά ή γρήγορα, τους άλλους. Και μένουν μόνοι χωρίς να ξέρουν πώς τελικά θα έπρεπε να είναι η ζωή τους.

Αν πίστευε σε μεταφυσικά και τέτοιες βλακείες, αναλογίστηκε, το γεγονός ότι βρέθηκε από τύχη να σκαλίζει ένα κουτί που παρέπεμπε σε λεφτά. λεφτά που δεν είχε πια και δεν θα αποκτούσε ξανά –δικά του ή με πίστωση– και το οποίο κουτί έχει μέσα πράγματα από ταξίδια που δεν θα ξανάκανε –γιατί μάλλον δεν θα μπορούσε– κι όλα αυτά σε μια στιγμή που και να ήθελε και να μπορούσε είχαν κλείσει τα αεροδρόμια και τα λιμάνια, κάποιος από αυτούς λοιπόν που πιστεύουν τέτοια πράγματα ίσως και να πέρναγε μια-δυο μέρες ή και βδομάδες αναλύοντάς το ως κάτι «καρμικό» κι άλλες τέτοιες παπαριές.

Εκείνος απλά αφέθηκε, αφού δεν τον έβλεπε και κανείς, στις αναμνήσεις του για λίγη ώρα, πήρε και δυο τρία πράγματα από το κουτί και τα παράτησε στο γραφείο. Βγήκε στο μπαλκόνι και κοίταξε γύρω του. Η βροχή είχε σταματήσει. Μπήκε μέσα.

Πήρε ξανά τα πράγματα και τα έστησε στην άκρη του γραφείου του, μετρώντας προσεκτικά με το μάτι την απόσταση: μια τηλεκάρτα 20 μονάδων –late ‘90s– από το πιο αγαπημένο του, το Τελ Αβίβ, με ένα χέρι ζωγραφισμένο απάνω της στη μία άκρη να κρατά απαλά ένα άλλο στην άλλη. Έναν μαγνήτη για το ψυγείο φτιαγμένο από ψωμί, ναι μαύρο ψωμί από το Κίεβο. Και ένα διπλωμένο εισιτήριο της Air Zambia. Πετούσε κάποτε κάνοντας σταθμό από τη Λουσάκα στη Ρώμη όταν δεν πήγαιναν άλλες εταιρείες από δικά τους αεροδρόμια. Τρελή ιστορία!

Έπειτα, μάζεψε τον εαυτό του και εξήγησε αυστηρά πως οι αναμνήσεις και το παρελθόν είναι για ζουν μαζί σου. Όχι για να ζεις εσύ εκεί. Γιατί είτε εκεί θα ζεις, είτε εδώ. Συγχρόνως δεν γίνεται.

Κι όποιος το κάνει, λέει, λείπει από τη ζωή του. Και μίζερα τη βιώνει. Και αχόρταγα.

Του είπε ακόμα πως αν τον ρωτούσαν, θα απαντούσε ότι τα πράγματα τα διάλεξε τυχαία και ενδεικτικά, Είναι μέρος ενός και μόνο πράγματος. Για τον εαυτό του όμως κράτησε, κοινό μυστικό τους, το στοιχείο της απόστασης.

Τόσο μικρή και τόσο τεράστια. Και έτσι αλλά και αλλιώς όμως, πάντοτε σαφής.

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.