Φόρμα αναζήτησης

Είδατε παιδί πρεζέμπορα στην πρέζα; Και άλλες ιστορίες

Γεια σας και πάλι. Με πεθυμήσατε λίγο; Εγώ καθόλου.

Αλλά δεν θα σας το πω διότι στην εφημερίδα λένε πως δεν είναι πρέπον, ότι λίγοι και λίγες εκτιμούν αυτό το είδος του χιούμορ, ότι δεν υπάρχουν και τόσοι/τόσες στον #Pellotopos και ότι έτσι γίνομαι αντιεμπορικός.

Εγώ απαντώ ως εξής: Πρώτον, «Μα δεν είναι χιούμορ!». Οπότε, μου λένε τα γνωστά, «ου άτε ρε Κωστή, σταμάτα, κ.τλ». Δεύτερον, σε μια χώρα όπως τη δική μας σίγουρα δεν έχουν απήχηση αυτές οι προσεγγίσεις, ειδικά εάν σκεφτεί κανείς πως ο μέσος όρος μπορεί ανά πάσα στιγμή να βρεθεί πάνω από ένα κόκαλο σκυμμένος και δεν θα είναι σε παλαιοντολογικό μουσείο, διότι δεν διαθέτουμε τέτοιο. Δεν διαθέτουμε γενικώς.

Θα είναι κόκαλο… μαγικό.

Τώρα, ως προς την εμπορικότητα, υπάρχει ακόμη ευτυχώς αρκετός κόσμος που σκέφτεται. Άλλωστε, σε όλους εσάς απευθύνομαι. Κόσμος όλων των ηλικιακών, μορφωτικών, γεωγραφικών, εισοδηματικών και άλλων κατηγοριών, ο οποίος απλώς αρνείται να αναμασά νυχθημερόν τα όποια παραμύθια και κάνει το απλό, αν και σπάνια στον τόπο μας πια: σκέφτεται.

Δεν είναι εύκολος κόσμος αυτός. Για αυτό με αφορά. Τον υπόλοιπο χεσμένο τον έχω. Άστε που υπάρχει και ακόμη περισσότερος κόσμος που δεν σκέφτεται. Αλλά νευριάζει. Οι καλύτεροι πελάτες! Κάνουν κλικ, κάνουν και share ακόμα, για να με καταγγείλουν επειδή λέω μια άποψη που δεν τους αρέσει ή καλύτερα, επειδή λέω κάτι το οποίο καταλήγει σε κάποιο από τα εκ γενετής καμένα κυκλώματα ουκ ολίγων σ’ αυτήν τη χώρα.

Και υπάρχουν πολλά τέτοια, σε αμέτρητα μυαλά. Γράφω, ας πούμε, σήμερα για το αγαπημένο των ημερών της απουσίας μου. Μπήκε ο 16χρονος στο δημοτικό της Λύσης, κατέβασε την τουρκική σημαία και έκλεψε, λέει, μια φωτογραφία του Ραούφ Ντενκτάς.

Οι γονείς του, παρενθετικά, θα πρέπει να το κοιτάξουν – εάν γνώριζε ποιος είναι ο Ντενκτάς- που δεν είμαι και βέβαιος. Εάν δεν γνώριζε; Θα πρέπει να το κοιτάξουν διπλά. Σ’ αυτήν την ηλικία, να κλέψει καμιά φωτογραφία με κάνα κώλο, μάνα μου… Σόρι κιόλας. Αλλά, τον Ντενκτάς;

Τέλος πάντων, η σημαία επιστράφηκε και το παιδί έστειλε επιστολή και ζήτησε συγνώμη για την πράξη του, η οποία πράξη, όντως, απείλησε τις προσπάθειες χρόνων ολόκληρων των προσφύγων της Λύσης. Κι αυτό το τελευταίο, προς μεγάλη ικανοποίηση όσων διχοτομιστών άσσων στις ριπές πίσω από το πληκτρολόγιο- έσπευσαν να δουν στο πρόσωπό του τον νέο… Γλέζο λέει!

Όπως και οι κανονικοί πρεζέμπορες, έτσι κι αυτοί, δίνουν πρέζα στα παιδιά των άλλων, ποτέ στα δικά τους. Τα «μπράβο!», τα «είσαι λεβέντης!» και όλα τα άλλα, τα εθιστικά για τα παιδιά της ηλικίας αυτής, έπεφταν βροχή. Όπως φυσικά έπεσαν και τα μπινελίκια όταν έγραψα στο fb το πιο κάτω, σχολιάζοντας όλους αυτούς τους γελοίους.

««Λεβέντες», έννεν τούτοι που κατεβάζουν σημαίες, ρε αμπάλατοι. Εν τζείνοι που επκιερώσαν τα κατορθώματά σας το ‘74 -τα κατορθώματά σας του ‘63 τζαι του ‘74- τζαι ούτε μια σούβλα ή ένα ματς εν εθυσιάσετε για να μάθετε πως τους ελαλούσαν έστω. Χτηνά. Εν οι μανάες τους που, αν επρολάβαν, επιάσαν τους κάτι δεκατίες μετά μες τις κασιούες την ώρα που εσείς απλώνατε ζάμπα στον Πρωταρά».

Για να συμπληρώσω: «Έν οι γαινέτζιες τους που εμεγαλώσαν κοπελλούθκια χωρίς να τις αρωτήσετε πώς. Λεβέντες εν τζαι τζείνοι τζαι τζείνες ποτζεί, ναι, οι αντίστοιχοι, που επκιερώσαν τα κατορθώματά σας χωρίς να φταίν’ σε κάτι. Τούτοι ούλλοι εν λεβέντες. Τζαι εσείς είσαστεν απλά για καβλιές. Να τα ξεχωρίζουμεν τουλάχιστον».

Οι πρεζέμπορες, είναι οι ίδιοι τύποι οι οποίοι εάν ένας Τουρκοκύπριος 16χρονος μετά από μια εκδήλωση λ.χ. για τα (όλα πλην ενός) παιδιά του δημοτικού στη Μάραθα τα οποία δολοφονήθηκαν εν ψυχρώ από τους (γνωστούς και ατιμώρητους ακόμα) ΕΟΚΑΒήτες σε ένα σύνολο 126 αμάχων, εάν λοιπόν αυτός ερχόταν και κατέβαζε την ελληνική σημαία από το μνημείο της ντροπής για τον Γρίβα στη Λεμεσό, θα φώναζαν και θα σκίζονταν.

Είναι το κατεστημένο που πουλάει την πατριωτική -και όχι μόνο- πρέζα στα παιδιά του κοσμάκη και διαιωνίζει έτσι εύκολα και απλά, καριέρες και περιουσίες ολάκερες τις οποίες έστησε ή και στήνει ακόμα και τις οποίες συντηρεί. Στην υγεία των αμέτρητων ηλιθίων γύρω μας. Όλων αυτών που ξεχύνονται πρόθυμα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να σεκοντάρουν το κατεστημένο των απατεώνων με τους γνωστούς δεκάρικους πατριωτισμού και μαγκιές εκ του ασφαλούς.

Όλων αυτών που το IQ τους -εκ φύσεως ή εξ επιλογής και μετά από μεγάλη προσπάθεια- φτάνει ακόμα και μετά από δύο διπλώματα ως τη μετεγγραφή της ομάδας, το ποιος εν ο μάστρος της σούβλας στην παρέα, το κουτσομπολιό «τζαι είπεν μου… τζαι λαλώ της… μα, εκατάλαβες κόρη;!» ως τρόπο ζωής, την άποψη του πάτερ (άκλιτο) για το λάδι στη νηστεία (διατροφικά) ή τις αυστηρές συστάσεις στη μαυρού για να καθαρίζει πιο καλά.

Ενδιαφέρουσα, δε, θα ήταν η εξής υπόθεση: Σκεφτείτε έναν από αυτούς τους γκράντε πατριώτες, έναν «επώνυμο» ας πούμε, να πήγαινε απέναντι για πρώτη φορά και να κατέληγε στη φυλακή, διότι παρέσυρε με το αυτοκίνητό του και σκότωσε έναν ανάπηρο, ο οποίος θα μάθαιναν οι υπόλοιποι ότι ήταν έποικος. Σκεφτείτε λίγο τι θα ακολουθούσε καθώς ο ήρως θα «συλλαμβανόταν» (sic) και θα οδηγείτο από την «αστυνομία» στα μπουντρούμια. Χωρίς εισαγωγικά. Μόνο το «φυλακές» τα θέλει, για να μην καμφθεί το φρόνημα.

Ή να συνέβαινε το ίδιο στον νότο με έναν οδηγό Τουρκοκύπριο και με το θύμα Ελληνοκύπριο, συγγενή κάποιου από αυτούς κιόλας. Φαντάζεστε; «Ευτυχώς» δεν συνέβη. Αλλά συνέβη. Και έτσι, επειδή θύμα και οδηγός ήταν Ελληνοκύπριοι, την επόμενη μέρα αμέτρητα πεζοδρόμια και οι ράμπες ανάπηρων ήταν γεμάτα με αυτοκίνητα των χτηνών, γεμάτα όμως. Μέχρι και βαν! Έκανα βόλτες στους κυριλέ γείτονές μου στον Άγιο Ανδρέα, στον Άγιο Αντώνιο, στο κέντρο, στην Αγλαντζιά, στη Λακατάμεια -την ώρα του ματς- και αλλού. Σαν να το έκαναν επίτηδες!

Δεν ξέρω, λοιπόν, εάν εσείς θα νιώθατε άνετα να σας διάβαζαν τέτοια -και άλλα- χτηνά. Εγώ δεν μπορώ να τους το απαγορεύσω, καλό κάνει και στην κίνηση της στήλης, αλλά αρνούμαι να απευθύνομαι σε αυτούς και στα πλήθη τους, παρότι μιλώ και με τα σκυλιά μου και λέω και καμιά καλή κουβέντα στα γατιά της γειτονιάς. Συνήθως, το «μα πού είσαι ρε μιτσή;». Αυτούς τους βρίσκω τόσο αμπάλατους, υποκριτές και ανάξιους λόγου που απλώς… δεν.

Εσείς που δεν θυμώνετε, ξέρετε πως δεν αφορά εσάς. Αλλά δυστυχώς, δεν έχω την πολυτέλεια να διαλέγω απόλυτα το κοινό μου. Διαβάζουν και αυτοί. Και δεν με αφήνουν να πεθυμήσω γενικώς!