Φόρμα αναζήτησης

Εφαρμογή διατάγματος παράδοσης ανηλίκων στον ένα γονέα

Σε περιπτώσεις όπου εκδοθέντα από το Δικαστήριο διατάγματα προσωρινής ή τελικής μορφής τυγχάνουν ανυπακοής από ένα εκ των δύο διαδίκων παρέχεται το δικαίωμα στον έτερο διάδικο να προχωρήσει σε καταχώριση αίτησης διά της οποίας να ζητά τη φυλάκιση του ανυπάκουου διαδίκου.

Το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60) περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τη χορήγηση της επίδικης θεραπείας. Στην Antonis Mouzouris and Another v. Xylophagoy Plantations Ltd. (1997) 1 CLR 287, έγινε αναφορά για την διαδικασία διαπίστωσης της ευθύνης του διάδικου που φαίνεται να προέβη σε παρακοή διατάγματος. Η εν λόγω διαδικασία είναι ιδιόμορφη, αφού η παρακοή διατάγματος, αν και εντάσσεται στο πεδίο της αστικής δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου, οιονεί ποινική διαδικασία και ως τέτοια που είναι, τυγχάνουν εφαρμογής οι αποδεικτικοί κανόνες ποινικής διαδικασίας. Αυτό γιατί οι ποινές, όπως και στην ποινική διαδικασία, έχουν σκοπό τον παραδειγματισμό του παραβάτη. Με άλλα λόγια, οι συνέπιες καταδίκης σε παρακοή ισούνται με κυρώσεις ποινικού δικαστηρίου.

Στην Krashias Shoe Factory v. Adidas (1989) 1 AAΔ 750, γίνεται αναφορά στο άρθρο 42, όπου εξηγείται ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία κατά την άσκηση της εξουσίας του να επιβάλλει τιμωριτικές ποινές στους καταφρονούντες των διαταγμάτων του. Αντίστοιχη προσέγγιση υπήρξε και στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου v. Σιδερά (1993) 1 ΑΑΔ 309, σε διαδικασία που αφορούσε καταφρόνηση διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου.

Για να στοιχειοθετηθεί όμως κατηγορία για παρακοή διατάγματος, είναι προϋπόθεση ότι η επίδοση του οπισθογραφημένου διατάγματος προηγείται της πράξης της παρακοής που παραπονείται ο αιτητής.

Η αίτηση παρακοής, όπως προαναφέρθηκε,  αποβλέπει στην τιμωρία του παραβάτη και το βάρος απόδειξης δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από αυτό που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Σημειώνεται ότι για να στοιχειοθετηθεί καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί πρόθεση για ανυπακοή του διατάγματος, ως επίσης και πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος.

Ως προς την αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, γίνεται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις.

Η εξουσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου σε τέτοιου είδους αιτήσεις πηγάζει από το άρθρο 16(1) του Ν. 23/90.

Ο εναγόμενος – Καθ’ ου η αίτηση, μπορεί να καταχωρήσει ένσταση στο δικαστήριο και να προβάλει τους δικούς του ισχυρισμούς. Τέτοιοι ισχυρισμοί δυνατό να έχουν επιτυχή κατάληξη αν αφορούν απουσία πρόθεσης παρακοής διατάγματος, εάν το ανήλικο τέκνο βρίσκεται σε ώριμη ηλικία και δεν επιθυμεί να έχει επικοινωνία ως ορίζεται από το διάταγμα, εάν υπάρχουν ψευδείς ισχυρισμοί ή αν τα στοιχεία δεν υφίστανται όσο αφορά την παραβίαση του διατάγματος. Νοείται ότι αποτελεί υπεράσπιση αν το διάταγμα είναι αναγνωριστικό και όχι επιβλητό.

Είναι εν τοις πάση γνωστό ότι οι δικαστικές διαδικασίες είναι χρονοβόρες. Τέτοιες υποθέσεις όμως θα έπρεπε να διαφοροποιούνται, αφού θίγονται τα συμφέροντα ανήλικων παιδιών και καταρρακώνεται η σχέση των παιδιών με την μητέρα ή τον πατέρα τους. Περαιτέρω, το Γραφείο Ευημερίας έχει σημαντικό ρόλο να διαδραματίσει και η επέμβαση του πρέπει να είναι άμεση σε τέτοιο βαθμό που να μπορεί να συμβάλει ακόμα και στην εκτέλεση του εν ισχύ διατάγματος με την βοήθεια βέβαια και της αστυνομίας.

Της Μαρίας Θ. Αθανασίου (Δικηγόρος)