Φόρμα αναζήτησης

Δεκαπέντε χρόνια μετά. Απελπισμένοι υπηρέτες αυτών που μας αξίζουν

Το σχέδιο Ανάν ανήκει πια στην Ιστορία. Κι όσο κι αν τα δεκαπέντε χρόνια που πέρασαν, χθες, από την επέτειο του Δημοψηφίσματος ακούγονται πολλά αλλά δεν φαίνονται τόσα, η χρονική απόσταση από εκείνες τις μέρες ειδικά με τα όσα μεσολάβησαν έχει αρχίσει νομίζω να γίνεται αισθητή. Άλλος καιρός πια.

Τα όσα περάσαμε… Κι αυτό ακούγεται κάπως. Και σίγουρα δεν ανταποκρίνεται στις «καλύτερες μέρες» που οι πρωταγωνιστές εκείνων των ημερών, ο Τάσσος Παπαδόπουλος αλλά και ο Δημήτρης Χριστόφιας μας είχαν υποσχεθεί ότι θα έρχονταν παρακάτω, εάν ψηφίζαμε «Όχι». Κάθε άλλο.

Ο πρώτος δεν έζησε για να ακούσει πώς τα κατορθώματά του στην ιστορία του Μιλόσεβιτς θα έκριναν την τύχη του λαού του στο κρίσιμο εκείνο βράδυ του κουρέματος…

… ο δε δεύτερος ο οποίος οδήγησε το κόμμα του στην ιστορική κωλοτούμπα της Μεγάλης Παρασκευής για να κρατήσει τις καρέκλες στο Υπουργικό του Τάσσου, ανίδεος να χειριστεί τη φούσκα της οικονομίας και μονίμως σε ένα παράλληλο σύμπαν, μας οδήγησε εκεί που μας οδήγησε. Διαδεχόμενος τον Τάσσο στην προεδρία.

Το σχέδιο Ανάν δεν ήταν τέλειο. Ήταν ένας συμβιβασμός (σ.σ. χάσαμε κι έναν πόλεμο αλλά ποιος το κατάλαβε;) ο οποίος, όπως και όλοι οι προηγούμενοι που απορρίψαμε, σήμερα φαίνεται ακατόρθωτος. Η Μόρφου αλλά και άλλες περιοχές από το 8% της συνολικής έκτασης που θα μας είχε ήδη επιστραφεί δεν συζητιούνται πια…

… ενώ οι 45.000 έποικοι που παρά την άρνησή του –σε ένα από τα αμέτρητα ψέματα που ειπώθηκαν- είχε αποδεχτεί ο Παπαδόπουλος μοιάζουν όνειρο απατηλό μπροστά στη διόγκωση του αριθμού και στην οικονομική -και μέσω της την απόλυτη πλέον- κυριαρχία της Άγκυρας στον Βορρά.

Καμιά καλύτερη μέρα δεν ήρθε. Ελπίζω να μην το συζητάμε κιόλας…! Κάθε μία που πέρασε, από την προτελευταία εκείνη των πολλών Χαμένων Ευκαιριών, ήταν χειρότερη από την προηγούμενη και παγίωσε περισσότερο τις πικρές πραγματικότητες συνεπεία των αδιεξόδων επί του εδάφους.

Ο Βορράς είναι στο πλήρες έλεος πλέον της Τουρκίας και οι Τουρκοκύπριοι βλέπουν το μέλλον και τις πιθανότητες επιβίωσης του στοιχείου τους χειρότερες από ποτέ, ο δε Νότος είναι ένα -ακυβέρνητο πια- πειρατικό κουστουμάτων μαφιόζων, εγχώριων και ξένων, οι οποίοι μαζί με το εκκλησιαστικό παρακράτος κλέβουν και ράβουν, χωρίς καμία συνοχή κιόλας πια.

Απλώς αρπάζουν ό,τι μπορούν.

Ο δε κόσμος στον Νότο έχει πια καταλάβει ότι δεν υπάρχει μέλλον, σε μια κοινωνία η οποία αποσυντίθεται μέρα με τη μέρα και πέρα από την ελπίδα για ένα ανεκτό τουλάχιστον αύριο, έχει αρχίσει να χάνει και τα λογικά της. Και ξεφεύγει. Μισώντας και τον ίδιο της τον εαυτό.

Το σχέδιο Ανάν με τις ατέλειές του ήταν μια ευκαιρία για να σπάσει το αδιέξοδο ή καλύτερα να ανακοπεί η πορεία στο πουθενά, σ’ ένα νησί το οποίο νόμισε και νομίζει ότι μπορεί να ζει μοιρασμένο και να συντηρεί αυτή την κατάσταση που υπάρχει εδώ και δεν βαριέσαι, αρκεί να μην αντιμετωπίσει τις φοβίες που εργολαβικά του καλλιέργησαν και του καλλιεργούν όλοι αυτοί που φρόντισαν τότε να κλοτσήσει και εκείνη την ευκαιρία.

Και εκείνοι που τότε του έλεγαν άλλα. Και το έκαναν αργότερα, Πρόεδρε.

Ήταν η ευκαιρία να πάρουμε, εάν το θέλαμε, το μέλλον μας ξανά στα δικά μας χέρια και να διαχειριστούμε την τύχη μας αντί να το αφήναμε στα κατεστημένα που η εισβολή δημιούργησε ή συντήρησε αναλόγως και στα συμφέροντα και τον πλούτο που αυτά τα κατεστημένα συσσώρευσαν συνεπεία της εισβολής. Αυτά που κλοτσούν κάθε ευκαιρία για λύση.

Αντί αυτού, οι περισσότεροι κλείστηκαν στο καβούκι τους και έχαψαν αμάσητο το θεατρινίστικο εκείνο παραλήρημα αλά Μάρθα Βούρτση του Τάσσου, το κλάμα και τις υπόλοιπες γελοιότητες για τις «καλύτερες μέρες», μαζί και την ψευδαίσθηση ότι όταν έμπαινε το μισό νησί στην ΕΕ θα γινόμασταν περίπου μια υπερδύναμη με τα βέτο μας!

Το ιστορικό «Όχι» (σ.σ. ιστορικό ήταν, η λέξη δεν είναι απαραίτητα καλή όμως) πέρασε, γιορτάστηκε και επιβλήθηκε ως δόγμα η αμφισβήτηση του οποίου από δημοκρατικό δικαίωμα έγινε πράξη προδοσίας και από τότε, δεκαπέντε χρόνια μετά, κανείς δεν τολμά να κάνει την ελάχιστη αυτοκριτική για όσα ξεκάθαρα χάσαμε.

Ο αντίλογος είναι μια… υπόθεση. Το What If, των Εγγλέζων. Τι θα γινόταν εάν η Τουρκία δεν συμμορφωνόταν, εάν αυτό, εάν εκείνο. Τα όσα χάσαμε όμως, είναι δεδομένα, δεν είναι υποθέσεις. Και δεν μπορεί κανείς να τα βάζει απέναντι στη ζυγαριά. Μπορεί. Αλλά δεν πρέπει εάν θέλει να θεωρείται σοβαρός.

Δεκαπέντε χρόνια μετά, καταλαβαίνουμε πως το «Όχι» ήταν και «Ναι».

Ήταν η δεσμευτική συγκατάθεσή μας στη διαιώνιση μιας κατάστασης πραγμάτων η οποίο μας κρατά υπόδουλους σε χέρια βρόμικα, «δικά μας», μέσα στην ίδια μας τη χώρα στο καράβι που πηγαίνει από φουρτούνα σε φουρτούνα και από ναυάγιο σε ναυάγιο.

Και εκτεθειμένους σε εξωτερικούς κινδύνους που απειλούν και τη συνέχεια της δικής μας παρουσίας εδώ μακροπρόθεσμα. Εν μέσω φαντασιώσεων, τώρα σε μορφή αερίων κιόλας.

Ήταν αυτό που μας άξιζε και που θα έπρεπε να περιμένουμε ως απόφαση. Αυτό μπορούσαμε, αυτό ψηφίσαμε. Ας ζήσουμε τώρα και με τις υπόλοιπες συνέπειες, αντί να θρηνούμε τα όσα χάσαμε. Διότι η μία συνέπεια φέρνει και την άλλη.

Μέχρι να κλοτσήσουμε και την επόμενη ευκαιρία.

Παρήγορο; Μπορεί να μην έρθει καθόλου. Κάτι, σίγουρα, είναι και αυτό!