Φόρμα αναζήτησης

Άσπρα απλώνονταν. Δεν θέλετε. Όμως τα θυμάστε…

Άσπρα απλώνονταν. Θυμάστε; Είναι μια εικόνα που δεν μπόρεσα να τη βγάλω από το μυαλό μου ποτέ.

Ξέρετε πώς είναι αυτές οι εικόνες. Σου χαράζουν τόσο βίαια το μυαλό που όσες στρώσεις κι αν προσθέσεις – εσύ, ο χρόνος, τα γεγονότα, η μνήμη σου που ξεθωριάζει και όταν την ανακαλείς απομένει να σε κοιτάζει σαν ταλαίπωρο γαϊδούρι στη Σαντορίνη που σε εκλιπαρεί περιμένοντας την επόμενη φουρνιά των αδιάφορων τουριστών σαν να σου φωνάζει «βοήθα με δεν σηκώνω άλλο»- όσα λοιπόν κι αν απλωθούν ξανά και ξανά, αργά ή γρήγορα ξεπλένονται. Και χάνονται.

Και εσύ, στο ίδιο μέρος, σε άλλο χρόνο και σε δεύτερο και σε τρίτο και σε κάθε χρόνο και στιγμή, κοιτάζεις την ίδια εικόνα, χρόνια μετά. Εσύ δεν βλέπεις αυτό που βλέπουν οι άλλοι. Βλέπεις εκείνη την εικόνα, τίποτα άλλο πια. Το τότε. Όχι το σήμερα.

Για αυτές τις εικόνες μιλάω. Όχι εκείνες. Αυτές. Εκείνες είναι οι άλλες, που σβήνουν σε κάποια επόμενη πινελιά του χρόνου. Αυτές δεν αλλάζουν.

Ο λόφος είναι στο έβγα της πόλης προς το βουνό. Στην άκρη του σε μια στροφή απλώνεται μια πεδιάδα, σχεδόν εντυπωσιακή αν δεν την έχεις ξαναδεί. Μεγάλη τέλος πάντων.

Χθες ήταν πράσινη. Ο ήλιος φλέρταρε την πρόσκαιρη ομορφιά της -τα χόρτα και με τα αμέτρητα λουλούδια, τα ανυποψίαστα για το θάνατό τους που θα έρθει τόσο σύντομα και ξαφνικά σ’ αυτή τη γη, όπως πάντα, με τις πρώτες ζέστες- και άπλωνε τη γαλήνη του πρασίνου της παντού.

Όμως, ούτε κι αυτή η ομορφιά μπορούσε να αλλάξει τη δική μου εικόνα, το δικό μου κάμπο, αυτόν που δεν μπόρεσα να βγάλω από τη μνήμη μου όλα αυτά τα χρόνια. Έναν κάμπο στο έλεος του καλοκαιριού.

Άνυδρο. Ξεραμένο. Να έχει ήδη καταπιεί ως και το τελευταίο από τα χόρτα και τα λουλούδια του προηγούμενου χειμώνα. Μαζί και ό,τι μαρτυρούσε ομορφιά. Έναν κάμπο όπου ακόμα και το γνώριμο εκείνο κίτρινο της ξεραΐλας που θερίζει τα καλοκαίρια μας το κάλυπταν λευκά πανιά. Σημάδι ίσως της παράδοσής της φύσης στους απρόσμενους επισκέπτες της χρονιάς εκείνης.

Πανιά στημένα σε ξύλα και σχοινιά που έφτιαχναν πανομοιότυπα τσαντίρια, παρατεταγμένα με μια εφιαλτική ακρίβεια σε ουρές ατέλειωτες σαν κάποιος να ήθελε να πει στους επισκέπτες ότι θα έμεναν εκεί για καιρό πολύ.

Κι ας νόμιζαν εκείνοι, ότι θα έφευγαν όπου να ‘σαι. Δεν είναι αύριο, είναι τον άλλο μήνα. Σε τρεις μήνες από σήμερα. Για αυτό δεν κρατιόμαστε; Του χρόνου έστω! Ε, σίγουρα. Του χρόνου τέτοια μέρα θα είμαστε σπίτι μας!

Τα θυμάστε τα τσαντίρια; Θυμάστε και εσείς, όσοι και όσες τα ζήσατε, κάποιον από τους τσαντιρόκαμπους; Πώς δεν θυμάστε. Ας τα βάλουμε κάτω λοιπόν.

Εγώ, ας πούμε, θυμάμαι πως και εμείς οι «τυχεροί», εμείς που τα χάσαμε όλα μεν αλλά δεν χρειάστηκε να ψηθούμε τα καλοκαίρια και να ξεπαγιάσουμε τους χειμώνες εκεί, εμείς που μπορέσαμε να έχουμε μια στέγη κανονική να μας φιλοξενήσει, εμείς που ευτυχήσαμε να δούμε τον δικό μας αγνοούμενο να γυρίζει, παγώναμε κάθε φορά που κόβαμε εκείνη τη στροφή στο Λόφο.

Θυμάμαι πώς σκοτείνιαζαν τα πρόσωπα της μάνας μου και του πατέρα μου. Πώς πάσχιζαν μαζί με τους άλλους μεγάλους να διαχειριστούν τη συλλογική ενοχή των χρόνων εκείνων, την τόσο παράλογη ενοχή για όσους δεν έφταιγαν.

Το πώς και εμείς, παιδιά ακόμα, νιώθαμε πόσο τους τσάκιζε η ανημποριά τους να κάνουν κάτι για να διώξουν το λίβα της δυστυχίας που φυσούσε μέρα και νύχτα, καλοκαίρια μα και στο καταχείμωνο πια -ο λίβας!- πάνω στις ζωές όλων μας.

Σας ρωτάω λοιπόν ξανά: τα θυμάστε τα τσαντίρια; Μην κάνετε ότι δεν ακούτε. Φυσικά και τα θυμάστε. Φυσικά και στοιχειώνουν και βράδια δικά σας οι κάμποι με τις πεταμένες ζωές, οι μέρες εκείνες, το άσπρο που κάλυπτε χιλιάδες ζωές ρημαγμένες και έβγαζε τόση δυστυχία – το άσπρο!

Θυμάστε. Όπως και το πάλεμα των ανθρώπων που έμοιαζαν μυρμήγκια από εκεί πάνω, να πιαστούν από κάπου. Πολλοί και πολλές ήσασταν άλλωστε εκεί. Μέσα ζούσατε, όχι έξω σαν εμάς τους «τυχερούς» των διωγμένων.

Ίσως και εσείς να το ζήσατε στο πετσί σας όταν σας ξεχώριζαν μετά στο σχολείο, όταν σας έδιναν στα κρυφά -εάν ήταν διακριτικές οι δασκάλες- παπούτσια φορεμένα που έφερναν όσες άλλες μανάδες είχαν την προαίρεση «για τα μωρά». Τα μωρά των τσαντιριών.

Ή και τα μωρά των εγκλωβισμένων που αποκτούσαν κι αυτά μια στέγη για να ζήσουν μακριά από τη μάνα και τον πατέρα τους. Ίσως και εσείς να είχατε στην τάξη έναν Γ. και μια Γ.

Τους θυμάμαι ακόμα που είχαν έρθει, αδέρφια από το Καρπάσι. Και δεν είχαν καν παπούτσια για να φορέσουν.

Δεν μπορεί να μην τα θυμάστε τα τσαντίρια. Ειδικά όταν σήμερα φτάνουν άλλοι διωγμένοι και κάποιοι, ίσως και κάποιοι από εμάς, ξεσηκώνονται για να μην τους βάλουν να ζήσουν ούτε καν κοντά τους, όπως έγινε (και) στην Αγλαντζιά.

Και εσείς οι υπόλοιποι, δεν μπορεί να το βλέπετε -κι αυτό- απαθείς! Δεν μπορεί να γίναμε έτσι πια, ρε γαμώτο. Και όσοι και όσες δεν γίναμε αλλά σιωπούμε, να μην γελιέστε καθόλου. Χειρότεροι από αυτούς που έγιναν είμαστε.

Πολύ χειρότεροι.

Πάνω στη δική μας σιωπή απλώνεται και πάλι ο λίβας. Χωρίς αυτήν δεν θα ζούσε. Ο λίβας της απανθρωπιάς, που ξεχύνεται και καίει ό,τι κατάφερε να φυτρώσει έκτοτε σ’ αυτή την άγρια γη: λουλούδια κι αγριόχορτα κι ό,τι άλλο απέμεινε να μαρτυράει μια ομορφιά στην ασχήμια μας.

Στην ξεραΐλα της ψυχής μας. Και στα ατέλειωτα καλοκαίρια που δεν αξιώνονται ποτέ να τα γεννήσει μια άνοιξη, όπως αλλού. Παρά μόνο να τα αποβάλει νεκρά και άψυχα η παγωμένη υγρασία του χειμώνα.

Ίσως τελικά, γιατί δεν την αξίζει κανείς και καμία μας την άνοιξη. Ίσως να είναι αυτή, ξέρετε, που θάβει την ομορφιά που αντίκρισα χθες πριν χαθώ στη δική μου χαρακιά. Να πνίγει μια νύχτα χόρτα και λουλούδια, να τα θάβει και να χάνεται. Όσο πιο μακριά κι όσο πιο γρήγορα μπορεί.

Για να μην τη μολύνει η απαθής μας αγριότητα Η αδιάφορη. Η αμίλητη. Το τίποτα που είμαστε. Αυτό που μάλλον μας αξίζει γιατί εμείς το επιλέγουμε, κάθε ώρα και στιγμή.

Τα θυμάστε, λοιπόν, τα τσαντίρια. Απλώς δεν θέλετε να τα θυμάστε.

Όποιος όμως θέλει να ελπίζει σε κάτι ακόμα, τα τσαντίρια πρέπει να θυμάται. Με τη βάρβαρη τους αθωότητα και το δυστυχισμένο εκείνο άσπρο που αφήσαμε πίσω μας.

Μέχρι που το κατάπιε η λήθη. Μαζί με τη συνείδηση μας.

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.