Φόρμα αναζήτησης

Απορία μαθητή καθήμενου…

Η καρέκλα είναι βαριά. Βαραίνει από τη χρήση, βαραίνει από τις ευθύνες, βαραίνει από τη σημασία που έχουν οι αποφάσεις που παίρνει αυτός που κάθεται στην καρέκλα.

Στην προκειμένη περίπτωση ο Θανάσης καθόταν στην καρέκλα του στο βάθος της τάξης και κτυπούσε μηχανικά το στυλό του στο τετράδιο και σε μια τρίτη ή τέταρτη ακουστική παράλληλο περνούσε από τα αφτιά του η ομοιοκαταληξία του Ερωτόκριτου και τα επιχειρήματα της Αρετούσας για την ατελείωτη αγάπη της. Σε πρώτη ακουστική παράλληλο βρισκόταν το κτύπημα του στυλό και στην υπόκωφη δεύτερη το τρίξιμο από την καρέκλα του. Σε κάθε ανάσα και γκρίνιασμα, σε κάθε γράψιμο και ήχος. Εκεί λοιπόν στο τελικό ν λίγο πριν τη ζωγραφιά από αίμα του Ερωτόκριτου, ο Θανάσης ξύπνησε. Σήκωσε το χέρι και ζήτησε τον λόγο δειλά. «Κύριε να ρωτήσω κάτι; Είναι άσχετο με το μάθημα;»

Ο κύριος τον αγριοκοίταξε για την ενόχληση απάνω στο καλύτερο ερωτικό επιχείρημα της Αρετούσας… «ναι Θανάση, πες μας…».

Κύριε… γιατί δεν μπορώ να έχω μια καρέκλα πιο καλή; Μπορώ να φέρω από το σπίτι; Δεν μπορεί το σχολείο να παραγγείλει καλύτερες; Αυτή τρίζει σε κάθε μου κίνηση. Καθόμαστε σε αυτές τις καρέκλες για έξι ώρες με τρία μικρά διαλείμματα. Δοκίμασε κανείς ενήλικας αυτές τις καρέκλες για περισσότερο από μισή ώρα; Ρωτήσανε από το υπουργείο κανέναν ορθοπεδικό; Γιατί πρέπει να καθόμαστε και να μας πονάει το σώμα; Δεν γίνεται να μας μιλάτε για σωστή άθληση και να μας καθηλώνετε σε αυτές τις καρέκλες για τόσες ώρες. Και η πλάτη στην καρέκλα; Γιατί υπάρχει η πλάτη; Αφού είναι τόσο μακριά από το κάθισμα.

Δύο γελάκια ακούστηκαν από τα αριστερά αλλά σίγησαν γρήγορα. Τα επιχειρήματα του Θανάση ήταν πιο λογικά από τα επιχειρήματα της Αρετούσας. Ο κύριος κοίταγε άφωνος. Η απάντηση δεν υπήρχε στους δείκτες επιτυχίες ή πουθενά σε κάποια εγκύκλιο του υπουργείου.

Η καρέκλα.., ψιθύρισε. Μα τι να έλεγε στο παιδί απέναντί του… ότι η καρέκλα δεν είναι δικαίωμα και ούτε προνόμιο. Όπου σε κάτσανε, κάτσε και κρύψε να περάσουμε, ό,τι σου δώσουν, πάρε και μην μιλάς… και ότι αν θες να πας ψηλά Θανάση, ξέχνα αυτές τις ερωτήσεις και κοίταξε ξανά τι πρέπει να κάνεις για να πάρεις καλύτερη καρέκλα. Θα πρέπει να ξυπνάς και να σκέφτεσαι ποιον θα αγριοκοιτάς και σε ποιον θα κάνεις τεμενάδες. Ποιον θα γλείφεις και με ποιους θα βγαίνεις για ποτό, ποιους θα κερνάς, πού θα τριγυρνάς, σε ποια στέκια. Θα πρέπει να φοράς ρούχα που να ταιριάζουν, που αρέσουν σε άλλους κι όχι σε σένα… μα το κυριότερο είναι σαν θα πάρεις την καρέκλα να μην την αφήσεις ποτέ, είναι δική σου, δική σου… Ό,τι κάνεις, το κάνεις γι’ αυτήν. Αυτό θα πει αγάπη για μια καρέκλα, τύφλα να ‘χει ο Ερωτόκριτος.

Οι αποφάσεις διαδέχονται η μια την άλλη εσφαλμένες, ταλαιπωρημένες από την αλληλοδιαδοχή. Η καρέκλα είναι μοναδική. Το τρίξιμο στην καρέκλα του Θανάση δεν είναι τίποτα άλλο από τη φθορά της καρέκλας που απέρχεται…