Φόρμα αναζήτησης

Από το 1960 μάταια αναζητείται σοβαρότητα στο Κυπριακό

Του Γιώργου Διονυσίου

Τα πενήντα έξι χρόνια που πέρασαν από τα καταστροφικά γεγονότα του Δεκεμβρίου του 1963 δεν ήταν αρκετά για να μας οδηγήσουν σε γόνιμο αναστοχασμό και αυτοκριτική ως ελληνοκυπριακή κοινότητα. Τέτοια αυτοκριτική διάθεση παρατηρείται κυρίως στον χώρο των ερευνητών, όχι όμως στο πολιτικό προσωπικό (με κάποιες εξαιρέσεις). Το μοτίβο που κυριαρχεί στην πλευρά μας είναι εκείνο της επίρριψης ολόκληρης της ευθύνης στην τουρκοκυπριακή κοινότητα. Η προσέγγιση, όμως, στα γεγονότα με οδηγό τις ευθύνες, δεν παράγει πολιτική για άρση των συνεπειών τους. Απαιτείται ταυτόχρονα ειλικρινής αυτοκριτική και πολιτική βούληση, κάτι που η δική μας πλευρά δεν έχει δείξει μέχρι τώρα.

Δεν απαιτείται πολλή σοφία για να αντιληφθεί κάποιος ότι η απόφαση του Προέδρου Μακαρίου να προτείνει αναθεώρηση δεκατριών σημείων του Συντάγματος ήταν βεβιασμένη και λανθασμένη, ανεξάρτητα από τις συνθήκες της εποχής. Πρώτα από όλα, γιατί θα διατάρασσε τις ισορροπίες που είχαν επιτευχθεί στους κόλπους του ΝΑΤΟ αλλά και στην Ανατολική Μεσόγειο, σε μια εποχή κατά την οποία μαινόταν άγριος ο Ψυχρός Πόλεμος. Όσοι αμφιβάλλουν, ας δουν τα αποτελέσματα. Η απόφαση αυτή λήφθηκε υπό το βάρος της δυσλειτουργίας του κράτους εξαιτίας του βέτο του Τουρκοκύπριου αντιπροέδρου, στην πραγματικότητα, όμως, ήταν απότοκο της δυσαρέσκειας του ελληνοκυπριακού κατεστημένου τότε για την ουσιαστική συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων στη διακυβέρνηση. Οι πιθανές αντιδράσεις της Τουρκίας και των Τουρκοκυπρίων στα δεκατρία σημεία ως απόπειρα περιθωριοποίησής τους και ως προσπάθεια κατάλυσης του Συντάγματος δεν υπολογίστηκαν με τη δέουσα σοβαρότητα. Θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη η από τα πρώτα χρόνια της Αγγλοκρατίας έντονη αντίδραση των Τουρκοκυπρίων σε οποιαδήποτε σκέψη για υποβάθμιση της συμμετοχής τους στην αποικιακή διοίκηση, υπό τον φόβο υποδούλωσής τους στους Ελληνοκυπρίους. Δεν είναι αρκετό να λέμε ότι οι Τουρκοκύπριοι πρώτα και η Τουρκία αργότερα ήθελαν διχοτόμηση. Πρέπει να δούμε και τι κάναμε εμείς για να την αποτρέψουμε. Οι Τουρκοκύπριοι ηγέτες, από την άλλη, με πολύ μόχθο πέτυχαν από το 1948 και μετά να ευαισθητοποιήσουν αρχικά την τουρκική κοινή γνώμη για την Κύπρο και αργότερα να μεταβάλουν και την επίσημη τουρκική πολιτική. Επίσης η διχοτόμηση άρχισε να φιγουράρει στον τουρκικό και τουρκοκυπριακό Τύπο, με δημοσίευση χαρτών μάλιστα. Αυτά δεν θα έπρεπε μια σοβαρή ηγεσία να τα γνωρίζει και να τα λάβει υπόψη της; Ο αείμνηστος ιστορικός Κώστας Κύρρης επαναλάμβανε φορτικά τότε ότι η πολιτική μας ηγεσία έπρεπε να πλαισιωθεί από επιτελείο ειδικών σε θέματα Τουρκίας, Μέσης Ανατολής και διεθνούς πολιτικής, αλλά ελάχιστα έως καθόλου εισακούστηκε. Μέχρι σήμερα δεν μάθαμε το μάθημά μας. Αποφασίζουμε χωρίς σοβαρή ανάλυση των δεδομένων, πολλές φορές παραβιάζοντας και τη στοιχειώδη λογική.

Από το 1960, λοιπόν, η πολιτική που ασκείται στο Κυπριακό είναι πολιτική ανειλικρίνειας και ασυνέπειας. Ποτέ και κανείς δεν το ομολόγησε, όμως αποτελεί κραυγαλέα πραγματικότητα, ότι δεν ήθελαν τους Τουρκοκυπρίους να συμμετέχουν ουσιαστικά στη διακυβέρνηση. Αυτή η απουσία ειλικρίνειας, όχι μόνο απέναντι στους ξένους αλλά και απέναντι στους εαυτούς μας, κληροδοτήθηκε από τη δεκαετία του 1960 στη σημερινή πολιτική μας. Έτσι, ενώ λέγαμε ότι επειγόμαστε για λύση, γιατί τις συνέπειες της εισβολής τις υφιστάμεθα εμείς, καμιά πρωτοβουλία δεν πήραμε όλα αυτά τα χρόνια να προτείνουμε και να προβάλουμε πειστικά ένα νέο Σύνταγμα ή έστω τα βασικά στοιχεία μιας λύσης. Σήμερα που δεν υπάρχει ένας Ραούφ Ντενκτάς να του φορτώνουμε όλες τις ευθύνες για τη μη επίτευξη συμφωνίας, η πολιτική μας έχει ξεγυμνωθεί πλήρως. Κριτήρια στη χάραξή της είναι τα κομματικά ακροατήρια, τα συμφέροντα όσων συνιστούν το αμαρτωλό βαθύ κράτος (developers, λογιστές, δικηγόροι, Εκκλησία, κάθε λογής συμφέροντα) και η άνοδος στην εξουσία. Οι συνέπειες; Κανένας δεν μας λαμβάνει υπόψη στα σοβαρά, ειδικά σήμερα που ενώ συζητάμε, δήθεν, για ομοσπονδία, στην πραγματικότητα φλερτάρουμε άγρια με τη διχοτόμηση και τα δύο κράτη. Πρόκειται για κατάντια ασυγχώρητη, γιατί παίζουν στα ζάρια τη ζωή των παιδιών μας.

Όμως, έστω και αν φτάσουμε σε λύση που να επανενώνει τον τόπο, αυτή δύσκολα θα λειτουργήσει, αν ο κόσμος που θα την εφαρμόσει δεν διαπνέεται από κουλτούρα συμφιλίωσης και ειρηνικής συνύπαρξης, κάτι που η πλευρά μας ποτέ δεν το επεδίωξε στα σοβαρά (με εξαίρεση τον Δημήτρη Χριστόφια). Ήταν λάθος η πρόνοια στο Σύνταγμα του 1960 που ανέθετε την εκπαίδευση αποκλειστικά στις δύο κοινοτικές συνελεύσεις, χωρίς παράλληλα να υπάρχει ένα σώμα που να χαράσσει μια μίνιμουμ υπερκοινοτική εκπαιδευτική πολιτική. Μετά το 1964, όταν το κράτος πέρασε αποκλειστικά σε ελληνοκυπριακά χέρια, ο εθνικιστικός χαρακτήρας της εκπαίδευσης εμπεδώθηκε και επεκτάθηκε, χαραμίζοντας έτσι αιώνες ειρηνικής συμβίωσης και αλληλοκατανόησης με τους συνοίκους Τουρκοκυπρίους. Στα διδακτικά εγχειρίδια οι Τουρκοκύπριοι συμπατριώτες μας ταυτίζονται με τους εισβολείς, καμία αυτοκριτική διάθεση δεν αναπτύσσεται, τα σχολεία έχουν μετατραπεί σε παραρτήματα της Εκκλησίας, η οποία σήμερα έχει ταυτιστεί με τις διχοτομικές αντιλήψεις του πιο διεφθαρμένου κομματιού της ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής ελίτ.

Το ξαναγράψαμε και δεν είναι σχήμα λόγου, ότι είναι καιρός όσοι νοιάζονται για την επανένωση της πατρίδας μας να ενώσουν δυνάμεις, πριν να είναι πολύ αργά. Για να τεθεί τέρμα στην ασυνέπεια και την ανειλικρίνεια.

george.dionyssiou@gmail.com

 

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.