Φόρμα αναζήτησης

Αντί να φωνάζετε και να καταγγέλλετε λοιπόν, διαβάστε αυτά

Παραπονιούνται κάποιοι στην Κυβέρνηση και τον περίγυρό της. Σε βάση μόνιμη, παρασκηνιακά ή και απευθείας. Το δεύτερο το εκτιμώ πολύ σε αντίθεση με το πρώτο – που δεν το εκτιμώ καθόλου.

Και μου κάνει εντύπωση πως τα τηλεφωνήματα δια της πρώτης οδού πέφτουν ακόμα αδιαλείπτως, χωρίς κάποιοι να έχουν φροντίσει να με μάθουν τόσο ώστε να ξέρουν ότι είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να κάνει κανείς μαζί μου, αν το μάθω.

Σήμερα, όμως, το προσπερνώ. Και μένω στο απευθείας το οποίο είναι και θεμιτό και, σίγουρα κομμάτι της δουλειάς μας.

Διαμαρτύρονται, λοιπόν. Διαμαρτύρονται όπως, για να είμαι δίκαιος έκαναν και όλοι τους οι προκάτοχοι και με τους δύο τρόπους που σας έλεγα (σ.σ. ο Δημήτρης Χριστόφιας μάλιστα ξυπνούσε τον εκδότη μου αξημέρωτα στο κινητό και Σαββατοκύριακα κάποτε για να με καταγγείλει μέχρι που του το έκοψε), διαμαρτύρονται, λοιπόν, ότι τους αδικώ ή ότι δεν γράφω τα θετικά των ημερών τους.

Για αυτό ας τα βάλουμε κάτω να τελειώνει το γιαλέλι.

Τα θετικά των ημερών αυτής της διακυβέρνησης τα γράφω. Στήριξα και στηρίζω λ.χ. το ΓΕΣΥ και ειδικά τον Παμπορίδη ο οποίος δεχόταν τα βέλη εξ οικείων όπως τα δέχεται ακόμη το ΓΕΣΥ, τις προσπάθειες του Πετρίδη να αλλάξει πράγματα και καταστάσεις, της Ζέτας επίσης. Και πολλά άλλα τα οποία στις Στήλες μου τα διαβάζει κανείς κάπου στη μέση και τις παρενθέσεις αντί στον τίτλο.

Γιατί; Διότι αυτή είναι η φιλοσοφία μου. Δεν βλέπω κάποια χρησιμότητα στο υπερβολικό… σιουμάλισμαν. Ειδικά σ’ αυτή τη χώρα. Και ειδικά αυτό το διάστημα, όπου το έλλειμμα που καταγράφεται στις κριτικές προσεγγίσεις στα ΜΜΕ είναι σίγουρα μεγαλύτερο από πριν – σύντομα και από την εποχή Τάσσου, όπως πάμε.

Ως αρθρογράφος και ως πολίτης είμαι ξεκάθαρα στο φιλελεύθερο σημείο του Τόξου. Νομίζω πως όποιος με διαβάζει, καταλαβαίνει. Και ως τέτοιος δεν μπορώ να πω πως με εκφράζει αυτό που –και με τρόμο ενίοτε- πέρασα στις μέρες μιας διακυβέρνησης την οποία φανταζόμουν μαζί με πάρα πολλούς άλλους, πολύ διαφορετική.

Μιας διακυβέρνησης η οποία μακριά από το παρελθόν, θα κοίταζε προς την Ευρώπη προς την οποία κάθε νοήμων πολίτης αυτής της χώρας κοιτάζει, αντιλαμβανόμενος/η τι κερδίσαμε και σε τι έχουμε να προσδοκούμε ακόμα. Μιας διακυβέρνησης η οποία θα μας έβγαζε από την εσωστρέφεια και θα μας έπαιρνε μπροστά.

Και σίγουρα, όχι μιας διακυβέρνησης η οποία –ακόμα κι αν δεχθούμε που εγώ δεν το δέχομαι- ότι έκανε ό,τι μπορούσε στο Κυπριακό για να εκπληρώσει τις προσδοκίες όλων όσοι την στηρίξαμε απόλυτα στο ζήτημα και με κόστος να μας αποκαλούν κάποτε όργανά της, έχει καταντήσει να βιώνει μια κρίση ταυτότητας για πού είναι το Προεδρικό και πού το… Γραφείο και να μας τραβά από αποτυχία σε αποτυχία, με μοναδικό της αποκούμπι ακροδεξιά δεκανίκια.

Όχι γιατί δεν μπορούσε αλλά γιατί δεν ασχολήθηκε. Διότι επένδυσε σχεδόν αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση λίγων συμφερόντων, λίγων δικών της, προωθώντας σε αξιώματα τόσους ανάξιους (όταν όχι και διεφθαρμένους) όσο κανένας άλλος.

Και με μοναδικό κριτήριο την προθυμία αυτών των ανάξιων να εξυπηρετήσουν τις δουλειές των λίγων. Κάτι που πλέον δεν φαίνεται απλά αλλά φωνάζει. Αφήνοντας τη χώρα συχνότατα στον Αυτόματο.

Κι αυτό δεν το βλέπω μόνο εγώ αλλά και ένα μεγάλο μέρος του κόσμου το οποίο ψήφισε Αναστασιάδη το 2013. Κάποιοι από αυτούς τον ψήφισαν και το 2018. Εγώ όχι. Και οι πλείστοι από αυτούς έστειλαν το συγκεκριμένο ηχηρό μήνυμα στο Προεδρικό και την Πινδάρου και τις προάλλες.

Αγανακτισμένοι με την έλλειψη οράματος, με την οικειοποίηση των έτοιμων από την Ευρώπη και την Τρόικα και την αναίσχυντη παρουσίασή τους στον κόσμο ως έργου ελλείψει τέτοιου, με τη φαρσοκωμωδία του πατριωτισμού στον καραγκιόζ μπερντέ σε επανάληψη, να καταλήγει ενίοτε στο ρατσισμό, την ώρα που η κοινωνία ζει αντιμέτωπη με μια σκληρή πραγματικότητα η οποία δεν μπορεί να διαπεράσει τον παράλληλο μικρόκοσμο του Προέδρου και των συν αυτώ.

Αυτά με θυμώνουν. Αυτά με δυσκολεύουν και κάθε φορά που ξένοι συνάδελφοι με ρωτούν τι πήγε λάθος στην Κύπρο και από εκεί που ήμασταν ο «καλύτερος μαθητής», γίναμε παρίας στην Ε.Ε. και φιγουράρουμε μόνο σε ειδήσεις με ευτράπελα ή διασυρόμαστε –δικαίως- μέσα από τις μπίζνες με τα διαβατήρια και τις άλλες θολερές αρπαχτές. Των λίγων πάντα.

Πρόσφατα, στις Βρυξέλλες, ένας Γερμανός φίλος και συνάδελφος μιας από τις μεγαλύτερες εφημερίδες, γνώστης της κατάστασης εδώ αν και με πολλές απορίες για το θέμα των διαβατηρίων και όχι μόνο, μου ανέφερε κάποια στιγμή τον Στυλιανίδη, θεωρώντας δεδομένο -μετά το RescEU και όλες τις άλλες διακρίσεις της πορείας του και με δεδομένη επίσης την πρόθεση στις Βρυξέλλες να τον αναβαθμίσουν- ότι θα επαναδιοριστεί.

Ζώντας εδώ, όχι εκεί, τον κοίταξα απορημένος. Και του είπα πως δεν ακούγεται τόσο και πως με δεδομένο (και) τον ευρύτερο παραμερισμό των γυναικών στις μέρες τους, ακούμε πως αναζητείται αντικαταστάτης με κύριο αντικείμενο το φύλο, όχι τα υπόλοιπα. Για να κλείσουν στόματα.

Οι Γερμανοί έχουν μια υπέροχη κυνικότητα. Γέλασε και μου απάντησε ενθουσιωδώς και ειρωνικά: “Mensch! Wie macht ihr das?”. Πού πάει να πει, πώς τα καταφέρνετε, ποιο είναι το μυστικό σας;

Άλλαξα τη συζήτηση. Δεν υπήρχε λόγος, ούτε και τρόπος να του εξηγήσω πώς λειτουργούν τα πράγματα εδώ, ειδικά στις μέρες που βρισκόμαστε και πως, σπανίως κοιτάζουν έξω έστω για να δουν την εικόνα που βγάζουμε και η οποία εάν μιλάμε για την Κομισιόν είναι ξεκάθαρα το μοναδικό που απέμεινε να μας προσδίδει κύρος.

Κι αυτό όμως, όντως, ίσως χαθεί πολύ σύντομα σε μυωπικές προσθαφαιρέσεις, όπως και όλα τα άλλα, για λόγους εντυπωσιασμού και μόνο. Χωρίς κανείς να κοιτάζει τις συνέπειές του, όπως δεν τις κοιτάζει και με τίποτα άλλο.

Σε μια διακυβέρνηση η οποία αναλώνεται δυστυχώς σε εξυπηρετήσεις ημετέρων για αδιαφανείς συχνά μπίζνες με πολύ όσο και εύκολο κέρδος την ώρα που ο τόπος φθίνει συνεχώς.

Με μερικές εξαιρέσεις, ναι. Όπως αυτοί που έφυγαν ήδη και κάποιοι άλλοι που θα φύγουν κι αυτοί όταν αντιληφθούν την φθορά που υφίστανται.

Και με τον κόσμο να μουντζώνει εκείνους που μένουν μέσα σ’ αυτή την τραγική εικόνα, της αδιαφάνειας, της αδιαφορίας και της διαφθοράς να τον περιπαίζουν χωρίς ίχνος ντροπής πια.

Αλήθεια, τους αδικεί κανείς; Μας αδικεί; Και εάν ναι, γιατί Πρόεδρε;

Υστερόγραφο: Στη φωτογραφία. «Η Μαρία Αντουανέτα και τα παιδιά της», πίνακας της Ελίζαμπεθ Λουίζ Βιζέ-Λε Μπρουν (1787).