Φόρμα αναζήτησης

Ανεπαρκείς, ανεύθυνοι και κυρίως αδιάφοροι. Αυτό είμαστε

Οι συζητήσεις δίνουν και παίρνουν. Τι ήταν τελικά ο 35χρονος δράστης της δολοφονίας της 26χρονης (και αυτόχειρας);

Έπασχε δηλαδή ή όχι;

Το μόνο σίγουρο είναι πως εμάς δεν μας αφορά αυτό το ερώτημα. Αφορά τους ειδικούς διαφόρων ειδικοτήτων που θα κληθούν να αποφανθούν, υπενθυμίζοντάς μας, πιθανότατα και για χιλιοστή φορά, ότι εμείς δεν είμαστε ειδικοί για να αποφαινόμαστε ποιος πάσχει από τι, oύτε βέβαια και πρέπει, μέσα στην τραγική μας άγνοια, να στοχοποιούμε όλους τους ψυχικά πάσχοντες ως επικίνδυνους όταν, ελάχιστοι εξ αυτών είναι. Και αυτό διορθώνεται.

Και επειδή πολύ φοβάμαι πως κανένας από τους ειδικούς αυτούς, ειδικά εάν μιλάμε για τους ψυχιάτρους, δεν θα τολμήσει να μας πει και εμάς όλων, των κοινωνίας αλλά και των δημοσιογράφων ειδικά, μερικά βασικά και πολύ σοβαρά πράγματα, είναι σημαντικό να τα πούμε εμείς από μόνοι μας.

Τι μας αφορά άραγε σ’ αυτή την ιστορία; Μας αφορά, πρώτον, ότι ως κοινωνία και ως κράτος δεν τολμούμε να αγγίξουμε το θέμα της οπλοκατοχής παρ’ όλα όσα συμβαίνουν διαχρονικά. Θεωρούμε περίπου αυτονόητο κάποιος να κατέχει ένα κυνηγετικό με κριτήρια απλά και αστεία. Για να μην πάω και στα άλλα όπλα.

Από εκεί και πέρα, κάποια στιγμή πρέπει να το ανοίξουμε το ζήτημα. Και είναι ένα ζήτημα που αφορά και την κοινωνία, αλλά ειδικά τα ΜΜΕ. Τα οποία, κάτι μέρες μετά την καταδίκη Μεταξά, φιλοξένησαν τίτλους όπως «Μαζί στη ζωή, μαζί και στον θάνατο», ερωτήματα για το τι… όπλισε το χέρι του δράστη, θεωρίες περί «έρωτα» και «πάθους», αλλά και τον όρο «ζευγάρι» στις ειδήσεις για τη δολοφονία.

Ξεκινώντας από τα τελευταία, ας ξεκαθαρίσουμε κάτι. Όταν δυο άνθρωποι χωρίζουν, χωρίζουν. Και μα γυναίκα έχει το ίδιο ακριβώς δικαίωμα –τραγικό να το συζητάμε κιόλας το 2019- να χωρίσει με έναν άντρα, όπως εκείνος έχει το δικαίωμα να χωρίσει από εκείνην.

Δεν μπορεί, λοιπόν, όταν χωρίζουν με πρωτοβουλία του άντρα και «κολλήσει» η γυναίκα –κάτι που πολύ, πολύ σπάνια κιόλας οδηγεί σε έγκλημα- η γυναίκα να είναι «πελλή» και διάφορα άλλα και όταν ο άντρας «κολλήσει» –κάτι που οδηγεί σε βίαιες πράξεις κάθε μορφής, συχνότερα τουλάχιστον- να τον… κυριεύει απλά το πάθος και είναι ακόμα –κάπως- ζευγάρι μέχρι να του περάσει!

Το μόνο που ισχύει εδώ, είναι πως η κοινωνία είναι τραγικά αμπάλατη και οι δημοσιογράφοι της ανεπαρκείς και κοινωνικά απαίδευτοι.

Θα μου πείτε, φταίμε όλοι;

Ναι, είναι η απάντηση. Όσο δεν μπορούμε να προχωρήσουμε στην αυτορρύθμιση βασικών πραγμάτων, τότε, εγώ εδώ που σας κάνω τον έξυπνο σήμερα, έχω ακριβώς την ίδια ευθύνη με εκείνους που έγραψαν αυτές τις αθλιότητες. Την ίδια.

Διότι χειρίζομαι μαζί τους –και βιοπορίζομαι από αυτό- ένα πράγμα κρίσιμο για την κοινωνία, ως μέρος μιας επαγγελματικής ομάδας η οποία επιδεικνύει εγκληματική ανεπάρκεια και συνεχίζει να διαιωνίζει αρρωστημένα κοινωνικά πρότυπα αντί να τα καταπολεμά, όπως οφείλει να κάνει. Είναι μέρος της δουλειάς της, μιας δουλειάς που ΔΕΝ κάνει. Δεν κάνουμε.

Γιατί είναι μέρος; Διότι οι δημοσιογράφοι πέρα από την άποψη που πουλάμε οι πλείστοι, έχουμε και μια ευθύνη στον χειρισμό της πληροφορίας. Όπως επίσης –και αυτό μέρος της δουλειάς μας- έχουμε ευθύνη να διαβάζουμε και να ενημερωνόμαστε.

Να ξέρουμε, εδώ λ.χ., ότι το πρόβλημα δεν είναι η ψυχιατρική διάγνωση για τον όποιον δράστη –όταν ετοιμαστεί από ανθρώπους που έφαγαν τα χρόνια τους για να το σπουδάσουν θα μας τη στείλουν- αλλά, το ότι εμείς δεν αφιερώνουμε χρόνο για να διαβάσουμε και να μάθουμε ότι δεν μετράμε μόνο τους φόνους αλλά ακούμε τους ειδικούς για την έκταση του προβλήματος της βίας κατά των γυναικών συνολικά.

Πριν φτάσει το πράγμα στον φόνο. Και όταν τους ακούσουμε θα διαπιστώσουμε πως αυτή η έκταση στη χώρα μας είναι πολύ μεγάλη.

Και πως αυτό ξεκινά από κοινωνικές αντιλήψεις που διαιωνίζονται για τον ρόλο των φύλων και στερεότυπα κατά των γυναικών τα οποία προέρχονται –κυρίως αλλά όχι μόνο, δυστυχώς- από τους άντρες.

Θα καταλάβουμε ακόμα ότι πολλά από αυτά τα οποία τα εκλαμβάνουμε ως «χαριτωμένα» με ιστοριούλες και ανέκδοτα, δεν είναι καθόλου τέτοια. Και πως κυρίως εάν μιλάμε για τα ΜΜΕ, η ανεπάρκειά μας, αλλά και οι αντιλήψεις μας, οι ίδιες και χειρότερες από αυτές που υπάρχουν έξω, υποβιβάζει και στοχοποιεί τις γυναίκες. Αυτά είναι που μας οδηγούν σ’ αυτό το χάλι.

Δεν είναι θέμα «άπειρων συντακτών». Οι συντάκτες έχουν προϊστάμενους, χώρια που σήμερα σπουδάζουν κιόλας δημοσιογράφοι. Ενίοτε δε, κάνουν και μεταπτυχιακά και είναι αδιανόητο.

Είναι θέμα αντίληψης, θέμα αδιαφορίας δικής μας -όλων μας- όπως είναι θέμα ανοχής.

Δεν είναι πυρηνική επιστήμη η δημοσιογραφία και δεν χρειάζεσαι τίποτα άλλο πέρα από την κοινή λογική για να καταλάβεις πως δεν επιτρέπεται κάθε φορά που το θέμα αφορά τη βία κατά των γυναικών ή άλλων κοινωνικών ομάδων που μπορούν να βληθούν και βάλλονται, τα ΜΜΕ να καταγράφουν αυτού του τύπου τα ελλείμματα, εμείς να μην αντιδρούμε και μετά να διερωτόμαστε για την ανυποληψία που αντιμετωπίζουμε.

Δεν μπορεί να είμαστε η μούττη του θκύοσμη όταν μας κριτικάρουν αλλά για τα δικά μας να σιωπούμε. Κανείς λοιπόν, δεν εξαιρείται. Και κανείς δεν σώζεται.

Όπως κανείς μας δεν νομιμοποιείται να συζητά για κάτι άλλο, άλλων ειδικοτήτων, την ώρα κιόλας που εμείς είμαστε συχνά η ίδια η πηγή του προβλήματος στην κοινωνία. Είτε με τις δολοφονίες και βία κατά των γυναικών (και των trans γυναικών επίσης), είτε με τις άλλες μορφές βίας εναντίον τους, είτε με τον ρατσισμό, είτε… Απλά δεν. Απλό είναι.

Υστερόγραφο: Από το 2002, 37 γυναίκες δολοφονήθηκαν από νυν ή πρώην συζύγους/ συντρόφους τους. Γύρω στις 39 κλήσεις την ημέρα δέχονται οι υπηρεσίες στήριξης θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας στην Κύπρο, ενώ μία στις πέντε γυναίκες άνω των 15 ετών θα υποστεί βιασμό, ξυλοδαρμό ή άλλης μορφής σωματική βία στη διάρκεια της ζωής της. Καταλάβατε πού είμαστε;
Σήμερα στις έξι μπροστά στο αρχηγείο Αστυνομίας οργανώνεται διαμαρτυρία με αφορμή το νέο φονικό. Και δεν απευθύνεται μόνο στις γυναίκες. Τα δικαιώματα όλων, είναι υπόθεση όλων. Αλλιώς ας μην διαμαρτύρεται καμία και κανείς.