Φόρμα αναζήτησης

Πριν μπούμε στο ΝΑΤΟ να σκεφτούμε πρώτα τη λύση

Φανταστείτε τον ιστορικό του μέλλοντος, που γράφει ένα βιβλίο για την Τουρκία της περιόδου 2019-2023 και να καταγράφει το εξής παράδοξο: (…) το 2019 η (νατοϊκή) Τουρκία του Ερντογάν κατάφερε να αποκτήσει το ρωσικό πυραυλικό σύστημα των S-400 και η σχέση της, με την Ουάσινγκτον, έφτασε σε εκείνο το σημείο της κρίσης που για να εκτονωθεί, οι S-400 έπρεπε να μεταφερθούν στη Βόρεια Κύπρο. Σε μια αντιπαραβολή ρόλων, ο Τούρκος Πρόεδρος Ερντογάν, έπραξε ό,τι ακριβώς έκανε το 1998 ο Γλαύκος Κληρίδης, Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας με το προηγούμενο οπλικό σύστημα της ρωσικής σειράς, τους S-300, που για να αποσοβηθεί μια κρίση, έπρεπε να μεταφερθούν στην Ελλάδα». Με αυτό το ιστορικό, αποτέλεσμα φαντασίας στο σύνολό του, ανέκδοτο, μπορεί κάποιος να αναλογιστεί με ευκολία κάποιους παραλληλισμούς σε ορισμένες πράξεις πολιτικών ηγετών είτε είναι ο αείμνηστος, ρεαλιστής, Γλαύκος Κληρίδης είτε είναι ο -σε γενικές γραμμές απρόβλεπτος- ισλαμιστής Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Μπορεί επίσης κάποιος να αντιληφθεί πως μια συζήτηση, στην Κύπρο, σε σχέση με το αν η ένταξη στο ΝΑΤΟ μπορεί να εγγυηθεί τη συνολική διευθέτηση του Κυπριακού δεν αφορά μόνον το αν συμφωνούν ή όχι «οι κουμουνιστές του ΑΚΕΛ» ή αν ο Χ ή Ψ αντιπρόεδρος κάποιου αμερικανικού think-tank το καταγράφει σε ένα κείμενο – σε ενδιαφέρον timing. Αποτελεί ένα πιο πολύπλοκο ζήτημα, που εδράζεται στη μεγάλη γεωπολιτική εικόνα του υποσυστήματος της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, περνά μέσα από την ίδια την Τουρκία και τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ και, τέλος, προϋποθέτει μια πολύ ενδιαφέρουσα συγκυρία πραγματοποίησης που εμπεριέχει το σύνολο της ευρωατλαντικής συνεργασίας αλλά και τεχνικές λεπτομέρειες.

Το επίμαχο άρθρο 

Την περασμένη εβδομάδα, ο εκτελεστικός αντιπρόεδρος του κορυφαίου αμερικανικού think-tank Atlantic Council Damon Wilson έγραψε μια ανάλυση σχετικά με το πώς η ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ θα μπορούσε ουσιαστικά να επιλύσει το ακανθώδες ζήτημα των εγγυήσεων και να αποτελέσει βασική παράμετρο λύσης του Κυπριακού – όπου σε μια επανενωμένη Κύπρο η συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ θα προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες στη συμμαχία αναβαθμίζοντας, ουσιαστικά, το νησί. Η αναπαραγωγή του άρθρου από τα κυπριακά Μέσα δημιούργησε έντονες συζητήσεις μεταξύ διπλωματικών και πολιτικών κύκλων καθώς και μεταξύ αναλυτών. Ειδικά σε μια περίοδο όπου στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου -και δη σε Ελλάδα και Κύπρο- η αμερικανική επιρροή αυξάνεται παράλληλα με την υποχώρηση σε κάποιους τομείς της Ρωσίας, οι σχέσεις Ουάσινγκτον – Άγκυρας με φόντο το ΝΑΤΟ και τους S-400 απασχολούν έντονα και που το Συριακό παραμένει ανοικτό, με τη Μόσχα να σημειώνει ένα δυνατό comeback στη Μέση Ανατολή – εγγύτερα μάλιστα στη Μεσόγειο.

Ένα βήμα μπροστά

Παρά την πάγια θέση του ΑΚΕΛ, ιδεολογικά και πολιτικά, εναντίον του ΝΑΤΟ αυτό που καθίσταται σαφές είναι πως η ένταξη της ΚΔ στο ΝΑΤΟ χωρίς την επίλυση του Κυπριακού θα αποτελούσε ένα σενάριο δυσκολότερο, αντικειμενικά, από την ένταξη της Κύπρου, το 2004, στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό αποδείχτηκε περίτρανα και στην περίπτωση της εργαλειοποίησης, για προεκλογικούς σκοπούς το 2013, από τον ΔΗΣΥ της ένταξης της Κύπρου στον Συνεταιρισμό για την Ειρήνη (PfP). Η προσπάθεια εγκαταλείφθηκε όχι μόνον λόγω του προφανούς εμποδίου της Τουρκίας αλλά και εξαιτίας της εντατικοποίησης της διαπραγμάτευσης για λύση, μετά το 2015. Μπορεί θεωρητικά η Κύπρος να επωφελούνταν από ένταξη στο ΝΑΤΟ μετά τη λύση -και πώς δεν θα μπορούσε αφού Ελλάδα, Τουρκία και Ηνωμένο Βασίλειο είναι όλες χώρες μέλη της Συμμαχίας- ωστόσο ένα τέτοιο σενάριο θα προϋπόθετε και κάποια πρόσθετα πράγματα:

  • α. την πλήρη ομαλοποίηση των σχέσεων ΗΠΑ – Τουρκίας,
  • β. τη δημιουργία κρατικής δομής άμυνας (στρατός) από το μηδέν,
  • γ. τη λειτουργικότητα της λύσης και τέλος,
  • δ. τον συντονισμό, στο πλαίσιο της ευρωατλαντικής συνεργασίας Βρυξελλών/ΝΑΤΟ – Λευκωσίας και Άγκυρας.

Η Τουρκία πάντως προχωρώντας με την πολιτική του να βρίσκεται ένα βήμα μπροστά στο πλαίσιο του δόγματος forward basing posture εντείνει τις προσπάθειες για δημιουργία αεροναυτικών βάσεων στα κατεχόμενα διαβλέποντας και την προοπτική, μελλοντικά του ΝΑΤΟ, είτε σε λύση συνεργασίας είτε στη λύση εκτός πλαισίου (δύο κράτη, αναβάθμιση «ΤΔΒΚ», σκληρή διχοτόμηση, κοκ). Σε αυτό το σημείο η συζήτηση για ένταξη ή μη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ εμπεριέχει και ένα σημείο που πρέπει να προσέξουν όσοι είναι θιασώτες του επιχειρήματος «χρήσης του Ακρωτηρίου για νατοϊκούς βομβαρδισμούς στη Μέση Ανατολή»: Την παράκαμψη του τελευταίου ως βάσης εξόρμησης για τη Μέση Ανατολή σε ένα μελλοντικό worst case scenario διχοτόμησης. Όταν δηλαδή η Άγκυρα θα έχει κεφαλαιοποιήσει πολιτικά τις δύο βάσεις της στα κατεχόμενα προσφέροντας, ως ιστορικό και με ιδιαίτερη βαρύτητα για το ΝΑΤΟ, μέλος, την επιλογή του «επιχειρήστε από την Αμμόχωστο σύμμαχοι». Σε αυτή την περίπτωση, η ψυχροπολεμική προσέγγιση του «ΝΑΤΟ, φονιάδες των λαών» της αριστερής διανόησης στην Κύπρο θα εκμηδενίζονταν ενώ η δεξιά προσέγγιση της γεωπολιτικής αναβάθμισης μέσω γαλλικών αεροπλανοφόρων, στρατιωτικών διευκολύνσεων και ελληνικών F-16 στις εθνικές επετείους, θα παρακολουθούσε τα αμερικανικά F-35 να επιχειρούν στην περιοχή από το κατεχόμενο Καρπάσι. Πριν από τη συζήτηση για ΝΑΤΟ ή όχι υπάρχει η γεωγραφία. Και πάνω από το «αβύθιστο αεροπλανοφόρο» της Κύπρου που παραθέτει ο κ. Wilson στην ανάλυσή του υπάρχει και το… «στρατηγικό βάθος» (μιας και στην Κύπρο όλοι αγαπούν το εν λόγω έργο των mid 90’s του πρώην Τούρκου ΥΠΕΞ) της Τουρκίας που παρά την κρίση των S-400 παραμένει ο σημαντικότερος εταίρος του ΝΑΤΟ στην περιοχή.

Η μεγάλη εικόνα

Η εγκαθίδρυση των Ρώσων στο Ταρτούς και η επικράτηση του Άσαντ στη Συρία καθώς και η σημαντική διείσδυση της Κίνας σε Αφρική και Μέση Ανατολή καθιστούν χώρες όπως την Κύπρο και την Ελλάδα σημαντικές γεωπολιτικά για τη Δύση. Το ίδιο ισχύει και για την Τουρκία σε περίπτωση που η ρήξη της με την Ουάσινγκτον δημιουργήσει προϋποθέσεις για περαιτέρω απομάκρυνσή της από το ΝΑΤΟ και, εν γένει, το δυτικό στρατόπεδο. Για την Κύπρο, η ένταξή της στο ΝΑΤΟ ή όχι αποτελεί μια συζήτηση που στο παρόν στάδιο είναι μόνο θεωρητική, δεν έχει ωριμάσει ουσιαστικά και δεν εξυπηρετεί τη μεγαλύτερη αναγκαιότητα: Την επανέναρξη του διαλόγου στο Κυπριακό και την ύπαρξη προοπτικής για επίλυση που θα τερμάτιζε την τουρκική στρατιωτική κατοχή και θα επανένωνε την Κύπρο. Εξάλλου, για να επιστρέψουμε στον ιστορικό του μέλλοντος από την εισαγωγή μας, είτε είσαι ο Γλαύκος είτε είσαι ο Ρετζέπ κάποια στιγμή θα πρέπει να κινηθείς πολιτικά με βάση το εσωτερικό σου ακροατήριο. Όταν όμως κάνεις κάτι αντίστοιχο για να λάβεις σοβαρές αποφάσεις που αφορούν την εξωτερική πολιτική, η ιστορία το αποδεικνύει, το ρίσκο που παραμονεύει είναι τεράστιο.

«Επιχειρήστε από την Αμμόχωστο σύμμαχοι»

Η συζήτηση για ένταξη ή μη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ εμπεριέχει και ένα σημείο που πρέπει να προσέξουν όσοι είναι θιασώτες του επιχειρήματος «χρήσης του Ακρωτηρίου για νατοϊκούς βομβαρδισμούς στη Μέση Ανατολή»: Την παράκαμψη του τελευταίου ως βάσης εξόρμησης για τη Μέση Ανατολή σε ένα μελλοντικό worst case scenario διχοτόμησης. Όταν δηλαδή η Άγκυρα θα έχει κεφαλαιοποιήσει πολιτικά τις δύο βάσεις της στα κατεχόμενα προσφέροντας, ως ιστορικό και με ιδιαίτερη βαρύτητα για το ΝΑΤΟ, μέλος, την επιλογή του «επιχειρήστε από την Αμμόχωστο σύμμαχοι». Σε αυτή την περίπτωση, η ψυχροπολεμική προσέγγιση του «ΝΑΤΟ, φονιάδες των λαών» της αριστερής διανόησης στην Κύπρο θα εκμηδενίζονταν, ενώ η δεξιά προσέγγιση της γεωπολιτικής αναβάθμισης μέσω γαλλικών αεροπλανοφόρων, στρατιωτικών διευκολύνσεων και ελληνικών F-16 στις εθνικές επετείους, θα παρακολουθούσε τα αμερικανικά F-35 να επιχειρούν στην περιοχή από το κατεχόμενο Καρπάσι.

Twitter: @JohnPikpas