Φόρμα αναζήτησης

Η θέα στο Κυπριακό από το Μέγαρο Μαξίμου

Με την προοπτική επανέναρξης διαλόγου στο Κυπριακό να βρίσκεται χαμηλά, ο συντονισμός Λευκωσίας και Αθήνας ενόψει της Νέας Υόρκης και της Ολομέλειας του ΟΗΕ μπήκε σε πρώτο πλάνο την περασμένη εβδομάδα. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Νίκος Αναστασιάδης και ο Έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης είχαν εκτενείς επαφές στο Μέγαρο Μαξίμου, όπου, πέραν του παραδοσιακού «κοινού μετώπου» Λευκωσίας και Αθήνας, τέθηκαν και οι βάσεις για την προετοιμασία ακόμη ενός γύρου του διπλωματικού σχήματος των Τριμερών Συνόδων, με την Αίγυπτο στο Κάιρο στις 8 Οκτωβρίου. Ακολούθως ο γ.γ. του ελληνικού ΥΠΕΞ, πρέσβης Θεμιστοκλής Δεμίρης, βρέθηκε μαζί με τη διευθύντρια του διπλωματικού γραφείου του Έλληνα πρωθυπουργού, πρέσβη Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, στη Λευκωσία την Παρασκευή για περαιτέρω προπαρασκευή των διπλωματικών κινήσεων ενόψει Νέας Υόρκης. Ο κ. Δεμίρης θεωρείται από διπλωματικούς κύκλους ως ένας πολύ έμπειρος διπλωμάτης με άριστη γνώση του Κυπριακού και των λεπτομερειών του, μιας και υπηρέτησε τόσο στην Κύπρο όσο και στη διεύθυνση Κυπριακού του ελληνικού ΥΠΕΞ την κρίσιμη δεκαετία του ’90. Η άποψη που υπάρχει για την κ. Παπαδοπούλου από πηγές που γνωρίζουν είναι πως αποτελεί επίσης ικανή διπλωμάτη –πράγμα που διαφάνηκε κι από την αναβάθμισή της στην κυβέρνηση Μητσοτάκη μετά από την κόντρα της με τον πρώην ΥΠΕΞ Νίκο Κοτζιά όσο υπηρετούσε στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στην ΕΕ. Το Κυπριακό, στην κρίσιμη αυτή φάση που εισέρχεται με τα πολλά ανοικτά μέτωπά του (ΑΟΖ, Αμμόχωστος), πέραν αυτού της επανέναρξης του διαλόγου, δείχνει να αποτελεί ενδιαφέρουσα προσλαμβάνουσα για την ελληνική διπλωματία στην παρούσα συγκυρία, δεδομένης και της νέας κυβέρνησης στην Ελλάδα και των στρατηγικών προτεραιοτήτων της.

 

Προτεραιότητα ο Ταγίπ

Για την ελληνική διπλωματία και τον πρωθυπουργό Μητσοτάκη ύψιστη προτεραιότητα αποτελεί στην παρούσα φάση, σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες του «Π», η συνάντηση με τον Τούρκο Πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στις, εκτός απροόπτου, 24 Σεπτεμβρίου στη Νέα Υόρκη. Η ατζέντα περιλαμβάνει φυσικά και το Κυπριακό στα πλαίσια του ρόλου Ελλάδας και Τουρκίας ως εγγυητριών δυνάμεων, αλλά ο βασικός άξονας στον οποίο η Αθήνα δείχνει να βάζει προτεραιότητα είναι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις με φόντο το προσφυγικό και το Αιγαίο. Σε μια μεταβατική συγκυρία στις αμερικανοτουρκικές και ευρωτουρκικές σχέσεις, η Αθήνα δείχνει να ιεραρχεί, πολύ ψηλά στους στρατηγικούς της στόχους την αποφυγή της πιθανής υλοποίησης των εκβιαστικών απειλών της διακυβέρνησης Ερντογάν για το προσφυγικό. Το worst case scenario του «ανοίγματος της στρόφιγκας» των ανθρωπίνων ροών από την Τουρκία σε μια περίοδο ανακατατάξεων στο Συριακό αξιολογείται από διπλωματικούς κύκλους στην Αθήνα σαν μια νέα προσφυγική κρίση στην Ευρώπη –στην πρώτη γραμμή της οποίας θα βρεθούν τα νησιά του Αιγαίου και, κατ’ επέκταση, η ελληνική οικονομία, η οποία και αποτελεί τη βασική προτεραιότητα των πρώτων 100 ημερών της νέας κυβέρνησης Μητσοτάκη. Δεν είναι τυχαίο πως ο τελευταίος βρέθηκε αμέσως μετά την επανεκλογή του σε Παρίσι και Βερολίνο όπου, στις εκτενείς συνομιλίες που είχε με τον Γάλλο Πρόεδρο Μακρόν και τη Γερμανίδα καγκελάριο Μέρκελ, το ζήτημα του προσφυγικού και της αντιμετώπισης μιας τέτοιας κρίσης τέθηκε σε πρώτο πλάνο. Δεδομένης και της γεωπολιτικής αναβάθμισης της Ελλάδας από τις ΗΠΑ σε μια περίοδο όπου οι τελευταίες προσπαθούν να επιλύσουν τα ζητήματά τους με την Άγκυρα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη δείχνει να τηρεί και στάση αναμονής στον άξονα Ουάσινγκτον-Άγκυρας προκειμένου να προχωρήσει όσο πιο αθόρυβα γίνεται και με απτά αποτελέσματα προς μια κανονικοποίηση στο ζήτημα των καθημερινών τουρκικών παραβιάσεων στο Αιγαίο (με ανανέωση ΜΟΕ με την Τουρκία), αλλά και με την επισφράγιση των νέων ελληνοαμερικανικών σχέσεων –στον τομέα της εξοπλιστικής αναβάθμισης των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων.

 

Τι να αναμένουμε

Χωρίς αμφιβολία η Αθήνα στέκεται δίπλα στη Λευκωσία στις προσπάθειες για επανέναρξη του διαλόγου και συντονισμού των ενεργειών για αντιμετώπιση των τουρκικών κλιμακώσεων. Ωστόσο, όπως καθίσταται σαφές από τα μηνύματα που προκύπτουν από την Αθήνα, οι στρατηγικές προτεραιότητες της νέας κυβέρνησης Μητσοτάκη δεν εδράζονται σε μια επανέναρξη του διαλόγου στο Κυπριακό όπου η κορύφωσή της δεν θα ανοίξει τον δρόμο για την υιοθέτηση μιας κοινά αποδεκτής φόρμουλας για διευθέτηση. Τόσο η συγκυρία των πρώτων 100 ημερών της νέας ελληνικής κυβέρνησης, όσο και οι τρέχουσες προκλήσεις αλλά και προτεραιότητες στο εσωτερικό και στην οικονομία, συγκλίνουν, όπως αντιλαμβάνεται ο «Π», προς μια τέτοια κατεύθυνση. Έμπειροι παρατηρητές σημειώνουν πως ο Κυριάκος Μητσοτάκης κινήθηκε πολύ προσεκτικά ως προς τα όρια του ρόλου της Ελλάδας ως εγγυήτριας δύναμης στο Κυπριακό και αναφορικά με τη διαχρονική στάση στήριξης της Αθήνας στον άξονα τού «η Λευκωσία αποφασίζει και η Αθήνα συμπαρίσταται», ενώ ταυτόχρονα έθεσε και την ευρωπαϊκή διάσταση στις τουρκικές παραβιάσεις στην κυπριακή ΑΟΖ, με το λεκτικό του να δίνει έμφαση «στην παραβατική συμπεριφορά της Τουρκίας στα ανοιχτά της Κυπριακής Δημοκρατίας». Όπως όλα δείχνουν, και η Αθήνα θα μπει στη διαδικασία της στάσης αναμονής (“wait & see”) ως προς την επανέναρξη των συνομιλιών, αναμένοντας να ξεκαθαρίσει το αποτέλεσμα των λεγόμενων εκλογών στην «ΤΔΒΚ», αλλά και οι επόμενες κινήσεις της Άγκυρας στη σκακιέρα –στο Κυπριακό, αλλά και, σημαντικότερα, πέραν αυτού.

 

Ελλάδα, ΑΟΖ και Λιβύη

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δείχνει να έχει αναγνώσει το ζήτημα της περικύκλωσης της κυπριακής ΑΟΖ από τα τουρκικά γεωτρύπανα κι ερευνητικά πλοία ως ένα ζήτημα που δεν άπτεται μόνον του Κυπριακού και των μαξιμαλιστικών διεκδικήσεων της Τουρκίας, αλλά και σε σχέση με ολόκληρη την περιφερειακή πολιτική της Άγκυρας για την Ανατολική Μεσόγειο –με προεκτάσεις και στα ελληνοτουρκικά σε σχέση με το Αιγαίο. Ο Έλληνας πρωθυπουργός έθεσε πολύ σοβαρά ενώπιον του Προέδρου Αναστασιάδη στην Αθήνα την άποψη της τελευταίας για τις παραβιάσεις της Τουρκίας στην κυπριακή ΑΟΖ. Η διάσταση που δίδεται εδώ από την Αθήνα είναι αυτή που εκφράστηκε από τον ίδιο τον κ. Μητσοτάκη διεθνώς και συνοψίζεται στο ότι οι τουρκικές έκνομες ενέργειες αποτελούν «ευρωπαϊκό θέμα». Ο υπαρξιακός όμως φόβος της Ελλάδας δεν αφορά μόνο τις περιπλοκές από τις παράνομες γεωτρήσεις της Τουρκίας στην κυπριακή ΑΟΖ. Δείχνει να επεκτείνεται, σύμφωνα με καλά ενημερωμένες πηγές, και σε ένα σενάριο –μέχρι το τέλος του χρόνου- ανακήρυξης Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης. Ως γνωστόν, η κυβέρνηση Ερντογάν στηρίζει έμπρακτα την διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση του GNA (Government of National Accord) της Τρίπολης υπό τον ισλαμιστή Φαγιέζ αλ-Σάραζ στον ιδιότυπο πόλεμό της –διά αντιπροσώπων- με την κυβέρνηση του LNA (Libya National Army) του στρατηγού Χαλίφα Χαφτάρ, που μαίνεται με αμείωτη ένταση από τις 4 Απριλίου. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα «έκλεβε» από την Ελλάδα μια θαλάσσια έκταση 39.000 τ. χιλιομέτρων, παρακάμπτοντας ουσιαστικά την Κρήτη και τα Δωδεκάνησα και φτάνοντας μέχρι το νοτιοδυτικό άκρο της κυπριακής ΑΟΖ, δημιουργώντας ακόμη μια πτυχή πίεσης της τουρκικής διπλωματίας και «εργαλειακό προηγούμενο» για την Τουρκία σε σχέση με τις διεκδικήσεις της στο Αιγαίο. Αναγνωρίζοντας τις δυσκολίες στην επανέναρξη του διαλόγου, η Αθήνα δεν θα επιθυμούσε το Κυπριακό να καταστεί, κατά την πάγια τακτική της Τουρκίας, αντικείμενο «πακετοποίησης» με τα ελληνοτουρκικά –σε μια περίοδο μάλιστα που προέχει η εξεύρεση διεθνών επενδύσεων και η σταδιακή επάνοδος σε συνθήκες σχετικής οικονομικής σταθερότητας μετά από χρόνια ύφεσης. Τέλος, δεν θα επιθυμούσε και η κλιμάκωση της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο, με ερευνητικά πλοία, όπως το «Oruc Reis», να αγγίξει το Αιγαίο, και δη το σύμπλεγμα του Καστελορίζου.

Twitter: @JohnPikpas