POWERED BY

Φόρμα αναζήτησης

Η ιστορία του Niyazi Djemal



 

 

 

Ο Nedjati Niyazi Reynar ψάχνει ακόμα τον πατέρα του Niyazi Djemal που κατάγεται από το χωριό Αρεδιού και είναι «αγνοούμενος» από το 1963. Κάποιοι από τους Ελληνοκύπριους αναγνώστες μου με είχαν βοηθήσει να βρω τους τόπους ταφής όλων των «αγνοούμενων» Τουρκοκύπριων του χωριού Αρεδιού. Ο μόνος «αγνοούμενος» που δεν μπορέσαμε να βρούμε είναι ο Niyazi Djemal.

Συναντηθήκαμε με τον γιο του Nedjati για να μου πει για τη ζωή του.

 

Οι αναζητήσεις

Είχαμε βρει ένα πηγάδι στο Τσέρι, τον τόπο ταφής των Naim Huseyin, Salih Mehmet και Kemal Huseyin, που τους είχε πάρει η ελληνοκυπριακή Αστυνομία της Δευτεράς από το σπίτι τους στην Αρεδιού ένα βράδυ τον Δεκέμβριο του 1963. Ένας Ελληνοκύπριος αναγνώστης μου μου είχε δείξει αυτό το πηγάδι στο Τσέρι και το είχαμε επισημάνει μαζί στους λειτουργούς της Κυπριακής Διερευνητικής Επιτροπής Αγνοουμένων και λόγω της κατασκευής ενός δρόμου που θα περνούσε πάνω από το πηγάδι έπρεπε επειγόντως να σκαφτεί και αυτό έκαναν. Όταν η ΔΕΑ έσκαψε το πηγάδι που είχε δείξει ο αναγνώστης μου, βρήκαν τα οστά των τριών «αγνοούμενων» από την Αρεδιού. Τα ταυτοποίησαν με τη μέθοδο DNA και παρευρεθήκαμε στις κηδείες τους. Ένας άλλος Ελληνοκύπριος αναγνώστης μας είχε δείξει τον τόπο που είχε θαφτεί ο Shevket Djemal και αφού δείξαμε την περιοχή αυτή στη ΔΕΑ, όταν έσκαψαν, βρήκαν τα οστά του Shevket από την Αρεδιού, τα οποία επίσης ταυτοποιήθηκαν με τη μέθοδο DNA και επιστράφηκαν στην οικογένειά του. Όμως αυτός που τον πήραν από το σπίτι του στην Αρεδιού δεν έχει βρεθεί. Ήταν ο πρώτος που η ελληνοκυπριακή Αστυνομία της Δευτεράς πήρε από το σπίτι του και έγινε «αγνοούμενος». Πήγαν στο σπίτι του στη μέση της νύχτας, χτύπησαν την πόρτα και όταν δίστασε να ανοίξει έσπασαν το παράθυρο του υπνοδωματίου του, τον σημάδεψαν με ένα όπλο και του είπαν: «Είτε βγαίνεις έξω, είτε θα σε σκοτώσουμε μπροστά στη γυναίκα σου…». Ανήμπορος να αντιδράσει, ντύθηκε και βγήκε έξω… Αυτή ήταν η τελευταία φορά που βγήκε έξω – κανένας δεν τον είδε ξανά, ούτε και άκουσε ξανά τη φωνή του… Ο μόνοι ήχοι που άκουσαν ήταν οι πυροβολισμοί αμέσως αφού τον πήραν από το σπίτι του, στην έξοδο του χωριού. Υπήρχαν πολλές φήμες ότι τον είχαν σκοτώσει κοντά στο τουρκοκυπριακό νεκροταφείο. Αλλά πού θάφτηκε; Στο νεκροταφείο; Ή μήπως το σώμα του μεταφέρθηκε αλλού; Η σύζυγός του Havva πέθανε πριν να μπορέσουμε να βρούμε την απάντηση σε αυτό το ερώτημα ζωτικής σημασίας για την οικογένεια. Όχι μόνο η σύζυγός του, αλλά πέθανε επίσης και η κόρη του Aydin. Παρόλο που έχουν περάσει σχεδόν 60 χρόνια, ακόμα περιμένουν να βρουν τον «αγνοούμενο» πατέρα τους και κάποια παιδιά Τουρκοκύπριων και Ελληνοκύπριων «αγνοούμενων» στο μεταξύ πεθαίνουν με αυτήν την αγωνία.

Η ζωή του

Ο Niyazi Djemal είχε ένα φορτηγό και δούλευε στα μεταλλεία. Δούλευε στο Μιτσερό, στο Βασιλικό και στο Ξερό – μετέφερε το μετάλλευμα στα λιμάνια για εξαγωγή. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο χωριό Αρεδιού και παντρεύτηκε τη Havva Ibrahim, επίσης από την Αρεδιού. Η Havva πέθανε πριν από τρία χρόνια. Είχαν τέσσερα παιδιά: τους Nedjati, Djaner, Aydin και Yilmaz. Η Aydin αρρώστησε και πέθανε. Έτσι μόνο τρία παιδιά παραμένουν εν ζωή και περιμένουν ακόμα. Το 1963 ο Nedjati ήταν μόλις 13 ετών, αλλά θυμάται τα πάντα πολύ καλά. Εκείνο τον καιρό πήγαινε στο γυμνάσιο στη Λευκωσία και ταξίδευε καθημερινά με το λεωφορείο.

Ο Nedjati μιλά για τον πατέρα του:

«Ο πατέρας μου ήταν ένας πολύ καλός άνθρωπος, ήταν πολύ γενναιόδωρος. Από την παιδική μου ηλικία θυμούμαι ότι δεν είχαμε ποτέ οικονομικές δυσκολίες. Ποτέ. Πληρωνόταν κάθε δεκαπέντε ημέρες από τα μεταλλεία. Εκείνο τον καιρό έπαιρνε 80 κυπριακές λίρες, 100 λίρες, 120 λίρες… Αυτά ήταν μεγάλα ποσά… Είχαμε τα πάντα στο σπίτι. Εκείνο τον καιρό υπήρχε το συμπυκνωμένο γάλα και το έφερνε σπίτι σε κιβώτιο. Όταν ήταν ο καιρός των καρπουζιών, κάτω από όλα τα κρεβάτια στο σπίτι υπήρχαν καρπούζια. Αγόραζε ζάχαρη σε έναν τεράστιο σάκο. Ήταν τέτοιος άνθρωπος. Η μητέρα μου ήταν νοικοκυρά».

Εφόσον είχε φορτηγό ίσως η «υπόγεια οργάνωση» των Τουρκοκυπρίων εκείνης της εποχής να προσπάθησε να τον χρησιμοποιήσει για να μεταφέρει όπλα ή κάτι τέτοιο; Ο Nedjati λέει: «Ίσως, δεν θα το ήξερα… Ίσως ήταν επικεφαλής της οργάνωσης στο χωριό, νομίζω ότι αυτό θα ήταν πιθανό. Γιατί όποτε συνέβαινε κάτι, όλοι οι ηλικιωμένοι του χωριού και οι στρατιώτες μαζεύονταν στο σπίτι μας».

 

Ο Nedjati Reynar με τη μητέρα του.

Ήταν ο πρώτος που πήρε η ελληνοκυπριακή Αστυνομία της Δευτεράς από το σπίτι του στο χωριό.

«Θυμάμαι εκείνη τη μέρα αρκετά καλά. Είχαμε πάει στο σχολείο, ήταν η μέρα που υπήρξαν πυροβολισμοί στο μνημείο του Ataturk στη Λευκωσία. Όταν το άκουσε αυτό, ήρθε στη Λευκωσία φέρνοντας το ποδήλατό μου από το χωριό. Μου είπε να μείνω στο σπίτι της θείας μου προς το παρόν. Η θεία μου Shefika ζούσε στο Καϊμακλί. Ο πατέρας μου μου είπε: ‘Μείνε μαζί τους μέχρι να περάσουν αυτές οι μέρες και θα έρθω να σε πάρω’.

 

.

Niyazi Djemal

Οι άνθρωποι του είπαν επίσης να μην επιστρέψει στο χωριό αλλά να μείνει στη Λευκωσία, αλλά είπε ‘όχι’ και επέστρεψε στο χωριό με το φορτηγό του». Αυτό συνέβη γύρω στις 23 Δεκεμβρίου του 1963. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που ο Nedjati είδε τον πατέρα του. Τον πήραν από το σπίτι του στις 25 Δεκεμβρίου του 1963. Ο Nedjati συνεχίζει με τη θλιβερή ιστορία του πατέρα του:

«Εκείνο το βράδυ -πιστεύω ότι ήταν η 25η Δεκεμβρίου- είχαν πάει για ύπνο περίπου στις 10-11 μ.μ. Και η Αστυνομία τον πήρε. Η Αστυνομία της Δευτεράς. Η μητέρα μου γνώριζε αυτόν που τον πήρε, ήξερε το όνομά του, έδωσε κατάθεση στην UNFICYP και τους έδωσε το όνομά του. Ήρθαν και χτύπησαν την πόρτα και ο πατέρας μου δεν ήθελε να βγει έξω, έτσι πήγαν στο παράθυρο του υπνοδωματίου, το έσπασαν και έστρεψαν το όπλο μέσα στο δωμάτιο και του είπαν να βγει έξω αλλιώς θα τον σκότωναν μπροστά στη γυναίκα του, είπαν. Έτσι μας είπε η μητέρα μου ότι είχε συμβεί. Έτσι σηκώθηκε, ντύθηκε και βγήκε έξω και τον πήραν. Η μητέρα μου είχε υποβληθεί σε σκωληκοειδεκτομή πολύ πρόσφατα και το σημείο της επέμβασης στο σώμα της άρχισε να αιμορραγεί. Την πήραν την επόμενη μέρα στη Λευκωσία στον γιατρό, της έκανε θεραπεία και την πήραν πίσω στο χωριό. Και μερικές μέρες μετά πήραν τους άλλους Τουρκοκύπριους από το χωριό και μετά φύγαμε από αυτό. Νομίζω ότι ήταν Ιανουάριος όταν φύγαμε, τα Ηνωμένα Έθνη ήρθαν και μας μετέφεραν. Πιθανόν να ήταν Βρετανοί στρατιώτες, καθώς εκείνη την εποχή υπήρχε εκεί ο ΟΗΕ. Τέλος πάντων, υπό τον έλεγχό τους και μέσω αυτών μεταφερθήκαμε στο Chomlekchi Farm και μετά στη Μόρα. Δεν υπήρχε τίποτα στο Chomlekchi Farm, μόνο άδεια σπίτια, πρώτα μας εγκατέστησαν εκεί και μετά μας μετέφεραν στη Μόρα… Το 1958, όταν γίνονταν φασαρίες στην Κύπρο, πάλι πήγαμε στη Μόρα και μετά επιστρέψαμε στην Αρεδιού. Και αυτή τη φορά πάμε και πάλι στη Μόρα… Σταδιακά έκτισαν προσφυγικά σπίτια στη Μόρα και μείναμε εκεί. Έμενα στη Λευκωσία αφού πήγαινα στο σχολείο, μετά έπρεπε να κάνω τη στρατιωτική μου θητεία το 1966 και μετά πήγα στην Τουρκία για να σπουδάσω στο πανεπιστήμιο. Η μητέρα μου, που έμεινε μόνη με τέσσερα παιδιά αφότου ο πατέρας μου έγινε «αγνοούμενος», άρχισε να δουλεύει στα χωράφια για να επιβιώσουν. Εκείνο τον καιρό πήγαινε για να μαζέψει βαμβάκι και σουσάμι. Δούλευε ως εργάτρια. Θα πήγαινε στη δουλειά για να μαζέψει πεπόνια και καρπούζια ή λουβί στη Μόρα. Τότε άρχισαν να της δίνουν έναν μικρό μισθό επειδή ο άντρας της ήταν «αγνοούμενος». Τα ζώα μας κλάπηκαν από κάποιους Ελληνοκύπριους και έτσι τα χάσαμε.

Αφότου ο πατέρας μου έγινε «αγνοούμενος», άρχισα να δουλεύω ενώ πήγαινα στο σχολείο. Άρχισα να διανέμω εφημερίδες με το ποδήλατό μου. Σηκωνόμουν στις 5-6 το πρωί περίπου, πήγαινα και έπαιρνα τις εφημερίδες και τις διένεμα στους πελάτες μας. Έτσι κέρδιζα το χαρτζιλίκι μου. Στη διάρκεια της στρατιωτικής μου θητείας για τρία χρόνια μέναμε στο στρατόπεδο και τρώγαμε εκεί. Μας έδιναν επίσης έναν μικρό μισθό. Κατά τη διάρκειας της φοίτησής μου στο πανεπιστήμιο δούλευα. Στη διάρκεια των διακοπών εργαζόμουν στην ελληνοκυπριακή και στην τουρκοκυπριακή πλευρά ως οικοδόμος. Καθώς σπούδαζα στην Τουρκία έφερνα παντελόνια τζιν, τσιγάρα, κρύσταλλα, ταινίες για να τα πουλήσω και να επιβιώσω. Με αυτόν τον τρόπο μπορούσα να αγοράζω το αεροπορικό μου εισιτήριο για να έρχομαι στην Κύπρο. Σπούδασα Διοίκηση Επιχειρήσεων στα Άδανα. Όταν επέστρεψα στην Κύπρο, ήμουν άνεργος για περίπου έναν χρόνο. Ξέσπασε ο πόλεμος και πάλι γίναμε στρατιώτες. Παντρεύτηκα στις 14 Ιουλίου του 1974 και μια μέρα μετά έγινε το πραξικόπημα και έπρεπε να πάω στη στρατιωτική μου θέση το βράδυ. Μετά τον πόλεμο, υπήρχε μια θέση στο Υπουργείο Οικονομικών και υπέβαλα αίτηση και άρχισα να εργάζομαι στο τελωνείο στην Αμμόχωστο. Από τότε ζω στην Αμμόχωστο.

Η μητέρα μου περίμενε να επιστρέψει ο πατέρας μου και κράτησε όλα τα ρούχα του. Ο πατέρας μου είχε ένα φορτηγό και μετά το 1963 το πήρε η υπόγεια οργάνωση. Το χρησιμοποιούσαν για να μεταφέρουν πράγματα από το λιμάνι. Μετά από λίγα χρόνια το έδωσαν πίσω και το φορτηγό παρέμεινε στη Μόρα. Έλεγα στη μητέρα μου ‘Ας πουλήσουμε το φορτηγό’ και έλεγε: ‘Όχι, ο πατέρας σου θα επιστρέψει. Θα επιστρέψει’».

 

 

Ο Nedjati Niyazi Reynar μαζί με τον Mehmet Ali Gocher από την Αρεδιού.

Ας προσπαθήσουμε να βοηθήσουμε να βρεθεί ο πιθανός τόπος ταφής του Niyazi Djemal. Έχουν περάσει 58 χρόνια. Αν κάποιος ξέρει κάτι, παρακαλώ τηλεφωνήστε μου επώνυμα ή ανώνυμα στο κινητό μου στον αριθμό της Cyta 99 966518 ή στείλτε μου ένα μήνυμα για να σας τηλεφωνήσω. Παρακαλώ βοηθήστε να επουλωθούν αυτές οι πληγές.

 

Sevgul Uludag

caramel_cy@yahoo.com

Τηλ: 99 966518

 

Ο Ασίμ Ακανσόι στον «Π»: «Να μιλήσουν οι δυνάμεις της λύσης πριν να είναι αργά»

 

Αίφνης θυμήθηκε το συμφωνημένο πλαίσιο λύσης!

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.