Φόρμα αναζήτησης

Γιατί η Τουρκία βρίσκεται σήμερα ένα βήμα μπροστά

O Τούρκος ΥΠΕΞ Μεβλούτ Τσαβούσογλου «ήρθε» στα κατεχόμενα, «είδε» και «νίκησε» για να παραφράσουμε και το γνωστό ρητό του Ιούλιου Καίσαρα όταν συνέτριψε τον Φαρνάκη στη Ζέλα. Το τι μας είπε όμως ο Τούρκος διπλωμάτης οn & off the record πρέπει να ιδωθεί και από τον τρόπο που λειτουργεί ο ίδιος ως αναπόσπαστο κομμάτι της κυβέρνησης Ερντογάν και κατ’ επέκταση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής σε Κυπριακό και Ανατολική Μεσόγειο. Οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ, που ασχολούνται με το μοντέλο διακυβέρνησης του Ερντογάν στη σύγχρονη Τουρκία, γνωρίζουν πως ο συγκεκριμένος Τούρκος υπουργός Εξωτερικών δεν έχει περιθώρια ελιγμών. Εκτελεί απλώς τις εντολές του Τούρκου Προέδρου. Φάνηκε ξεκάθαρα και στον μηδενικό ρόλο που διαδραμάτισε στην πρόσφατη διαπραγμάτευση με τις ΗΠΑ για τη δημιουργία της ζώνης ασφαλείας στη βόρεια Συρία. Ο ΥΠΑΜ Χουλουσί Ακάρ έπαιξε εκεί τον ρόλο του ΥΠΕΞ. Γιατί είναι αναγκαία αυτή η επισήμανση; Γιατί όσα δήλωσε, συμπεριλαμβανομένων της συνέντευξης που έδωσε στην «Καθημερινή» αλλά και όσα είπε κατά την παρουσία του στα κατεχόμενα, αποτελούν χαρακτηριστικό δείγμα ανοικτής διπλωματίας. Η Άγκυρα δείχνει να έχει διαβάσει αλλά και να έχει αποκρυπτογραφήσει ορθά τις κινήσεις της Λευκωσίας, δύο χρόνια μετά το Κραν Μοντανά χωρίς διάλογο, και στην παρούσα φάση σχεδιάζει πολύ προσεκτικά τις επόμενες κινήσεις της στο Κυπριακό. Η ανάγνωση των παραλείψεων και των τακτικισμών της δικής μας πλευράς φαίνεται να αποτελεί συγκριτικό πλεονέκτημα για την Άγκυρα στην παρούσα συγκυρία.

Τι μας είπε ο Μεβλούτ

 Όπως αναφέραμε και στο παρελθόν, η Τουρκία δείχνει να αντιλαμβάνεται πως η στρατηγική της στο Κυπριακό υπερέχει έναντι αυτής της ΚΔ. Κοινώς στοιχειοθετεί μια στρατηγική που εδράζεται στην υπόθεση εργασίας πως οι Ελληνοκύπριοι, μετά από 42 χρόνια συμφωνημένης φόρμουλας διευθέτησης του Κυπριακού στη βάση της ΔΔΟ (διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας) δεν προχώρησαν ποτέ σε μια τέτοια συμφωνία. Ωστόσο δεν απορρίπτουν τη φόρμουλα αλλά ούτε και σχετικές ιδέες σε σχέση με αυτήν (π.χ. πρόνοιες αποκέντρωσης). Γνωρίζοντας όμως πως η βολική στάση της ελληνοκυπριακής πλευράς, διαχρονικά, σε σχέση με το ισχύον status quo λειτουργούσε εναντίον των συμφερόντων τους, προχώρησαν -με αφορμή τον Φεβρουάριο του 2018- σε δυναμικές κινήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ, κρίση που συνεχίζεται μέχρι τη συζήτηση περί ανοίγματος της Αμμοχώστου και την περαιτέρω κλιμάκωση με την αποστολή γεωτρύπανων για τη διενέργεια παράνομων γεωτρήσεων. Η ξεκάθαρη άποψη που εξέφρασε ο Τούρκος ΥΠΕΞ για διενέργεια μιας άτυπης πενταμερούς, όπου θα ξεκαθαρίσει τι μορφή λύσης επιθυμεί η ε/κ πλευρά, είναι ταυτόχρονα μια μορφή πίεσης αλλά και μια, παραδόξως, ειλικρινής πρόταση: Από τη μια αποσκοπεί στο να αλλάξει τον τρόπο διαπραγμάτευσης -και πώς δεν θα αλλάξει αυτός αν εργαλειακά το φυσικό αέριο και η Αμμόχωστος, δύο θέματα που δεν μας απασχολούσαν ως πτυχές της ομοσπονδιακής αρμοδιότητας το 2011 ή που ως πτυχή του εδαφικού το 2014 έχουν de facto μπει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων- και από την άλλη υπενθυμίζει στην ε/κ πλευρά πως η Άγκυρα διαπραγματεύεται ό,τι της προκύψει. Εκτός από το σενάριο διατήρησης του status quo. Η Τουρκία, αφήνοντας την πλευρά μας να προχωρήσει κανονικά το ενεργειακό της πρόγραμμα μετά το ναυάγιο του Κραν Μοντανά, το χτίσιμο των τριμερών σχημάτων διπλωματίας με τα κράτη της περιοχής και τη γεωπολιτική αναβάθμιση με τις ΗΠΑ και τη Γαλλία, ήρθε σχεδόν βίαια με τη χρήση πειθαναγκαστικής διπλωματίας (τρυπάνια και Αμμόχωστος) να υπενθυμίσει πως α) δεν μπορεί να αποκλειστεί από την περιοχή και β) δεν μπορεί σε ένα ιστορικό κλείσιμο του Κυπριακού ως προς τη βάση της ΔΔΟ να χρεωθεί εξολοκλήρου το blame game.

Μας είπε ψέματα;

O Τούρκος ΥΠΕΞ έχει ουσιαστικά, πάνω από μία φορές, «καρφώσει» την ελληνοκυπριακή πλευρά σε σχέση με φερόμενη αντίληψη της τελευταίας προς μια μορφή διευθέτησης του Κυπριακού στη βάση των δύο κρατών. Ακόμη κι αν αυτό όμως αποτελεί ένα φοβερό ψέμα, κατασκεύασμα της τουρκικής στρατηγικής στο Κυπριακό, είναι πραγματικά απορίας άξιον από πού πηγάζει αυτή η άνεση, αλλά και αυτοπεποίθηση, να το παραθέτει ο κ. Τσαβούσογλου στη δημόσια σφαίρα. Ακόμη κι αν είναι ένας κοινός ψεύτης που επιχειρεί να διχάσει την ελληνοκυπριακή κοινότητα, η δήλωση αυτή αποσκοπεί και σε κάτι άλλο: Αν ποτέ η ελληνοκυπριακή ηγεσία κληθεί, ανοικτά και συνειδητά, να επιλέξει μια τέτοια κατεύθυνση ως προς την επίλυση του Κυπριακού, η Άγκυρα να βρίσκεται ένα βήμα μπροστά ως προς τη νοηματοδότηση του τι θα μπορούσε να περιλαμβάνει, ως περιεχόμενο, μια τέτοιου τύπου λύση. Η τουρκική πλευρά εξάλλου γι’ αυτό επιμένει τόσο στο ζήτημα του “review clause” σε σχέση με τα τουρκικά στρατεύματα με τον ίδιο διαπραγματευτικό τρόπο που η δική μας, αλλά και η ελληνική με κάτι που έθεσε η κυβέρνηση Τσίπρα λόγω Κοτζιά και έπιασε από το ίδιο σημείο η κυβέρνηση Μητσοτάκη, μιλάει για «μηδέν στρατό / μηδέν εγγυήσεις». Η Τουρκία φαίνεται πως ακόμη και αν δεν υπάρξει επανέναρξη του διαλόγου μέχρι τις λεγόμενες εκλογές στα κατεχόμενα, αν επιθυμήσει να κλιμακώσει την ένταση ανατρέποντας περαιτέρω επί του εδάφους και της θαλάσσης το ισχύον status quo, θα το πράξει σε μια λογική βαθύτερης διάσπασης της ελληνοκυπριακής πλευράς και όχι με ενέργειες όπως η παρεμπόδιση μιας επικείμενης προγραμματισμένης γεώτρησης – που θα την καθιστούσε ευάλωτη διεθνώς αλλά και σε σχέση με τη διαδικασία του blame game που δύναται να ακολουθήσει. Μια άκρως καλά σχεδιασμένη στρατηγική που εμπεριέχει πολλαπλά αποτελέσματα για την Τουρκία, όλα με τη λογική του win/lose σε σχέση με την πλευρά μας.

Τι διάβασε η Τουρκία

 Η τουρκική διπλωματία δείχνει να έχει διαβάσει σωστά και δύο άλλες πτυχές. Τον τρόπο αντίδρασης της κυπριακής εξωτερικής πολιτικής απέναντι στις έκνομες ενέργειες της TPAO στις περιπτώσεις του “Yavuz” και του “Fatih” σε μικρο- και μακρο- επίπεδο. Η ΚΔ πολύ ορθά προχώρησε με ενέργειες πρόκλησης κόστους στην Τουρκία σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην έκδοση διεθνών ενταλμάτων σύλληψης για το προσωπικό των τουρκικών τρυπανιών. Ωστόσο, η Τουρκία αντιλήφθηκε τον πρώτο τρόπο ως αμελητέο ως προς το τι προκάλεσε, επί του πεδίου, στην οικονομία της, ενώ τον δεύτερο ως «απειλή χρήσης ισχύος» και όχι ως ενεργητικό μέτρο παρεμπόδισης των παράνομων γεωτρήσεων – ασχέτως αν τεχνικά έγιναν ή όχι ή αν παρήγαγαν αποτελέσματα (εντοπισμό κοιτασμάτων). Η Άγκυρα ερμήνευσε δηλαδή τις δύο ενέργειες αφενός ως κλιμακώσεις ή (tit for tat) εκ μέρους της Λευκωσίας στη δική της υψηλού ρίσκου κρίση στην περιοχή, που ωστόσο δεν παρήγαγαν απτά αποτελέσματα (ισόποσης δηλαδή ανταπόδοσης) ούτε στο οικονομικό πεδίο αλλά ούτε και ως προς την αποχώρησή της από την κυπριακή ΑΟΖ. Ενδεχομένως, η προσφυγή –ορθώς λόγω της σαφούς παραβίασης σχετικών ψηφισμάτων– της Κύπρου στο Συμβούλιο Ασφάλειας του ΟΗΕ για τις κινήσεις στην Αμμόχωστο να τύχουν της ίδιας πρόσληψης από την Τουρκία. Συνεπώς, η Άγκυρα δείχνει να πετυχαίνει κι έναν άλλο στόχο: Να αφήνει σταδιακά τη δική μας αντίδραση να αποτυγχάνει για να καταδείξει, σε διεθνές πλέον επίπεδο σε ΟΗΕ και ΕΕ, πως ο μόνος ενδεδειγμένος τρόπος για αποκλιμάκωση είναι η επιστροφή στις διαπραγματεύσεις. Στη βόρεια Συρία κάνει ακριβώς το ίδιο συντηρώντας τη διαδικασία της Αστάνα και τις τριμερείς με το Ιράν και τη Ρωσία –κλείνοντας και το μάτι σε μια βασική συνεννόηση με το καθεστώς Άσαντ– απειλώντας όμως ταυτόχρονα με προσφυγική κρίση την Ευρώπη και με νέα επέμβαση ανατολικά του Ευφράτη. Και ο βαθμός εμπλοκής εκεί είναι μεγαλύτερος σε στρατιωτικό επίπεδο, με ανεπτυγμένες δυνάμεις του τουρκικού στρατού και συνεχιζόμενη συντήρηση ένοπλων αντιπροσώπων της, σε σχέση με την παγιωμένη de facto στρατιωτική κατοχή της Κύπρου, όπου δεν υπάρχει συνεχιζόμενη σύγκρουση πέραν των ζητημάτων ασφάλειας που προκύπτουν λόγω της κατοχής. Καλό διάβασμα της δικής μας πολιτικής, αν μη τι άλλο, εκ μέρους των Τούρκων και μια υπενθύμιση πως μπορεί να χάσουμε όχι μόνο την Αμμόχωστο, οριστικά, αλλά και κάθε διεθνές έρεισμα σε σχέση με το blame game αν δεν υπάρξει επανέναρξη των συνομιλιών.