Φόρμα αναζήτησης

Δικαστική μεταρρύθμιση ή διάλυση

Η εκτελεστική εξουσία έχει αποφασίσει να προχωρήσει με ευρύτατη δικαστική μεταρρύθμιση και έχει καταρτίσει αριθμό νομοσχεδίων για να επιφέρει την εν λόγω μεταρρύθμιση. Τα τρία νομοσχέδια έχουν ετοιμαστεί από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, έχουν εγκριθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο και έχουν κατατεθεί στη Βουλή των Αντιπροσώπων, όπου σύντομα θα αρχίσει η συζήτησή τους ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής Νομικών.

Εν όψει της σπουδαιότητας του πιο πάνω θέματος, θεωρώ σκόπιμο να καταγράψω ορισμένες σκέψεις και προβληματισμούς, τόσο με βάση την επαγγελματική μου πείρα ως δικηγόρου που εμφανίζομαι τακτικά ενώπιον των κυπριακών δικαστηρίων όσο και στο πλαίσιο της ακαδημαϊκής μου ενασχόλησης με το θέμα της δικαστικής εξουσίας (που άρχισε εδώ και πολλές 10ετίες). Οι πιο κάτω απόψεις είναι προσωπικές και διατυπώνονται από εμένα υπό την προσωπική/επαγγελματική μου ιδιότητα και χωρίς οποιαδήποτε συνεννόηση με άλλους εμπλεκόμενους φορείς.

Θέλω κατ’ αρχάς να αναφέρω ότι ουδείς αμφιβάλλει για τις αγαθές προθέσεις της κυβέρνησης, αλλά πιστεύω με κάθε σεβασμό ότι η προτεινόμενη «μεταρρύθμιση» όχι μόνο δεν θα ωφελήσει αλλά ενδεχομένως να καταφέρει σοβαρά πλήγματα στο όλο σύστημα της κυπριακής δικαιοσύνης.

Οι κύριες απόψεις μου έχουν ως ακολούθως:

  1. Βασικός πυρήνας της προτεινόμενης μεταρρύθμισης είναι η επιστροφή στο Σύνταγμα του 1960, ή στις διευθετήσεις της Ζυρίχης όπως είναι γνωστές, δηλαδή με την επαναφορά των δύο ανωτάτων δικαστηρίων που τότε υπήρχαν, του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου αφενός και του Ανωτάτου Δικαστηρίου αφετέρου. Με λίγα λόγια, εγκαταλείπεται ο Νόμος του 1964, ο οποίος είχε δημιουργήσει ένα ενιαίο ανώτατο δικαστήριο, και επιστρέφουμε στο Σύνταγμα του 1960 (το οποίο είχε εγκαταλειφθεί για λόγους υπέρτατης ανάγκης), και επαναφέρονται δύο δικαστήρια, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και το Ανώτατο Δικαστήριο, που είχαν τότε δημιουργηθεί. Όχι μόνο διαχωρίζονται οι δικαστικές δικαιοδοσίες του ανωτάτου δικαστικού οργάνου σε «δημόσια» και «αστική», αλλά επαναφέρονται και τα δύο ανώτατα δικαστήρια που είχαν δημιουργηθεί με το Σύνταγμα του 1960 (που είχαν δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στην πράξη και τα οποία είχαν εγκαταλειφθεί το 1964 με τη θέσπιση ενός εξαίρετου νόμου, ο οποίος είχε τύχει επεξεργασίας από τον τότε γενικό εισαγγελέα κ. Κρίτωνα Τορναρίτη και τους τότε δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Γιώργο Βασιλειάδη, Ιούλιο Ιωσηφίδη και Μιχαλάκη Τριανταφυλλίδη).

Λειτουργικά, δεν θεωρώ τον προτεινόμενο διαχωρισμό ως χρήσιμο, και τέτοιος διαχωρισμός δεν συναντάται σε πλείστες όσες χώρες με παρόμοια συστήματα δικαίου, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, ο Καναδάς, η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία, η Ιρλανδία κ.λπ. Αντίθετα, η τάση στις πλείστες χώρες όπου εφαρμόζεται το κοινό δίκαιο είναι να υπάρχει ένα ενιαίο ανώτατο δικαστήριο (όπως έγινε στην Κύπρο το 1964), με ικανό αριθμό δικαστών, που θα επιλαμβάνεται όλων των υποθέσεων, ανεξάρτητα εάν αυτές προέρχονται από τον συνταγματικό τομέα ή από το αστικό δίκαιο.

Μάλιστα, η σύγχρονη τάση του δικαίου είναι να μην υπάρχει διαχωρισμός δικαιοδοσιών, εν όψει του ότι το δημόσιο/πολιτειακό δίκαιο αφενός και το ιδιωτικό/αστικό δίκαιο αφετέρου έχουν προσεγγίσει πολύ το ένα το άλλο, με αποτέλεσμα σε πολλές υποθέσεις να εγείρονται μαζί τόσο συνταγματικά θέματα όσο και ζητήματα αστικού δικαίου. Επομένως, ο προτεινόμενος διαχωρισμός σε διαφορετικές δικαστικές δικαιοδοσίες δεν θα εξυπηρετήσει οποιονδήποτε σκοπό, αλλά αντίθετα θα δημιουργήσει δυσκολίες, σύγχυση και στρέβλωση, και ενδεχομένως να αποτελέσει τροχοπέδη στην αρμονική εξέλιξη του δικαίου.

Αντίθετα, το νυν σύστημα, που προέρχεται από τον Νόμο του 1964, όπου υπάρχει ένα ενιαίο δικαστήριο με ικανό αριθμό δικαστών και που έχει τις δικαιοδοσίες και των δύο δικαστηρίων του Συντάγματος του 1964, είναι (πάντα κατά την άποψή μου) κατά πολύ προτιμότερο και προσομοιάζει με τα σύγχρονα δικαστικά συστήματα που ακολουθούνται στις πλείστες χώρες της κοινοπολιτείας, όπου ακολουθείται παρόμοιο ουσιαστικό σύστημα δικαίου.

  1. Κατά την άποψή μου, δεν χρειάζεται δημιουργία τριτοβάθμιας δικαιοδοσίας. Η τριτοβάθμια δικαιοδοσία, απλώς, θα προκαλέσει περαιτέρω καθυστέρηση, ενώ ο σκοπός τέτοιας τριτοβάθμιας δικαιοδοσίας μπορεί να ικανοποιηθεί με άλλον τρόπο. Βασικός σκοπός της τριτοβάθμιας δικαιοδοσίας είναι σοβαρά νομικά θέματα να εκδικάζονται από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας, που εξασκεί την τελική και τελεσίδικη δικαιοδοσία. Στην Κύπρο, όμως, πιστεύω ότι ο ίδιος σκοπός μπορεί να επιτευχθεί με διαφορετικό και πιο περιορισμένο τρόπο. Εάν π.χ. εκδικάζεται μια υπόθεση ενώπιον τριμελούς Εφετείου και φαίνεται εκ των πραγμάτων ότι το υπό εκδίκαση θέμα είναι ιδιαίτερα σημαντικό, τότε είτε με αίτηση ενός των μερών είτε με πρωτοβουλία του ιδίου του εκδικάζοντος δικαστηρίου μπορεί το επίδικο θέμα να παραπεμφθεί στην ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, για τελεσίδικη κρίση. Επομένως, τα πλεονεκτήματα της τριτοβάθμιας δικαιοδοσίας μπορούν να εξασφαλιστούν όχι με τη δημιουργία ακόμα ενός δικαστικού επιπέδου, αλλά με τις κατάλληλες ρυθμίσεις οι οποίες να προβλέπουν διεύρυνση της σύνθεσης του συνήθους 3μελούς ή 5μελούς Εφετείου, ώστε το υπό εκδίκαση θέμα να άγεται ενώπιον της πλήρους ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Με τον τρόπο αυτό, συνδυάζεται το επιθυμητό εξασφάλισης τελεσίδικης ετυμηγορίας από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας χωρίς τη δημιουργία ακόμη ενός δικαστηρίου.
  2. Το Ανώτατο Δικαστήριο των εφετών -που θα βρίσκεται στη δεύτερη βαθμίδα της δικαστικής ιεραρχίας με βάση τα νομοσχέδια του υπουργείου- θα αποτελείται από δικαστές ο αριθμός των οποίων δεν θα ξεπερνά τους 16. Το δικαστήριο αυτό θα αποτελείται από πέντε τμήματα, και προκύπτει σαφώς ότι ο αριθμός των μελών του Ανωτάτου Δικαστηρίου εφετών αποφασίστηκε με βάση τα στατιστικά στοιχεία των εφέσεων που τώρα εκκρεμούν ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου (και σε σχέση με τις οποίες έχει παρατηρηθεί σοβαρή καθυστέρηση). Με άλλα λόγια, δημιουργείται ένα νέο δικαστήριο, το Ανώτατο Δικαστήριο Εφετών, ο αριθμός του οποίου φαίνεται εκ πρώτης όψεως να είναι ιδιαίτερα μεγάλος, ιδιαίτερα σε σχέση με τον αριθμό του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου. Περαιτέρω, προκύπτει ότι ο αριθμός αυτός έχει αποφασιστεί με βάση τις ανάγκες που τώρα υπάρχουν, και όχι με βάση τη δημιουργία ενός μόνιμου βιώσιμου συστήματος. Πιστεύω ότι η προσέγγιση αυτή είναι λανθασμένη, διότι ουσιαστικά δημιουργείται ένα μόνιμο δικαστήριο του οποίου, όμως, ο αριθμός των μελών βασίζεται στις νυν υπάρχουσες ανάγκες, κάτι που σίγουρα δεν μπορεί να αποτελέσει τον πυρήνα μιας μόνιμης και βιώσιμης δικαστικής μεταρρύθμισης.
  3. Ιδιαίτερα επικίνδυνο θεωρώ τον σχεδόν σίγουρο επηρεασμό του δικαίου της ανάγκης, ως αποτέλεσμα των προτεινόμενων τροποποιήσεων. Το Σύνταγμα του 1960 προέβλεπε για δύο δικαστήρια, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και το Ανώτατο Δικαστήριο. Το 1964, με τον Νόμο 33/1964, η δικαιοδοσία και των δύο δικαστηρίων μεταβιβάστηκε στο ενιαίο Ανώτατο Δικαστήριο που προβλέπεται από τον Νόμο του 1964. Η αλλαγή αυτή θεωρήθηκε νόμιμη με βάση το δίκαιο της ανάγκης στην υπόθεση Ibrahim. Με άλλα λόγια, με την προτεινόμενη μεταρρύθμιση και τη δημιουργία δύο δικαστηρίων (δηλαδή του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και του Ανωτάτου Δικαστηρίου) επιχειρείται επιστροφή στις πρόνοιες του 1960, με τρόπο που να καταφέρεται σοβαρό πλήγμα στο δίκαιο της ανάγκης και στην ίδια την υπόθεση Ibrahim που αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του υφισταμένου συνταγματικού δικαίου της Κύπρου. Στην υπόθεση Ibrahim κρίθηκε ότι η ενοποίηση των δύο Ανωτάτων Δικαστηρίων του Συντάγματος του 1960 ήταν απολύτως απαραίτητη και αναπόφευκτη, με βάση το δίκαιο της ανάγκης. Τώρα, η κυπριακή πολιτεία αποφασίζει να «απομακρυνθεί» τόσο από το γράμμα όσο και από το πνεύμα της υπόθεσης Ibrahim και να επιστρέψει στο Σύνταγμα του 1960, απομάκρυνση που είχε κριθεί αναγκαία και απαραίτητη το 1964 στην υπόθεση Ibrahim. Η προτεινόμενη μεταρρύθμιση θα τύχει εκμετάλλευσης από πολλούς, ότι δηλαδή το δίκαιο της ανάγκης δεν ήταν μια αναγκαία αρχή δικαίου, αλλά ένα τέχνασμα για συγκέντρωση όλων των εξουσιών στα χέρια των Ελληνοκυπρίων. Πιστεύω ότι η προτεινόμενη μεταρρύθμιση υποτιμά σοβαρά τους πολιτικούς κινδύνους που θα παρουσιαστούν στο πλαίσιο της θεωρίας του δικαίου της ανάγκης, που επαναλαμβάνω αποτελεί δικαστικό δημιούργημα το οποίο συνιστά τη βάση του πολιτειακού μας συστήματος (και που αναγνωρίστηκε διεθνώς στο πλαίσιο διαφόρων σημαντικών δικαστικών υποθέσεων ιδιαίτερα ενώπιον ευρωπαϊκών δικαστηρίων). Όλα αυτά ενδεχομένως θα τεθούν εν κινδύνω με «επιστροφή» στο Σύνταγμα του 1960 (χωρίς όμως την επιστροφή Τουρκοκύπριων δικαστών).
  4. Τώρα, το Ανώτατο Δικαστήριο αποτελείται από 13 δικαστές. Πολλοί από αυτούς τους δικαστές θα αφυπηρετήσουν το 2020 και άλλοι το 2021. Ως έχουν τα πράγματα, πολλές από τις κενωθείσες θέσεις θα καταλαμβάνονταν από δικαστές που τώρα υπηρετούν ως προέδροι των επαρχιακών δικαστηρίων. Θα γινόταν, μεταξύ άλλων, μια σημαντική ανανέωση του ανωτάτου δικαστηρίου, με διορισμό προσώπων που για χρόνια υπηρετούν ως προέδροι των επαρχιακών δικαστηρίων και οι οποίοι προσβλέπουν στον διορισμό τους στο ανώτατο δικαστήριο. Κάτι τέτοιο δεν θα είναι, πλέον, δυνατό, καθότι οι πρόεδροι των επαρχιακών δικαστηρίων δεν θα διοριστούν στο ανώτατο δικαστικό σώμα (δηλαδή στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο ή στο ανώτατο δικαστήριο) αλλά στο κατώτερο Δικαστήριο των Εφετών. Επομένως, με την προτεινόμενη μεταρρύθμιση, τίθενται φραγμοί στην ανέλιξη των δικαστών και στην ανανέωση του ανωτάτου δικαστικού οργάνου της κυπριακής πολιτείας.
  5. Χρειάζονται αλλαγές και τομείς στα δικαστήρια; Βεβαίως χρειάζονται τόσο στο δικαστικό σώμα εν γένει όσο και σε συγκεκριμένες δικαστικές διαδικασίες. Πρώτιστος σκοπός είναι η επιτάχυνση των δικαστικών διαδικασιών, κάτι ιδιαίτερα σημαντικό. Πιστεύω, όμως, ότι οι ανάγκες αυτές μπορούν να ικανοποιηθούν με ολιγότερο σαρωτικά μέτρα. Mεταξύ άλλων, εισηγούμαι τα πιο κάτω:

(α) Τώρα οι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναλώνουν το λιγότερο μια ώρα την ημέρα σε θέματα ήσσονος σημασίας, και όχι στην ακρόαση υποθέσεων. Όπως είναι τώρα το σύστημα, οι ίδιοι οι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου ασχολούνται με διαδικαστικά θέματα (αντί με την ουσία των υποθέσεων), κάτι που θα μπορούσε να παραπεμφθεί σε ειδικούς πρωτοκολλητές (Masters) που θα διοριστούν γι’ αυτόν τον σκοπό. Έτσι, διαδικαστικές και συναφείς εμφανίσεις θα γίνονται το πρωί της κάθε ημέρας ενώπιον ειδικών πρωτοκολλητών και όχι ενώπιον των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι οποίοι θα αποκτήσουν τη δυνατότητα να αφιερωθούν αποκλειστικά στην εκδίκαση των υποθέσεων καθ’ όλην τη διάρκεια του ωφέλιμου δικαστικού χρόνου.

(β) Σε όλες σχεδόν τις χώρες στον κόσμο δεν μπορεί να εγερθεί έφεση, χωρίς προηγουμένως να ληφθεί η αναγκαία δικαστική άδεια. Εάν, δηλαδή, ο αποτυχών διάδικος επιθυμεί να καταχωρίσει έφεση εναντίον της απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου θα πρέπει να ζητήσει την άδεια είτε του πρωτόδικου δικαστηρίου είτε του Ανωτάτου Δικαστηρίου πριν καταχωρίσει έφεση. Ο κανόνας θα πρέπει να είναι ότι τέτοια άδεια θα πρέπει να δίδεται, εκτός εάν δεν υπάρχει προοπτική επιτυχίας της όποιας έφεσης. Το σύστημα αυτό ακολουθείται στις πλείστες όσες χώρες της κοινοπολιτείας και ιδιαίτερα στο Ηνωμένο Βασίλειο χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα. Πρέπει αυτό να γίνει και στην Κύπρο, κάτι που θα μειώσει σημαντικά τον αριθμό των εφέσεων, οι οποίες τώρα γίνονται ως θέμα ρουτίνας.

(γ) Θα πρέπει να αυξηθούν τα δικαστικά έξοδα, όπως σε κάθε χώρα, ούτως ώστε η έγερση δικαστικής διαδικασίας ή έφεσης να έχει κάποιο κόστος για τον ενάγοντα ή εφεσίοντα. Ιδιαίτερα, θα πρέπει να αυξηθούν σημαντικά τα τέλη για καταχώριση έφεσης.

(δ) Θα πρέπει να τροποποιηθούν οι διαδικαστικοί θεσμοί με σκοπό την απλοποίηση των διαδικασιών ενώπιον των δικαστηρίων. Οι θεσμοί που τώρα ακολουθούνται είναι απηρχαιωμένοι, αλλά και εδώ (κατά την άποψή μου) η ορθή πορεία είναι η κατάλληλη τροποποίηση των υφισταμένων κανονισμών και όχι η πλήρης αντικατάστασή τους με άλλους κανονισμούς.

(ε) Θα πρέπει να διοριστούν περαιτέρω ανώτεροι επαρχιακοί δικαστές και πρόεδροι, στο πλαίσιο του υφισταμένου συστήματος.

Ο βασικός άξονας της μεταρρύθμισης είναι ότι «η αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που προβλέπεται από τον Νόμο του 1964 έχει συν τω χρόνω δυσχεράνει το έργο του δικαστηρίου τούτου και… οδήγησε σε σοβαρά προβλήματα καθυστερήσεων».

Ο συναφής άξονας της προτεινόμενης είναι ότι «ο διαχωρισμός της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου θα βοηθήσει στην ταχεία απονομή της δικαιοσύνης».

Διαφωνώ απόλυτα με τις πιο πάνω εκτιμήσεις και πιστεύω ότι θα συμβεί ακριβώς το αντίθετο.

Τα προβλήματα της δικαιοσύνης δεν επιλύονται με τον διορισμό πολλών νέων δικαστών ή με τη δημιουργία νέων δικαστηρίων. Ιδιαίτερα, η δημιουργία νέων δικαστηρίων, συνήθως, προκαλεί αναστάτωση, δικαιοδοτικά προβλήματα και σύγχυση, ενώ σκοπός θα πρέπει να είναι η απλοποίηση του όλου συστήματος, όπως ακριβώς έγινε με τον απόλυτα ικανοποιητικό Νόμο του 1964 που έχει εξυπηρετήσει με άρτιο τρόπο το σύστημα δικαιοσύνης στη χώρα μας από τότε.

Συμπερασματικά, πιστεύω ότι η προτεινόμενη μεταρρύθμιση των δικαστηρίων, όπως εκτίθεται στα νομοσχέδια του Υπουργείου Δικαιοσύνης που έχω εξετάσει, όχι μόνο δεν θα εξυπηρετήσει τους καλώς νοούμενους σκοπούς της δικαιοσύνης (με πιο σημαντικό την ταχεία εκδίκαση των υποθέσεων, τηρουμένων πάντα της ποιότητας των αποφάσεων και της ακριβοδίκαιης απονομής της δικαιοσύνης) αλλά και θα δημιουργήσει πολύ σοβαρά προβλήματα, μεταξύ αυτών σύγχυση, δυσλειτουργία, πολυπλοκότητα, αβεβαιότητα και διάβρωση της ανεξαρτησίας των δικαστών. Επίσης, χωρίς να το αντιληφθούμε πλήρως, ενδεχομένως να προκληθεί σοβαρό θεσμικό πρόβλημα στο δίκαιο της ανάγκης και να αμφισβητηθούν πολλά πράγματα που έγιναν από το 1964 ώς σήμερα.

Η βασική μου φιλοσοφία είναι ότι η μεταρρύθμιση των δικαστηρίων είναι ιδιαίτερα σοβαρό και δύσκολο έργο. Πρέπει να γίνεται με προσοχή και φειδώ, διατηρώντας τα καλά στοιχεία του υπάρχοντος συστήματος, αντιστεκόμενοι στον πειρασμό για ριζοσπαστικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που δεν είναι απολύτως αναγκαίες και επικεντρωνόμενοι σε συγκεκριμένες ανάγκες και κενά που θα πρέπει να καλυφθούν.

Το δικαστικό σύστημα που δημιουργήθηκε το 1964 δεν είναι από μόνο του προβληματικό. Αντίθετα, οι βάσεις του είναι υγιείς και ανταποκρίνονται προς σύγχρονες αντιλήψεις δικαίου. Έχουν προκύψει σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία του συστήματος, αλλά αυτά δεν οφείλονται στα βασικά του χαρακτηριστικά ή στις δομές του. Αντίθετα, τα επί μέρους προβλήματα (με πρώτο αυτό των καθυστερήσεων) μπορούν να επιλυθούν με πιο ήπιο τρόπο, και όχι με μια σαρωτική «μεταρρύθμιση», η οποία σχεδόν σίγουρα (πάντα κατά την άποψή μου) θα δημιουργήσει εξαιρετικά σοβαρά προβλήματα που θα θέσουν εν αμφιβόλω όχι μόνο τη λειτουργικότητα και βιωσιμότητα του συστήματος αλλά και την αξιοπιστία του.

Ιδιαίτερα επικίνδυνη -επαναλαμβάνω- θεωρώ τη δημιουργία δύο Ανωτάτων Δικαστηρίων, κατά το πρότυπο της Ζυρίχης και του Συντάγματος του 1960. Από το 1964, το σύστημα αυτό καταργήθηκε και ενοποιήθηκαν τα δύο δικαστήρια, με ευεργετικά αποτελέσματα. Οι καθυστερήσεις και τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν ουδόλως οφείλονται στην ενοποίηση των δικαστηρίων. Αντίθετα, πιστεύω ακράδαντα ότι η ενοποίηση των δικαστηρίων το 1964 εμπλούτισε το κυπριακό δίκαιο, με το ίδιο Ανώτατο Δικαστήριο να ασχολείται με όλα τα νομικά θέματα τα οποία τώρα, στο σύγχρονο δίκαιο, συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους. Επιστροφή στο σύστημα της Ζυρίχης θα αποβεί ιδιαίτερα επιβλαβής για την απονομή της δικαιοσύνης στην Κύπρο.

Καταληκτικά, θεωρώ την προτεινόμενη μεταρρύθμιση καταστροφική και καλώ το Υπουργικό Συμβούλιο να αποσύρει τα σχετικά νομοσχέδια.

Π.Γ. Πολυβίου

Δικηγόρος