Φόρμα αναζήτησης

Αχ ωραία Κύπρος

Σαν να είναι πόκερ. Τραβάμε χαρτιά. Σαν να είναι ρουλέτα. Γυρίζουμε την μπίλια. Σαν να είναι τζόγος η ζωή μας. Και ξαφνικά η Αγία Σοφία. Και ξαφνικά η Κρήτη. Και ξαφνικά το Ορούτς Ρέις. Γυρίζει το κεφάλι μας. Μας πλακώνει η στεναχώρια, μεγάλη στεναχώρια. Ένας Ιούλιος που δεν θα φέρει καλά. Ένα καλοκαίρι με μάσκα. Και ξαφνικά απειλές θανάτου. Μασκαραλίκια εκλογικά. Παζάρια για καρέκλες. Πανδημία. Καραντίνα. Τραπέζια σε ταβέρνες. Το σπαθί του ιμάμη που προκαλεί τον κόσμο. Κάποιοι που φωνάζουν ανοίξτε τις πύλες. Κραυγές για χρεωκοπία. Τι είδους καλοκαίρι είναι αυτό. Πέρασε και έφυγε μπροστά στα μάτια μας φωναχτά. Ο ποιητής δεν μπόρεσε να φέρει ένα μπουκέτο μενεξέδες στην αγαπημένη του. Τα τζιτζίκια άρχισαν να μην καλούν για αγάπη. Στις θάλασσες γίνονται ασκήσεις. Η Μεσόγειος Θάλασσα είναι ένα στενό πέρασμα. Ένα τεράστιο νεκρό δελφίνι ξεβράστηκε στις παραλίες μας. Νεκρά παιδιά σαν τα νεκρά ψάρια στις παραλίες. Και ξαφνικά λύση. Και ξαφνικά δωρεές και βοήθειες. Και ξαφνικά ευρώ, στερλίνα και δολάριο. Και ξαφνικά το Βαρώσι. Ουφ ψυχοπλακώθηκα. Πες αδελφέ. Αν κάθε ζωντανό ον θα γευτεί τον θάνατο, τι είναι όλα αυτά; Αυτό το αλληλοφάγωμα. Αυτός ο αλληλοσπαραγμός πού θα βγάλει; Δεν υπάρχει τρόπος να ζει κανείς σαν άνθρωπος σε αυτό τον κόσμο;

Αχ Βαρώσι. Ωραίο Βαρώσι. Όλες οι πόλεις μας, όλα τα χωριά μας ληστεύτηκαν και μόνο εσένα δεν λυπήθηκαν καθόλου; Κοίτα τι άλλα υπάρχουν ακόμα. Διηγείται ο Αμπντουλάχ με το προσωνύμιο «ο λαφυραγωγός Άπο». Διηγείται και καυχιέται για την κλοπή που διενήργησε στο Βαρώσι. Πρόσφυγας από την πόλη Βαν. Έμενε στη Δερύνεια, λέει. Αναφέρει το εξής:

«Δεν γεννηθήκαμε πρόσφυγες εμείς. Το 1975 πρώτα ήρθαμε με τον μεγαλύτερο αδελφό μου για να να επιστρέψουμε. Στην ηλικία των 16-17 χρόνων, σε εποχές που ήμασταν γρήγοροι. Τα χρήματά μας τέλειωσαν. Τέλειωσαν τα χρήματά μας για επιστροφή. Είχαμε χρήματα που έφταναν για να επιστρέψει μόνο ένα άτομο. Ο ένας από εμάς θα πήγαινε στην Τουρκία, θα έφερνε χρήματα και θα επιστρέφαμε. Όταν έφευγε ο μεγάλος μου αδελφός, συναντήθηκα με έναν συμμαθητή μου. «Άντε έλα να πάμε για πλιάτσικο», είπε. «Οι γκιαούρηδες άφησαν τα πράγματά τους». Εντάξει, να πάμε, είπα. Πήγαμε για πλιάτσικο τρεις μέρες. Μέσα σε αυτές τις τρεις μέρες απέκτησα έξι χιλιάδες λίρες. Το 1975 ήταν πολύ καλά χρήματα οι έξι χιλιάδες λίρες. Αυτή τη φορά πήρα ασημικά, πήρα ενθύμια. Γέμισα τη βαλίτσα. Θα έπαιρνα δώρα στην Τουρκία. Ακριβώς 25 χιλιόμετρα πριν τον τόπο μας (γεννήθηκα στο Τάτβαν), είπα στον μεγάλο μου αδελφό: «Τώρα θα μας ρωτήσουν πού βρήκατε τόσα χρήματα; Από πού φέρατε αυτά τα σουβενίρ; Αν πούμε δουλέψαμε, θα σηκωθεί το μισό Τατβάν και θα έρθει στην Κύπρο. Καλύτερα να πούμε εργαζόμαστε, πήραμε άδεια και το αφεντικό μάς τα έδωσε δώρο. Με αυτό το ψέμα ξεγελάσαμε τη μητέρα μου, τη φέραμε εδώ και γίναμε πρόσφυγες. Μας έδωσαν υπηκοότητα. Τότε σχεδόν όλους που έβρισκαν στον δρόμο, τους έπιαναν και τους έδιναν υπηκοότητα. Είχαν ανάγκη».

Μπράβο μωρέ πλιατσικολόγε Άπο. Τουλάχιστον εσύ είπες την αλήθεια. Είχαμε ανάγκη. Και όποιον βρίσκαμε στον δρόμο, τον πιάναμε και του δίναμε υπηκοότητα, έτσι δεν είναι; Τα ασημικά του Γιώργου, της Ελένης είναι τώρα δικά σου εκεί, στο Τάτβαν; Τα ψυγεία, τα πλυντήρια. Οι πολυθρόνες. Οι τηλεοράσεις. Και εκείνες οι ανεκτίμητης αξίας αντίκες. Ξέρω εκκλησία σε αυτά τα χώματα. Που έκλεψαν ακόμα και την καμπάνα από το καμπαναριό της. Είδαμε μετά από χρόνια τις εικόνες σε αίθουσες πλειστηριασμών στην Ευρώπη. Είναι δικαίωμα, χαλάλι! Είναι δικαίωμα όπως τα δικαιωματικά πορνεία!

Τράβηξε ένα χαρτί στο τραπέζι του πόκερ. Τράβηξε τον κουλοχέρη. Να έρθουν τρεις καμπανούλες. Να έρθουν τρία κερασάκια. Δεν έχει φιλοδώρημα για τον κρουπιέρη; Τζόγος είναι η ζωή μας! Έπαιξαν τη ζωή μας στον τζόγο. «Ρίχνουν ζάρια πάνω στο φέρετρό μας». Και ξαφνικά ένας πανικός με πάταγο. Ένα μαράζι. Φοβόμαστε ότι θα πεθάνουμε. Ακούστε τι λέει ο ποιητής μου:

«Μόλις πεθάνουμε, καθαρίζουμε από τις βρομιές μας

Μόλις πεθάνουμε και εμείς

Γινόμαστε καλοί άνθρωποι

Δόξα

Γυναίκες

Απληστία για χρήμα

Όλα τα ξεχνάμε»…

Εσύ καίγεσαι, καίγεσαι, καίγεσαι άδικα. Εγώ γράφω, γράφω, γράφω άδικα.

«Σκέφτομαι ένα κεφάλι πάνω στο κεφάλι μου

Σκέφτομαι ένα στομάχι μέσα στο στομάχι μου

Σκέφτομαι ένα πόδι πάνω στο πόδι μου

Δεν ξέρω τι σκατά να κάνω».

Αχ ωραία Κύπρος. Λατρεμένη αγαπημένη μου. Σαν ένα όπλο Μάουζερ. Η θέση σου στην καρδιά μου.

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.