Φόρμα αναζήτησης

Το αβάσταχτο στερητικό της τσουρκάς



Είναι μια εικόνα σαν μιμίδιο, με δύο φωτογραφίες οι οποίες δεν είναι πάντα οι ίδιες. Η φωτογραφία στα αριστερά, με την ένδειξη «1970» απεικονίζει όμορφες Αφγανές φοιτήτριες στην Καμπούλ να φορούν μίνι και να γελούν ευτυχισμένες, ενώ η άλλη φωτογραφία παρουσιάζει το Αφγανιστάν του σήμερα, με τις γυναίκες καλυμμένες με τις μπούρκες ακόμα και μετά την ήττα –ήττα;– των Ταλιμπάν.

Την έχω δει αμέτρητες φορές σε πολλές παραλλαγές. Είμαι βέβαιος και εσείς. Αυτό που μάλλον δεν έχουμε καταλάβει με αυτήν την τραγική εικόνα –η οποία δείχνει πως τίποτα δεν είναι δεδομένο και πως η Ιστορία επαναλαμβάνεται, ειδικά σε λαούς που δεν προχωρούν πραγματικά μπροστά και δεν αλλάζουν κατά βάθος– είναι το πόσο αυτή η απεικόνιση ταιριάζει και σε εμάς.

Διότι δυστυχώς, δυστυχώς για εμάς, η μπούρκα δεν είναι μόνο υφασμάτινη και δεν φοριέται πάντοτε. Η μπούρκα είναι στο μυαλό πρωτίστως. Και εάν κανείς θέλει να δει πώς ένας λαός αντί να προοδεύει πασκίζει να πάει πίσω και πιο πίσω και ακόμα πιο πίσω, την ώρα ακριβώς που έχει την ευκαιρία να πάει μπροστά, αυτή η θλιβερή κοινωνία είναι ένα από τα καλύτερα παραδείγματα.

Τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, πίσω από το τάχα προχωρημένο στυλάκι και τη μοντέρνα εικόνα –εάν μπορεί να θεωρηθεί μοντερνισμός το καινούργιο αυτοκίνητο, το να ντύνεσαι σαν να είναι καρναβάλια και εσύ να προσεγγίζεις το concept «είμαι μια ιερόδουλη Β’ διαλογής που έχουν πέσει οι δουλειές της και προσπαθεί απεγνωσμένα να βρει πελάτες» ή το να έχεις γεμίσει με τατουάζ παντού πλην της πανομοιότυπης με τα 3/4 των άλλων αντρών φάτσας σου, ίδιο μούσι, ίδιο στυλάκι και απαραίτητο αξεσουάρ το κομποσκοίνι του τσοπάνη– πίσω λοιπόν από αυτή την καταγέλαστη «μοντέρνα» (my ass) ομοιογένεια, τίποτα μα τίποτα δεν έχει αλλάξει στο DNA σου από την εποχή που η γιαγιά σου έστελνε τη μάνα σου με τον κουβά να αρμέξει την κατσίκα και ο παππούς σου κατέβαινε στη Λευκωσία με το λεωφορείο για να πάρει τον 12χρονο γιο του στις πουτάνες για να γαμήσει, αντί να τον πάρει όπως πάντα στο χωράφι και να του διηγείται ιστορίες του προπάππου του. Να γινεί άδρωπος. Να μεν σηκώνει κουβένταν τζαι να σηκώνει τζαι το σιέριν του «τζιαμαί που πρέπει».

Και είναι αυτό το DNA το οποίο σήμερα, ακόμα και την ώρα που εσύ είσαι στο Instagram και αποθαυμάζεις άλλες ανεγκέφαλες μουλάρες-«influencers» και άλλες, τσιμπώντας εδώ και εκεί πράγματα καθώς ρουφάς κάθε λέξη από το μοναδικό πραγματικά βατό σε εσένα θέμα της επικαιρότητας, το κουτσομπολιό, όπως άλλωστε το έκαναν η μάνα σου και η γιαγιά σου στο χωριό αφού έθαβαν τη «σιηράτη που αλόπως αππηά της ο Παναής του Γιαννή» κάνοντας (και) τον σταυρό τους υποκριτικά μετά, αφού της είχαν βγάλει το όνομα στη γειτονιά, είναι αυτό σου το DNA, λοιπόν, θλιβερή νεόπλουτη (ή και όχι) χωρκαθκιά της πόλης πια, που λαχταρά την τσουρκά του.

Υπάρχουν και ανάλογες παραπομπές στους άντρες. Τις αφήνω στη δική σας φαντασία.

Τίποτα όμως δεν έχει αλλάξει, πέρα ίσως από το γεγονός ότι εκείνη η πρωτόγονη κατάσταση είχε κάποια δικά της checks and balances, συχνά αστεία και βάρβαρα για το σήμερα, όμως το σήμερα κατέληξε να είναι ένα ένα συμπλεγματικό κακέκτυπο του τότε, μια κοινωνία η οποία προσποιείται ότι έγινε κάτι άλλο, το οποίο όμως δεν έγινε διότι ποτέ της δεν θέλησε να αφήσει πίσω την πρέζα της τσουρκάς. Άφησε μόνο τα checks and balances. Όλα τα άλλα απλώς τα έντυσε με διάφορες προφάσεις και με αμφιέσεις για να μην μοιάζουν με αυτό που είναι.

Όλο αυτό το καρναβάλι της άρνησης, όλη αυτή η προσποίηση άρχισε να εγκαταλείπεται όταν κατέβηκαν από το Άγιον Όρος οι παπαθκιές του Αθανάσιου οι οποίες έκαναν τον μέσο Κυπραίο-τρωγλοδύτη/τισσα να νιώσει ξανά πως δεν χρειάζεται όλη αυτή η πρόοδος την οποία το χαμηλό πολιτισμικό τους επίπεδο –από επιλογή κι αυτό και από αδιαφορία και περιφρόνηση της καλλιέργειας και αντί αυτής επιστροφή στη θαλπωρή της τσουρκάς στον εγκέφαλο– δεν τους επέτρεπε ούτως ή άλλως να διαχειριστούν επαρκώς και να κατανοήσουν.

Εξ ου και τον/την οδηγούσε όπως λέγαμε και πριν σε αδιέξοδα: ξενογαμούσε μία, ξενογαμούσε δύο, ερχόταν η αποκάλυψη, ερχόταν η εγκατάλειψη της συζυγικής κλίνης, ερχόταν το διαζύγιο.

Ήθελε να είναι γκόμενα, όμως αυτό που έδειχναν τα περιοδικά και η φαντασία της δεν έμοιαζε με το φυσιολογικό της πραγματικότητας, και έτσι τα έχανε περισσότερο μέρα με τη μέρα διαπιστώνοντας την απόσταση και προσπαθώντας αντί αυτού τα παιδιά της να γίνουν οι Αϊνστάιν του αύριο που δεν ήταν και που τελικά κατέληγαν ενίοτε να είναι εγωπαθή, ψυχωτικά, κωλόπαιδα.

Ήθελε να είναι γκόμενος, όμως και πάλι η φαντασία δεν ταίριαζε με την πραγματικότητα και τον καθρέφτη. Έτσι γινόταν ο κατά φαντασίαν γαμιάς που πλήρωνε για να πηδήξει, όχι κατευθείαν αλλά, πολύ χειρότερα, στο πολλαπλάσιο την γκόμενα που του τα έτρωγε. Πηδούσε με χάπια αλλά και πάλι τίποτα δεν του χαλούσε τη φαντασίωση. Ώσπου, πόσο να τραβήξεις την ημερομηνία λήξης και πόσο να βρεις πια τα λεφτά στην κρίση, πάει.

Οπότε, ζούμε έτσι σε μια κοινωνία υποκριτών opinionated και τοξικών χώρκατων, η πολιτισμική αντίληψη και η καλλιέργεια των οποίων ουδόλως απέχει από τους naive χωρκάτες που έφεραν στον κόσμο αυτούς και τους γονείς τους και τους οποίους ξεζούμιζαν επίσης παπάδες και πολιτικοί, διότι όμως αυτοί δεν είχαν τα εφόδια να πάνε μπροστά.

Οι σημερινοί και οι σημερινές θα τα είχαν και με το παραπάνω, απλά δεν έχουν τη βούληση. Έχουν αποφασίσει να ζουν στο επίπεδο του τότε, αλλά στο σήμερα το οποίο τους ξενίζει. Θρησκόληπτοι σε ό,τι τους συμφέρει. Ελλειμματικοί, φανατισμένοι και αδιάφοροι.

Αμπάλατοι και χτηνά, αλλά από άποψη πλέον. Και στη φαντασία τους; Παρίσι και βάλε. Δυστυχώς, ζούμε μαζί τους. Δυστυχώς, την έχουμε βάψει. Ευτυχώς, ο νόμος μας επιτρέπει να το πολεμάμε, ξανά και ξανά ή απλά να τους σπάμε τα νεύρα.

ΟΚ. Κάτι είναι!

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.