Ξέρουμε ποιοι βρίσκονται πίσω από τις εγκληματικές ομάδες

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Παραδέχεται πως ο ίδιος, όσο και οι αρμόδιες υπηρεσίες της Αστυνομίας, γνωρίζουν ποιοι βρίσκονται πίσω από τις εγκληματικές ομάδες.

Ο αρχηγός Αστυνομίας Ζαχαρίας Χρυσοστόμου έχει επιλέξει να παρουσιάζεται με φειδώ και μάλλον δύσκολα στα ΜΜΕ. Στη συνέντευξη που μας παραχώρησε, μετά από πολλά αιτήματα, απαντάει επίσης με φειδώ, ζυγίζοντας μία – μία τις λέξεις. Εξηγεί γιατί αποφασίστηκε τώρα η επίδειξη μηδενικής ανοχής στο οργανωμένο έγκλημα και πώς αντιμετωπίζεται η διαφθορά εντός της Αστυνομίας. Παραδέχεται πως ο ίδιος, όσο και οι αρμόδιες υπηρεσίες της Αστυνομίας, γνωρίζουν ποιοι βρίσκονται πίσω από τις εγκληματικές ομάδες, και γιατί είναι δύσκολη η σύλληψή τους. Η αποστέρηση εσόδων από τις εγκληματικές ομάδες είναι μια δράση η οποία φέρεται να αποφέρει καρπούς, και θα συνεχιστεί σε συνεργασία με άλλες υπηρεσίες του κράτους. Σε σχέση με τη διαφθορά, ο κ. Χρυσοστόμου ανέφερε πως από ιδρύσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας το θέμα δεν είχε αντιμετωπιστεί ουσιαστικά. Μιλάγαμε απλώς για κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις και «σάπια μήλα», χωρίς να παραδεχόμαστε το μέγεθος του προβλήματος. Μπορεί, κατά τον κ. Χρυσοστόμου, οι διεφθαρμένοι να είναι λίγοι, αλλά μπορούν να προκαλέσουν μεγάλη ζημιά.

 

Κύριε αρχηγέ, να ξεκινήσουμε από τα βασικά; Ποιο ρόλο διαδραματίζει η δημόσια ασφάλεια σ’ ένα κράτος; Άλλωστε, αυτό είναι το πεδίο δράσης της Αστυνομίας.

Χωρίς υψηλά επίπεδα δημόσιας ασφάλειας ένα κράτος παρουσιάζει πολλαπλά προβλήματα που επηρεάζουν την ευημερία και την ασφάλεια των πολιτών του. Γιατί ένα κράτος χωρίς υψηλά επίπεδα ασφάλειας παρουσιάζει προβλήματα στην οικονομία του, δεν προσελκύει επενδύσεις, δεν προσελκύει τουρισμό, δεν θεωρείται ευνομούμενο και δημοκρατικό. Συνεπώς, η καλύτερη επένδυση για την οικονομία είναι αυτή που ενισχύει τη δημόσια τάξη και ασφάλεια του κράτους.

 

Ξέρουμε τους «νονούς»

Και αφού μιλάμε για δημόσια ασφάλεια…Στην Κύπρο για δεκαετίες όλοι γνωρίζουν μέλη και «νονούς» του οργανωμένου εγκλήματος. Είναι δυνατό να μην τους γνώριζε η Αστυνομία και να μην μπορούσε να εξαρθρώσει τις εγκληματικές ομάδες, ώστε να εμπεδωθεί η δημόσια ασφάλεια;

Αυτή η μορφή εγκλήματος υπάρχει σε όλα τα κράτη. Ακόμα και στα πλέον ευνομούμενα και δημοκρατικά. Υπάρχει και στη χώρα μας, όπως ορθά είπατε, εδώ και αρκετές δεκαετίες. Η ύπαρξή του στη χώρα μας ωστόσο αναγνωρίστηκε την τελευταία περίπου δεκαετία. Και αυτή η καθυστέρηση δημιούργησε δεδομένα που δυσχεραίνουν σήμερα το έργο μας. Η πάταξη του οργανωμένου εγκλήματος, όπως γνωρίζετε, είναι μια από τις προτεραιότητες που έθεσα εξαρχής. Στην Κύπρο δρα μικρός αριθμός εγκληματικών ομάδων και, βεβαίως, στις πλείστες των περιπτώσεων γνωρίζουμε ποιοι κρύβονται πίσω από κάθε ομάδα. Να είστε σίγουροι ότι η Αστυνομία καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για πρόληψη και καταστολή του οργανωμένου εγκλήματος, αλλά και κάθε μορφής παρανομίας.

Αφού γνωρίζετε, γιατί δεν τελειώνετε μαζί τους;

Για την προσαγωγή κάποιου ενώπιον της δικαιοσύνης πρέπει να εξασφαλίζεται και η απαραίτητη μαρτυρία που να στοιχειοθετεί τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Όπως είναι σήμερα ο περί Αποδείξεως Νόμος, σε συνδυασμό με το μικρό μέγεθος της χώρας μας, τόσο πληθυσμιακά όσο και γεωγραφικά, είναι δύσκολο να εξασφαλιστεί μαρτυρία από τους συμπολίτες μας. Αυτός είναι ένας επιπρόσθετος λόγος για τον οποίο η Αστυνομία Κύπρου πρέπει επιτέλους να αποκτήσει εκείνα τα νομικά εργαλεία που έχουν οι πλείστες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος.

Φαντάζομαι εννοείται το δικαίωμα παρακολούθησης τηλεφωνικών συνδιαλέξεων.

Είναι και αυτό ένα εργαλείο. αλλά όχι το μόνο.

 

Έπρεπε να απαντήσουμε ανάλογα

Γιατί η απόπειρα δολοφονίας των αστυφυλάκων Γιώργου Γεωργίου και Χριστόφορου Νικολάου στον Ύψωνα υπήρξε κομβικό σημείο για την κήρυξη πολέμου μηδενικής ανοχής κατά του υπόκοσμου; Ο κόσμος διερωτάται γιατί αυτό δεν γινόταν νωρίτερα.

Η Αστυνομία Κύπρου δεν σταμάτησε ποτέ να καταπολεμά το οργανωμένο έγκλημα. Αυτό που συνέβηκε είναι αυτό που συμβαίνει διαχρονικά σε όλους τους αστυνομικούς οργανισμούς. Η Αστυνομία Κύπρου δεν μπορεί να αποτελεί εξαίρεση. Όταν, για παράδειγμα, παρουσιάζονται κάποια γεγονότα, όπως μια τρομοκρατική επίθεση στην καρδιά της Ευρώπης  ή όπως η ένοπλη επίθεση κατά αστυνομικών, όπως συνέβηκε στις 5.5.2018 στη χώρα μας, ένας αστυνομικός οργανισμός οφείλει να λάβει τα ανάλογα μέτρα, μεταξύ των οποίων είναι και η αναθεώρηση και αναπροσαρμογή των σχεδίων ενεργείας και δράσεών του. Αυτό έγινε και στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Και τι έχει αποδώσει μέχρι σήμερα η εκστρατεία της Αστυνομίας κατά του υπόκοσμου; Έχει μειωθεί η δραστηριότητα των εγκληματικών ομάδων;

Έχουν γίνει αρκετές συλλήψεις, πρόσωπα κατηγορήθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου, άλλα καταζητούνται, κάποιοι βρίσκονται υπό κράτηση, και γίνονται και τόσο άλλα, τα οποία για ευνόητους λόγους δεν μπορούν να δημοσιοποιηθούν. Η προσπάθεια αυτή θα συνεχιστεί. Τα θετικά αποτελέσματα, τόσο στον τομέα της πρόληψης όσο και στον τομέα της καταστολής, είναι ορατά και καλούμε τους πολίτες αλλά και άλλους συναρμόδιους φορείς και θεσμούς του κράτους να συμπορευτούν μαζί μας σ’ αυτό τον αγώνα. Στις χώρες όπου έγινε κατορθωτή η επιτυχής πάταξη του οργανωμένου εγκλήματος, υπήρξε από μέρους της πολιτείας και των θεσμών του συγκεκριμένου κράτους μια καθολική προσέγγιση μηδενικής ανοχής. Μια προσέγγιση που περιλάμβανε την εμπλοκή και άλλων υπηρεσιών και θεσμών, που συνέδραμαν στο να πληγεί η οικονομική ευρωστία των εγκληματικών ομάδων, μεταξύ άλλων, μέσα από φορολογικό έλεγχο και μέσα από τη δήμευση των εσόδων και περιουσίας που απέκτησαν από τις παράνομες δραστηριότητες στις οποίες εμπλέκονταν. Και τούτο γιατί η Αστυνομία από μόνη της δεν έχει όλο το φάσμα των εξουσιών που απαιτούνται. Με βάση τα υπό αναφορά δεδομένα, επιβάλλεται και στην Κύπρο να υπάρξει ανάλογη εμπλοκή όλων των αρμόδιων φορέων, υπηρεσιών και εξουσιών. Συνεπώς, η καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος δεν αποτελεί ευθύνη μόνο της Αστυνομίας Κύπρου. Ρόλο σε αυτή την προσπάθεια έχουν όλοι, η εκτελεστική εξουσία, η νομοθετική εξουσία, τα δικαστήρια, καθώς και υπηρεσίες όπως η ΜΟΚΑΣ, το Τμήμα Τελωνείων, το Τμήμα Φορολογίας και άλλοι.

Φωτογραφίες: Χρίστος Θεοδωρίδης

Δεν είναι απλώς κάποια «σάπια μήλα»

Έχετε παραδεχθεί, τόσο εσείς όσο και ο υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, πως υπήρχε, και ενδεχομένως υπάρχει, διαπλοκή του υπόκοσμου με αστυνομικούς. Πώς αντιμετωπίζεται το φαινόμενο; Οι μεταθέσεις και οι μετακινήσεις λύνουν το πρόβλημα;  

Η παραδοχή της ύπαρξης του προβλήματος αποτελεί, κατά την άποψή μου, το ήμισυ της προσπάθειας που απαιτείται για την επίλυσή του. Ναι, από πολύ νωρίς έκανα παραδοχή για την ύπαρξη διαφθοράς στην Αστυνομία. Ουδέποτε σκέφτηκα ή προσπάθησα να υποβαθμίσω την κατάσταση. Από την πρώτη στιγμή ανάληψης των καθηκόντων μου, η καταπολέμηση της αστυνομικής διαφθοράς αποτελεί ύψιστη προτεραιότητά μας. Οι μετακινήσεις και οι μεταθέσεις από ευαίσθητες υπηρεσίες μελών που δυνατόν να εμπλέκονται σε διαφθορά, είναι ένα μέτρο εκεί που δεν έχεις μαρτυρία για ποινική ή/και πειθαρχική δίωξη, αλλά σίγουρα δεν αποτελούν τη λύση του προβλήματος.

Και αν δεν υπάρχει μαρτυρία, δεν μπορεί να γίνει τίποτα;

Είναι γι’ αυτό που προχωρήσαμε στη θεσμοθέτηση κριτηρίων μεταθέσεων και εναλλαξιμότητας, που αναβαθμίσαμε τα κριτήρια πρόσληψης, τα οποία μεταξύ άλλων περιέχουν τη δυνατότητα, μέσα από ψυχομετρικά τεστ, απόρριψης προσώπων ευάλωτων σε θέματα διαφθοράς. Είναι γι’ αυτό που δόθηκαν  οδηγίες και εκπονήθηκαν δύο διαδοχικές μελέτες σε σχέση με την αστυνομική διαφθορά και μια εμπειρική έρευνα, η οποία τελικά αποτέλεσε το υπόβαθρο για τη ψήφιση του Νόμου, τον Ιανουάριο του 2018 που αφορά τη δημιουργία της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου της Αστυνομίας. Η υπηρεσία αυτή ήδη συστάθηκε και λειτουργεί με κύρια αποστολή τη συλλογή, αξιολόγηση και αξιοποίηση πληροφοριών, τη διερεύνηση υποθέσεων και την πάταξη της αστυνομικής διαφθοράς.

Η πραγματικότητα πάντως είναι ότι αργήσαμε. Για χρόνια μιλούσαμε για τα «σάπια μήλα», θεωρώντας όμως πως πρόκειται για μεμονωμένες περιπτώσεις.

Η αστυνομική διαφθορά είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο που συναντάται σε όλους τους αστυνομικούς οργανισμούς. Σημασία έχει η βούληση για πάταξη της αστυνομικής διαφθοράς από πλευράς του αρμόδιου υπουργείου, της πολιτικής και φυσικής ηγεσίας του σώματος. Αυτή είναι δεδομένη. Αποδεικνύεται από τα όσα έχω προαναφέρει και ο αγώνας μας προς την κατεύθυνση αυτή θα συνεχιστεί απρόσκοπτα. Το ερώτημα που θέτω στον εαυτό μου ξανά και ξανά, είναι γιατί έπρεπε να φτάσουμε, σχεδόν 60 χρόνια μετά την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, το 2016 να προβούμε σε μια εμπειρική έρευνα για να έχουμε για πρώτη φορά τεκμηριωμένη εικόνα ως προς την πραγματική διάσταση του προβλήματος και εν τέλει αρχές του 2018 να έχουμε τα κατάλληλα νομικά εργαλεία για τη δημιουργία μιας Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου με βάση τα διεθνή πρότυπα. Για δεκαετίες ολόκληρες το πρόβλημα της αστυνομικής διαφθοράς αντιμετωπιζόταν με βάση τη φιλοσοφία των μερικών «σάπιων μήλων». Δυστυχώς... Θα ήταν όμως σοβαρή παράλειψή μου να μην υπογραμμίσω ότι, η πλειοψηφία των μελών μας χαρακτηρίζεται από εντιμότητα, υπευθυνότητα και εργάζεται με ζήλο και αφοσίωση προς όφελος της κοινωνίας.

Ναρκωτικά: πρόληψη, καταστολή, αποκατάσταση

Ένα από τα σημαντικά προβλήματα της κοινωνίας είναι η χρήση ναρκωτικών, η οποία έχει πολλές διαστάσεις. Εκτρέφει το οργανωμένο έγκλημα. Συνδέεται με εγκλήματα κατά περιουσίας, αλλά και οδικές συγκρούσεις. Η πρόληψη ή η καταστολή είναι η λύση; 

Οι εξαρτησιογόνες ουσίες, τα ναρκωτικά, έχουν καταστεί μάστιγα ανά το παγκόσμιο, όπως δυστυχώς και στη χώρα μας. Πρόκειται για ένα σύνθετο, πολυδιάστατο και περίπλοκο φαινόμενο με ψυχοκοινωνικές, εγκληματολογικές και άλλες διαστάσεις. Ένα πρόβλημα, η επιτυχής αντιμετώπιση του οποίου απαιτεί μια ολιστική προσέγγιση από το κράτος, αλλά και την κοινωνία. Ως Αστυνομία έχουμε θέσει το πρόβλημα των ναρκωτικών ως μια από τις ύψιστες προτεραιότητές μας, καθότι αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες, μια βασική συνιστώσα του οργανωμένου εγκλήματος, αλλά ταυτόχρονα και μια μορφή εγκλήματος που συνθλίβει τα θεμέλια της κοινωνίας. Η κύρια δραστηριότητά μας περιστρέφεται στον τομέα της καταστολής, η οποία επενεργεί και προληπτικά, με στόχο τη σύλληψη των εμπόρων και κατάσχεση ποσοτήτων, ούτως ώστε να μην εισέρχονται αυτές οι ποσότητες στην αγορά των χρηστών ή υποψήφιων χρηστών. Παράλληλα, δίδουμε τεράστια σημασία και στον τομέα της πρόληψης, γνωρίζοντας ότι για να έχουμε θετικά αποτελέσματα, όπως εξάλλου προνοεί η εθνική στρατηγική του κράτους, θα πρέπει η αντιμετώπιση του φαινομένου να είναι ισόρροπη και συνεκτική, τόσο στον τομέα της πρόληψης όσο και της καταστολής. Από την άλλη, ένας τομέας στον οποίο η Αστυνομία Κύπρου διακρίνεται σε σχέση με άλλους αστυνομικούς οργανισμούς, είναι η στήριξη των χρηστών μέσα από μια ανθρωποκεντρική προσέγγιση. Τούτο γίνεται μέσα σ’ ένα πλαίσιο στήριξης των χρηστών από ειδικά εκπαιδευμένα μέλη μας, και παραπομπής τους σε θεραπευτικά κέντρα του κρατικού και μη κρατικού τομέα.

Πάντως, η εμπορία, η διακίνηση και η χρήση ναρκωτικών συνδέεται σε έναν βαθμό με το οργανωμένο έγκλημα.

Πέρα από τη σύνδεσή του με το οργανωμένο έγκλημα, είναι γεγονός ότι το φαινόμενο των ναρκωτικών συνδέεται και με μορφές εγκλήματος, όπως εγκλήματα κατά περιουσίας, αλλά και οδικές συγκρούσεις με απώλειες ζωών ή/και σοβαρούς τραυματισμούς. Είναι γι’ αυτό τον λόγο που οι ενέργειές μας γίνονται πλέον διατμηματικά και στοχευμένα, για να καταπολεμηθεί όχι μόνο το φαινόμενο των ναρκωτικών, αλλά και η πρόληψη και η μείωση των άλλων αναφερόμενων εγκληματικών συνεργειών. Όσον αφορά τις οδικές συγκρούσεις, είναι πλέον τεκμηριωμένο ότι η χρήση ναρκωτικών ουσιών αποτελεί μία από τις αιτίες πρόκλησής τους. Γι’ αυτό τον λόγο από τον Ιανουάριο φέτος υιοθετήθηκε το νάρκοτεστ ως ένα προληπτικό μέτρο μείωσης των οδικών συγκρούσεων.

Εν κατακλείδι, η πρόληψη με την ευρύτερη έννοια, την ψυχοκοινωνική αν θέλετε, αποτελεί πολύ σημαντική παράμετρο για την αντιμετώπιση του φαινομένου. Υπάρχουν επί του θέματος αυτού ψυχοκοινωνικές διαστάσεις, οι οποίες θα πρέπει κάποια στιγμή να προβληματίσουν θεσμούς, οι οποίοι εκ των πραγμάτων πρέπει να συμβάλλουν στη δημιουργία μηχανισμών άμυνας των νέων σε καταστάσεις που μολύνουν την υγεία και την ευημερία τους.

 

Κίνδυνος για όλους η τρομοκρατία

Η Αστυνομία τα τελευταία χρόνια διαθέτει σημαντικούς ανθρώπινους πόρους στα μέτρα για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας. Υπάρχει όντως κίνδυνος;

Αν και η Κύπρος παραδοσιακά θεωρείτο ως χώρα χαμηλού κινδύνου, σε σχέση με την τρομοκρατία, εντούτοις το διεθνές σκηνικό και διάφοροι άλλοι παράγοντες έχουν διαφοροποιήσει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε την απειλή της τρομοκρατίας. Οι διάφορες τρομοκρατικές επιθέσεις στην Ευρώπη, σε συνδυασμό με τη γεωγραφική μας εγγύτητα με τις περιοχές όπου επικρατεί έκρυθμη κατάσταση, οι απειλές του λεγόμενου Ισλαμικού Κράτους να πλήξει στόχους στην Ευρώπη, η παρουσία στην Κύπρο των Βρετανικών Βάσεων και άλλων δυτικών συμφερόντων, το πολύ μεγάλο συγκριτικά με τον πληθυσμό μας τουριστικό ρεύμα που δεχόμαστε, μας οδήγησε στην αναθεώρηση των μέτρων που πρέπει να λαμβάνουμε. Είναι γι’ αυτό τον λόγο που ένα μεγάλο μέρος του ανθρώπινου δυναμικού μας, παρά την έλλειψη προσωπικού, απασχολείται με τη λήψη προληπτικών μέτρων σε σχέση με την απειλή της τρομοκρατίας. Λαμβάνουμε όλα εκείνα τα ενδεδειγμένα μέτρα για τη διασφάλιση, στο μέγιστο δυνατό βαθμό, της αποτροπής οποιουδήποτε τρομοκρατικού κτυπήματος.

ΣΗΜ: Αύριο το β΄ μέρος της συνέντευξης του αρχηγού Αστυνομίας, για την Τροχαία και την οδική συνείδηση, το έγκλημα στο διαδίκτυο και την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού

 

 


Επιστροφή
στην αρχή