Βουνά και φαράγγια (Του Χριστόδουλου Σταμάτη)

ΑΠΟΨΗ /ΣΤΙΓΜΕΣ
Μια εικόνα από Κρήτη που θυμίζει μεϊντάνι, μια ανοιχτή εικόνα για τον επισκέπτη, τον ντόπιο, άγρια και τρυφερή μαζί. Βουνά και φαράγγια, θάλασσα..

Ο παππούς ο κοντός, ο χοντρός, ο καραφλός καθότανε αριστερά. Ο παππούς, ο ψηλός, ο ξερακιανός, μαύρος, αποστεωμένος με κατσαρά μαύρα μαλλιά και μούσια, κουτσός με ένα μπαστούνι και πόδι σερνάμενο καθότανε δεξιά. Στο τραπέζι τους ένα διπλό καραφάκι ρακή και τέσσερα-πέντε πιατάκια με μεζέ. Χοχλιοί μπουμπουριστοί, ντολμαδάκια και ανθοί γεμιστοί, ξύγαλο και πατάτα τηγανητή στο ελαιόλαδο. Κουτσοπίνανε και χαμογελάγανε. Από τη ζωή; Από τα γίδια; Από τα άγρια βουνά στο Λασίθι της Κρήτης; Ποιος ξέρει; Ήρεμοι και οι δύο, χαλαροί, λείοι όπως τα βράχια εκεί πάνω που ζούνε. Πάνω από ογδόντα και οι δύο. Απολαμβάνανε ο ένας την παρέα του άλλου, τσιμπολογούσανε, κουτσοπίναν τη ρακή τους, χαμογελαστοί στο καφενείο του χωριού.

Ένα κοριτσάκι μέχρι τεσσάρων έπαιζε πέρα-δώθε, πηγαινοερχότανε και σταμάτησε μπροστά από τον ψηλό ξερακιανό κρατώντας ένα αρκουδάκι. «Πώς σε λένε;» «Φραουλίτσα». «Πώς σε λένε;», «Φραουλίτσα». Ο παππούς δεν άκουσε, δεν κατάλαβε, αγκάλιασε το παιδάκι, το φίλησε: «Με τις υγειές σου, κοπέλα μου». Το άφησε απαλά και χαμογέλασε. Το κοριτσάκι έτρεξε στη μαμά του και κρύφτηκε. Ο παππούς ο ψηλός, ο ξερακιανός σήκωσε το ποτηράκι της ρακής και ήπιε.

Σε λίγο οι δύο παππούδες σηκώθηκαν, πλήρωσαν και βγήκαν έξω. Εκεί στο σοκάκι που κατηφόριζε από το χωριό στον κεντρικό δρόμο, ο παππούς ο κοντός, ο χοντρός, ο καραφλός έπεσε. Το κούτελό του κολλημένο στο πλακόστρωτο, γονατιστός με τα χέρια πίσω έτοιμος να πετάξει. Ο ψηλός, ο μαύρος, ο ξερακιανός έσκυψε εκεί κάτω να τον σηκώσει. Παραπάτησε και έπεσε και αυτός προς τα πίσω, αδύνατος πια από τα χρόνια και το πιοτό. Στο πρόσωπό του το αποστεωμένο, το γεμάτο τρίχες, έβλεπες την αγωνία. Ένας νεαρός πλησίασε γρήγορα από δίπλα. Έσκυψε να δει τον πεσμένο κοντό και χοντρό παππού. «Καλά είσαι, παππού;». «Δεν μπορώ να σηκωθώ, δεν μπορώ να κουνήσω…». Ο ψηλός φώναξε: «Σήκω ωρέ, σήκω». «Ωρέ, δεν μπορώ να σηκωθώ, δεν μπορώ να κουνήσω». «Ωρέ σου λέω σήκω, ωρέ». «Ωρέ, δεν μπορώ σου λέω…»

Ο νεαρός σήκωσε πάνω τον παππού τον κοντό, τον χοντρό, τον καραφλό. Ο ψηλός, ο κουτσός, ο μαύρος, ο ξερακιανός σηκώθηκε μόνος. Αγκαλιάστηκαν φοβισμένοι. Τα βλέμματά τους τώρα είχαν ηρεμήσει ελαφρώς. «Θέλετε να φωνάξω γιατρό;» είπε ο νεαρός. «Όχι, παιδί μου, είμαστε καλά, ευχαριστούμε». «Να σας πάω κάπου;». Όχι, παιδί μου, εδώ είναι το αυτοκίνητό μας. Πιάστηκαν αγκαζέ στηρίζοντας ο ένας τον άλλον και προχώρησαν σιγά-σιγά προς ένα αγροτικό ΙΧ. Ένας από τους δύο θα οδηγούσε μάλλον.

 Μια εικόνα από Κρήτη που θυμίζει μεϊντάνι, μια ανοιχτή εικόνα για τον επισκέπτη, τον ντόπιο, άγρια και τρυφερή μαζί. Βουνά και φαράγγια, θάλασσα, αέρας και γη.

 

Μεϊντάνι = σε κοινή θέα, εκεί που όλοι μπορούν να δουν. Είναι επίσης το καφενείο στο Σταυροχώρι Σητείας που φιλοξένησε το σκηνικό αυτό.

 

 

Oι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευσή τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.

Διαβάστε επίσης:

ΑΠΟΨΗ

Η κοροϊδία για τους ποδηλάτες

Πολίτης News, 23.11.2017

ΑΠΟΨΗ

Αναμνήσεις από τον Οζκέρ Οζγκιούρ…Δικό τους και το νταούλι και το ξύλο

ΣΕΝΕΡ ΛΕΒΕΝΤ, 23.11.2017

ΑΠΟΨΗ

Ύβρις στο Μέλαθρο..Του Στέλιου Θεοδωρίδη

Πολίτης News, 21.11.2017

Επιστροφή
στην αρχή