Τραμπουκισμός και διαστρέβλωση (εκ του ασφαλούς)

ΑΠΟΨΗ /ΚΑΤΑ ΒΑΡΒΑΡΩΝ
Δικαίωμά τους να βγάζουν εξανθήματα στην όποια επαφή με τους Τ/κ συναδέλφους μας. Τα ψέματα ωστόσο και ο τραμπουκισμός δεν είναι δικαίωμα κανενός.

Αυτές τις μέρες κυκλοφορεί μέσω email μια επιστολή. Από δημοσιογράφους προς δημοσιογράφους. Ή τουλάχιστον προς κάποιους δημοσιογράφους, διότι εγώ λ.χ. και πολλοί άλλοι συνάδελφοι δεν εκρίθη σκόπιμο να είμαστε στη λίστα των παραληπτών.

Ή, καλύτερα, εκρίθη σκόπιμο να μην είμαστε. Όχι ότι στεναχωρήθηκα.

Είναι μια «επιστολή διαμαρτυρίας», για τη συλλογή υπογραφών ενάντια στην πρωτοβουλία για ένα κοινό «γλωσσάρι» ανάμεσα σε Ε/Κ και Τ/Κ δημοσιογράφους - το οποίο, σημειώστε, θα είναι αυστηρά προαιρετικό στη χρήση.

Πρόκειται για μια πρωτοβουλία του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ), η οποία δοκιμάστηκε και στα ΜΜΕ αλλού, όπως λ.χ. του Ισραήλ και των Παλαιστινίων.

Η λογική του είναι απλή: εκεί που η επικοινωνία ανάμεσα στους δημοσιογράφους κολλά σε ορολογίες γίνεται μια κοινή προσπάθεια για την κατάληξη σε λέξεις οι οποίες δεν θα εμποδίζουν τη πρόσβαση στον διάλογο.

Κοινούς όρους οι οποίοι θα υιοθετηθούν από όποιους λειτουργούς θέλουν. ΚΑΙ ΜΟΝΟ.

Δεδομένου κιόλας, εκ των πραγμάτων, ότι οι συγκεκριμένοι δημοσιογράφοι ΘΕΛΟΥΝ να μιλούν με τους συναδέλφους τους της άλλης πλευράς, εδώ της άλλης κοινότητας. Κάτι που δεν ισχύει για τους… οψίμως διαμαρτυρόμενους (σ.σ. δες υστερόγραφο) συναδέλφους, οι οποίοι ουδέποτε μπήκαν σε μια τέτοια διαδικασία και οι οποίοι αποφεύγουν την όποια επαφή με τους «Τούρκους» (sic) - τους Τουρκοκυπρίους συναδέλφους μας. Eνίοτε όπως ο διάολος το λιβάνι.

Μιλάμε για τους ίδιους πάντα δημοσιογράφους με τους εκπροσώπους των οποίων χρειάστηκε να συζητάμε για καιρό πριν από 2-3 χρόνια στο διοικητικό Συμβούλιο της ΕΣΚ ώστε, για πρώτη φορά, να ανταποκριθούμε σε πρόσκληση των Τ/κ συναδέλφων μας να μας πάρουν σε ένα εστιατόριο για να φάμε και να τα πούμε. Τέτοιο λιβάνι.

Εκεί, λοιπόν, που έγινε προσπάθεια και φτιάχτηκε ένα τέτοιο «γλωσσάρι» οι δημοσιογράφοι των δύο πλευρών κατέληξαν σε κάποιους όρους, ενώ ποτέ δεν υπήρξε απόλυτη συμφωνία. Και, εκεί, σεβάστηκαν τις διαφωνίες τους. Στην Κύπρο η προσπάθεια καλά-καλά δεν ξεκίνησε.

Η επιστολή αυτή, όμως, είναι μια συμπεριφορά ανέντιμη. Όχι μόνο γιατί αποφάσισαν να κινηθούν επιλεκτικά, την ώρα που μιλούν για δημοκρατία, αλλά και διότι βασίζεται σε ψέματα, σε διαστρεβλώσεις και σε ανακρίβειες οι οποίες εκθέτουν όχι μόνο τους ίδιους, αλλά και το επάγγελμά μας.

Με βασικότερο παράδειγμα των πιο πάνω τον ισχυρισμό ότι το συγκεκριμένο «γλωσσάρι», ένα απόλυτα προαιρετικό εργαλείο το οποίο έχουν το δικαίωμα να μην χρησιμοποιήσουν και το οποίο ουδείς μπορεί να επιβάλει σε κάποιον -πώς άλλωστε;- προωθεί τη λογοκρισία μέσω απαγορευμένων λέξεων! Δεν υπάρχουν τέτοιες και καμία αναφορά δεν γίνεται στο τι ΔΕΝ πρέπει να λέγεται.

Δεν το γνώριζαν οι συνάδελφοι; Εάν το γνώριζαν είναι διπλά κατάπτυστη η συμπεριφορά τους. Εάν δεν το γνώριζαν, τότε μιλάμε τουλάχιστον για επαγγελματική ανεπάρκεια διότι ως δημοσιογράφοι όφειλαν να ρωτήσουν και να μάθουν.

Το να καταγγέλλουν δε «λογοκρισία» για κάτι που δεν φτιάχτηκε καν, σε ένα πρότυπο που δεν έψαξαν -εάν δεν το έψαξαν- και το οποίο ούτως ή άλλως δεν τους αφορά, διότι οι ίδιοι δεν έχουν καμία επαφή με τους δημοσιογράφους της άλλης κοινότητας χαμένοι στις ιδεοληψίες, τις φοβίες και τις προκαταλήψεις τους, αυτό είναι άνω ποταμών.

Λογοκρισία υπάρχει. Και είναι αυτό που επιχειρούν προληπτικά να ασκήσουν στιγματίζοντας όλους τους συναδέλφους τους οι οποίοι, ναι, διαπιστώνουν πως πρέπει να γίνει κάτι για να μπορέσουμε να σταματήσουμε να κολλάμε στους όρους.

Το πώς θέλουμε να γράφουμε εμείς, είναι θέμα δικό μας. Έγραφα τις προάλλες πως είναι τουλάχιστον οξύμωρο, αντιδημοσιογραφικό και γελοίο να επιμένουν κάποιοι στο να αποκαλούν, λ.χ., τον ηγέτη της άλλης κοινότητας «κατοχικό ηγέτη» και όχι ως αυτό που είναι, την ώρα που οι ίδιοι λένε πως δεν έχει δικαιοδοσία να αποφασίζει τίποτα και πως για όλα αποφασίζει η Άγκυρα! Ένα από τα πολλά.

Όσο για το «γλωσσάρι», εάν υπάρξει, είναι δεδομένο πως σε πολλά δεν πρόκειται να συμφωνήσουμε. Η εισβολή, λ.χ., δεν μπορεί να αναφέρεται ως τέτοια στην άλλη πλευρά, στα πλείστα ΜΜΕ, ούτε εμείς θα δεχόμασταν ποτέ να τη λέγαμε αλλιώς.

Και τα παραδείγματα διαφαινόμενης συμφωνίας και διαφωνίας είναι πολλά. Το ζήτημα είναι ποιον ενοχλεί η όποια προσέγγιση.

Αλλά επειδή οι γκράντε πατριώτες συνάδελφοι αποκαλύπτουν πολλά λέγοντας πως «τέτοιου είδους συζητήσεις» (sic!) «αποτελούν αυτοακύρωση του ρόλου και της αποστολής» της ΕΣΚ και της Επιτροπής Δεοντολογίας [σ.σ. η πρώτη δεν μετέχει ενεργά και η δεύτερη ενημερώθηκε, διότι η προσπάθεια καλά-καλά δεν ξεκίνησε ακόμα), παραδίδοντας και μαθήματα για το πώς πρέπει να λειτουργούν τα Μέσα, θα ήθελα προσωπικά να απαντήσω πως τα Μέσα σίγουρα ΔΕΝ πρέπει να λειτουργούν, βάσει διεθνών κιόλας προτύπων, όπως έχουν συνηθίσει εκείνοι και εκείνες να δημοσιογραφούν.

Διότι εάν ανατρέξει κανείς στο πώς παρουσιάζουν την άλλη κοινότητα στους αναγνώστες, τους ακροατές και τους τηλεθεατές τους και στο πώς δαιμονοποιούν το καθετί που προέρχεται από αυτήν, αυτό μόνο δημοσιογραφία δεν είναι.

Τα παραδείγματα είναι αμέτρητα. Έχω γράψει ουκ ολίγες φορές. Ένα, ενδεικτικά, είναι το πώς απομονώνουν κάθε χρόνο και παρουσιάζουν με σχόλια παραπλανητικά και διαστρεβλωτικά τα έξοδα των Ελληνοκυπρίων στην άλλη πλευρά, με βάση τα στοιχεία της JCC, αποκρύβοντας τα αντίστοιχα των Τουρκοκυπρίων στις ελεύθερες περιοχές, τα οποία η εταιρεία αποστέλλει στο ίδιο email.

Και στιγματίζοντας όποιον επισκέπτεται τα κατεχόμενα. Όποιος με διαβάζει έχει δει πάμπολλα τέτοια παραδείγματα.

Είναι επιλογή λοιπόν και θέμα δικής τους επαγγελματικής και όχι μόνο συνείδησης το εάν θέλουν να παραπληροφορούν αυτούς που τους ακούνε και τους διαβάζουν, εξαγριώνοντας τον κόσμο με τη μισή αλήθεια και με έναν σωρό ψέματα και διαστρεβλώσεις ενίοτε.

Αλλά προσωπικά δεν ανέχομαι, ειδικά από αυτό το είδος, να αναλαμβάνει ρόλο κριτή «του ρόλου των ΜΜΕ», πολλώ δε μάλλον να λειτουργεί με τέτοιες κινήσεις τραμπουκισμού, προληπτικής λογοκρισίας και απαγόρευσης της όποιας προσπάθειας για διευκόλυνση της συνεννόησης μεταξύ ημών που θέλουμε να βρούμε τις όποιες γέφυρες επικοινωνίας.

Το δηλητήριο που χύνεται καθημερινά από ένα είδος τα οποίο είχε φτάσει στο σημείο να μειώνει σε επίπεδο... εφηβικής παρόρμησης επιθέσεις με πέτρες εναντίον Τουρκοκυπρίων και να γίνεται με κάθε ευκαιρία πρόθυμος απολογητής του εθνικισμού, του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας μπορούν να το πίνουν όποιοι θέλουν. Ελεύθερα.

Και θα το πίνουν φτιάχνοντας περιρρέουσες εις βάρος άλλων. Ενίοτε και συναδέλφων τους.

Το τι θα κάνουμε εμείς οι υπόλοιποι και το πώς η πλειονότητα των λειτουργών των ΜΜΕ αντιλαμβάνεται τη δημοκρατία και το δικαίωμα για «τέτοιου είδους συζητήσεις» (sic) προσωπικά δεν το διαπραγματεύομαι. Και δεν θα το διαπραγματευτώ ποτέ, ειδικά με ανθρώπους που καταγράφουν αυτά τα θλιβερά ελλείμματα.

Ελλείμματα σε επίπεδο αντίληψης της δημοκρατίας αλλά και της δουλειάς που κάνουμε. Όπως πρέπει να την κάνουμε. Χωρίς ψευτιές και διαστρεβλώσεις.

Υστερόγραφο: Τέτοιο γλωσσάρι δεν φτιάχνεται για πρώτη φορά στην Κύπρο. Σχετικά πρόσφατα φτιάχτηκε από το συγκρότημα «Φιλελεύθερος» και την τ/κ εφημερίδα «Havadis». Tότε βεβαίως, οι συγκεκριμένοι, εκτός από φλύκταινες είχαν βγάλει και έναν πολύ... βολικό σκασμό. Σήμερα, εξίσου βολικά, έρκουνται πόσσω τους.


Διαβάστε επίσης:

ΑΠΟΨΗ

Το Κυπριακό πρόβλημα- Μια άλλη προσέγγιση (Του Πόλυ Πολυβίου)

Πολίτης News, 18.09.2018

ΑΠΟΨΗ

Σημειώσεις: Το οξύμωρο του «λάθους»

ΚΑΤΙΑ ΣΑΒΒΑ, 18.09.2018

ΑΠΟΨΗ

Ωραία τα πολιτικά ανέκδοτα, όσο δεν εκλέγονται...

ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, 18.09.2018

Επιστροφή
στην αρχή