Τουρκοκύπριος «έκλεψε» τη θέση του δημάρχου Λευκωσίας…

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΚΥΠΡΟΣ
Ο Βασίλης Πρωτοπαπάς είναι διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης και συγγραφέας του βιβλίου για την εκλογική και πολιτική ιστορία της Αγγλοκρατίας.

Εκλογές για την τοπική αυτοδιοίκηση διεξάγονται στην Κύπρο από τα πρώτα χρόνια της Αγγλοκρατίας, από τα τέλη του 19ου αιώνα. Η βρετανική διοίκηση, που ανέλαβε το καλοκαίρι του 1878, στο πλαίσιο της γενικότερης διοικητικής αναδιάρθρωσης επιχείρησε να θέσει τη λειτουργία των δημοτικών συμβουλίων στα αστικά κέντρα και ορισμένες μεγάλες κωμοπόλεις, σε πιο ορθολογική βάση και με αιρετές διαδικασίες ανάδειξης. «Ωστόσο, από το 1882 μέχρι και το 1907 που τροποποιήθηκε η αρχική νομοθεσία, στους δήμους που οι Τουρκοκύπριοι είχαν αναλογία πέραν του 1/3 των δημοτικών συμβούλων, όπως η Λευκωσία, διορίζονταν δημοτικές επιτροπές.

Δείτε το live των δημοτικών εκλογών

Μόνο μετά το 1908 ομαλοποιήθηκαν οι διαδικασίες, και τα συμβούλια στους ανακηρυγμένους δήμους προέκυπταν μέσω σταθερών εκλογών ανά τριετία. Εκλογές με σύγχρονους όρους έχουμε από το 1882, ωστόσο γενικευμένες και σταθερές εκλογές στα δημαρχεία έχουμε από το 1908. Υπήρξαν συνολικά δεκαπέντε δήμοι με την προσθήκη της Αθηένου το 1948. Ανάλογοι θεσμοί τοπικής αυτοδιοίκησης εφαρμόστηκαν και στις αγροτικές κοινότητες, με κύριο όμως χαρακτηριστικό την αστάθεια ως προς τις διαδικασίες ανάδειξης των κοινοτικών αξιωματούχων», αναφέρει ο Βασίλης Πρωτοπαπάς. Μέχρι το 1891, συνεχίζει, οι κοινοτικές αρχές ήταν αιρετές. «Από το 1891 μέχρι το 1906 διορίζονταν, ξανάγιναν αιρετές από το 1907 μέχρι το 1923, για να επανέλθουν έκτοτε και μέχρι το τέλος της Αγγλοκρατίας στο διοριστικό σύστημα», προσθέτει ο κ. Πρωτοπαπάς, στο πλαίσιο συνέντευξης που παραχώρησε στον «Πολίτη», σε μια προσπάθεια να παρακολουθήσουμε το πώς εξελίχθηκαν οι σχέσεις Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων μέσα από τον φακό των εκλογών για την τοπική αυτοδιοίκηση. Ο Βασίλης Πρωτοπαπάς είναι διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης και συγγραφέας του βιβλίου για την εκλογική και πολιτική ιστορία της Αγγλοκρατίας «Εκλογική Ιστορία της Κύπρου, πολιτευτές, κόμματα και εκλογές στην Αγγλοκρατία (1878 - 1960)» [Αθήνα: Θεμέλιο, 2012].

Σύμφωνα με τον Βασίλη Πρωτοπαπά, «ο κυπριακός λαός, ως ενιαίο σύνολο πολιτών με ένα γενικό συμφέρον, δεν υπήρξε ποτέ».

 

Στην περίπτωση των δήμων έχουμε σταθερά εκλογές από το 1908 μέχρι και το 1960;


Όχι ακριβώς. Είχαμε εκλογές από το 1908 μέχρι και το 1929, καθώς, μετά τις ταραχές του 1931, ο θεσμός διατηρήθηκε αλλά οι εκλογές αναστάληκαν. Για μια περίοδο δώδεκα ετών, οι δήμαρχοι και οι δημοτικοί σύμβουλοι ήσαν διορισμένοι. Η εκλογική διαδικασία επανήλθε το 1943. Εκλογές για τα δημαρχεία έγιναν το 1943, το 1946, το 1949 και τελευταία φορά το 1953, καθώς η κατάσταση εκτάκτου ανάγκης που κηρύχθηκε το 1955 λόγω της ένοπλης δράσης της ΕΟΚΑ οδήγησε σε εκ νέου αναστολή. Ας έχουμε υπόψη ότι οι ανωμαλίες στα πρώτα βήματα της Κυπριακής Δημοκρατίας οδήγησαν σε διοριστικό σύστημα στους δήμους που διήρκεσε μέχρι το 1986.

Πόσο ελεύθερες ήταν για την εποχή οι εκλογές που διεξάγονταν επί Αγγλοκρατίας;


Οι εκλογές ως διαδικασία ήταν ελεύθερες και σχετικά αδιάβλητες. Κατά κανόνα οι Βρετανοί επιδίωκαν να μην παρεμβαίνουν και ήταν πολύ τυπικοί στα διαδικαστικά. Το πρόβλημα ήταν ότι η τοπική αυτοδιοίκηση είχε περιορισμένες αρμοδιότητες και, ακόμη χειρότερα, ότι οι αποφάσεις της μπορούσαν να ακυρωθούν από τη συχνά αυταρχική αποικιακή διοίκηση. Το ίδιο συνέβαινε με το Νομοθετικό Συμβούλιο. Δεν είχαμε, λοιπόν, ουσιαστική αυτοκυβέρνηση ή αυτοδιοίκηση, γι' αυτό και συχνά η εκλογική διαδικασία δεχόταν έντονη αμφισβήτηση από τους Κυπρίους για την αξία και τη σκοπιμότητά της.

Ψήφιζαν μαζί ή χωριστά οι δυο κοινότητες;


Ο κυπριακός πληθυσμός, ήδη από την Οθωμανική περίοδο, υπήρξε διαιρεμένος σε δύο θρησκευτικές (εθνοτικές) κοινότητες. Στα χρόνια της Αγγλοκρατίας αυτό ενισχύθηκε θεσμικά, καθώς συγκροτήθηκαν εξαρχής χωριστοί εκλογικοί κατάλογοι και κέντρα ψηφοφορίας, με την κατανομή των εδρών να βασίζεται στις εκάστοτε πληθυσμιακές αναλογίες. Οι Τουρκοκύπριοι (μουσουλμάνοι) ψήφιζαν μόνον Τουρκοκύπριους, το ανάλογο οι Ελληνοκύπριοι (χριστιανοί). Με τη σειρά τους, οι εκλεγέντες θεωρούσαν ότι εκπροσωπούσαν τα συμφέροντα της δικής τους κοινότητας. Ο κυπριακός λαός, ως ενιαίο σύνολο πολιτών με ένα γενικό συμφέρον, δεν υπήρξε ποτέ. Ούτε στα χρόνια της Αγγλοκρατίας ούτε μετέπειτα.


Ποια ήταν η συμμετοχή σε αυτές τις εκλογές;
Τα εκλογικά δικαιώματα συνδέονταν με την ιδιοκτησία και την καταβολή φορολογίας. Ωστόσο, λίγοι αποκλείονταν για οικονομικούς λόγους. Ο βασικός αποκλεισμός ήταν η ταυτότητα φύλου, καθώς σε όλη την περίοδο της Αγγλοκρατίας οι γυναίκες στερούνται του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι. Η συμμετοχή όσων αρρένων εγγράφονταν στους εκλογικούς καταλόγους ήταν κατά κανόνα πολύ υψηλή, ιδιαίτερα μετά το 1943 όταν η εκλογική αντιπαράθεση έλαβε ταξικό-κοινωνικό χαρακτήρα. Το εκλογικό κλίμα ήταν συνήθως εντονότερο και πιο θερμό στις αναμετρήσεις των Ελληνοκυπρίων. Στην τουρκοκυπριακή κοινότητα οι αναμετρήσεις ήταν πιο υποτονικές. Σε αυτό συνέβαλλε το γεγονός ότι οι θέσεις δημάρχων και αντιδημάρχων ουσιαστικά προορίζονταν αποκλειστικά για τους Ελληνοκύπριους.


Ο Τουρκοκύπριος


Τι εννοείτε; Δεν μπορούσε ένας Τουρκοκύπριος να εκλεγεί δήμαρχος ή αντιδήμαρχος;


Μπορούσε, όμως μόνον θεωρητικά. Ο δήμαρχος και ο αντιδήμαρχος εκλέγονταν από τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου, όχι απευθείας από τους δημότες. Οι Ελληνοκύπριοι, λόγω πληθυσμιακής υπεροχής, είχαν την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών στα δημοτικά συμβούλια. Με εξαίρεση τη Λεύκα. Έτσι, παρά τις έντονες διαπροσωπικές ή πολιτικές συγκρούσεις που ενίοτε είχαν, οι Ελληνοκύπριοι δεν θα ψήφιζαν Τουρκοκύπριο για αυτές τις θέσεις. Όσο ικανός κι αν ήταν. Στα εκλογικά χρόνια της Αγγλοκρατίας, από το 1882 ώς τα 1953, κανένας Τουρκοκύπριος δεν κρίθηκε από τους Ελληνοκύπριους ικανός για θέση δημάρχου ή αντιδημάρχου. Ακόμη και σε δήμους όπως η Λευκωσία και η Πάφος, με τουρκοκυπριακό πληθυσμό 37% και 30% αντίστοιχα στην απογραφή του 1946. Μόνο μια φορά, το 1908, ένας Τουρκοκύπριος «έκλεψε» τη θέση του δημάρχου Λευκωσίας. Αυτό συνέβη διότι οι 6 Ελληνοκύπριοι σύμβουλοι διασπάστηκαν λόγω της αντιπαράθεσης του «αρχιεπισκοπικού ζητήματος», με αποτέλεσμα ο Τουρκοκύπριος να λάβει τις 5 ψήφους των Τουρκοκυπρίων δημοτικών συμβούλων και να επικρατήσει. Το γεγονός εκείνο θεωρήθηκε πολύ μεγάλη ντροπή για τους Ελληνοκύπριους κι έτσι τρία χρόνια μετά, με αποφασιστική παρέμβαση του Αρχιεπισκόπου, διασφαλίστηκε ότι κάτι τέτοιο δεν θα ξανασυνέβαινε. Πράγματι δεν συνέβη ποτέ ξανά.

Μήπως αυτή η κατάσταση ήταν αποδεκτή από τους Τουρκοκυπρίους, στη λογική ότι κατανοούσαν ότι αποτελούσαν μειοψηφία και ότι η πλειοψηφία αποφασίζει;


Δεν ήταν καθόλου αποδεκτή. Τουναντίον. Από την πρώτη μέρα της βρετανικής διοίκησης, οι Τουρκοκύπριοι προύχοντες διαμαρτυρήθηκαν για την απώλεια των προνομίων που προηγουμένως απολάμβαναν. Διεκδικούσαν ισάριθμη αντιπροσώπευση στο Νομοθετικό Συμβούλιο και εκ περιτροπής κατοχή των θέσεων δημάρχου και αντιδημάρχου, ανεξάρτητα από την πληθυσμιακή αναλογία. Αίτημα που οι Βρετανοί απέρριψαν ασυζητητί. Στη δεκαετία του 1940 η ηγεσία των Τουρκοκυπρίων επανέφερε έντονα το αίτημα της εκ περιτροπής, ιδιαίτερα στους δήμους με υψηλή αναλογία τουρκοκυπριακού πληθυσμού. Οι Ελληνοκύπριοι, ωστόσο, από τη Δεξιά ώς την Αριστερά, ούτε καν συζητούσαν κάτι τέτοιο, αφού εκείνη την εποχή στόχος ήταν η Ένωση και μόνον η Ένωση.

Ποιοι ήταν οι κυριότεροι σταθμοί των εκλογών για την τοπική αυτοδιοίκηση, που καθόρισαν τη μετέπειτα στάση/συμπεριφορά είτε των Ελληνοκυπρίων είτε των Τουρκοκυπρίων;


Δεν υπήρξαν εκλογές-σταθμοί ως προς τις σχέσεις των δύο κοινοτήτων, πρώτα και κύρια διότι επρόκειτο για δύο εντελώς παράλληλες διαδικασίες. Δύο διακριτά εκλογικά σώματα, δύο χωριστοί «κόσμοι», χωρίς αλληλεπίδραση. Θεωρώ ότι αυτό από μόνο του υπήρξε ο μεγαλύτερος σταθμός, αρνητικός σταθμός, διότι εμπόδισε τη συγκρότηση ενός κοινού πολιτικού χώρου πέρα και πάνω από τα ενδιαφέροντα και τα μικροσυμφέροντα της κάθε κοινότητας. Αρνητικός σταθμός, κατά τη γνώμη μου, ήταν η συστηματική αδυναμία της ελληνοκυπριακής ηγεσίας να δείξει στοιχειώδη μεγαλοψυχία έναντι των Τουρκοκυπρίων. Μιλώντας βεβαίως εκ των υστέρων, με όση αυτογνωσία προσφέρουν τα γεγονότα που μεσολάβησαν, νομίζω ότι θα ήταν προς όφελος της οικοδόμησης ενός κοινού μέλλοντος εάν σε ορισμένους δήμους, όπως η Λευκωσία και η Πάφος, οι Ελληνοκύπριοι ψήφιζαν στη θέση έστω του αντιδημάρχου κάποιον Τουρκοκύπριο. Ο αποκλεισμός της πρόσβασης των Τουρκοκυπρίων από τέτοιες θέσεις, διευκόλυνε τους εθνικιστές Τουρκοκύπριους στο έργο της αποξένωσης των ανθρώπων και σε απαιτήσεις όπως χωριστοί δήμοι, μέχρι και διχοτόμηση του νησιού.

«Στην τουρκοκυπριακή κοινότητα οι αναμετρήσεις ήταν πιο υποτονικές. Σε αυτό συνέβαλλε το γεγονός ότι οι θέσεις δημάρχων και αντιδημάρχων ουσιαστικά προορίζονταν αποκλειστικά για τους Ελληνοκύπριους»Η μοναδική φορά που εξελέγη Τουρκοκύπριος δήμαρχος προκάλεσε τόσο μεγάλη ντροπή στους Ελληνοκύπριους, που τρία χρόνια μετά, με αποφασιστική παρέμβαση του τότε Αρχιεπισκόπου, διασφαλίστηκε ότι κάτι τέτοιο δεν θα συνέβαινε. Και πράγματι δεν συνέβη ποτέ ξανά.

Η διαίρεση

Ποια σημερινά προβλήματα/διαφορές στις σχέσεις των δύο κοινοτήτων έχουν καταβολές στα παλιά χρόνια, τα χρόνια της λεγόμενης προϊστορίας της Κυπριακής Δημοκρατίας;

Πολλά και διάφορα, που συνοψίζονται στο εξής ένα: κάθετη διαίρεση του κυπριακού πληθυσμού σε δύο κοινότητες που δυσκολεύονται πολύ να οραματιστούν ένα κοινό πολιτικό μέλλον. Βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις που βασίζονται στην αμοιβαία δυσπιστία και καχυποψία, και μεταλαμπαδεύονται στις νεότερες γενιές. Ο διαχωρισμός επί του εδάφους, και η πολύ περιορισμένη επικοινωνία, βαθαίνουν το ρήγμα. Πολλοί πιστεύουν ότι είναι περίπου στο DNA των δύο κοινοτήτων να μην μπορούν να ζήσουν μαζί σε μια κοινή πατρίδα. Κάτι τέτοιο βεβαίως είναι πλάνη. Η εμπιστοσύνη, είτε πρόκειται για διαπροσωπικές είτε για εθνοτικές σχέσεις, κτίζεται στην πορεία του χρόνου και μέσα από τις δοκιμασίες. Απαιτεί μεγαλοψυχία και υπερβάσεις, την οποία πρώτοι και καλύτεροι πρέπει να επιδεικνύουν οι ηγέτες. Εμπνευσμένοι ηγέτες, ικανοί να κτίζουν γέφυρες. Δυστυχώς κτίζαμε τείχη ανάμεσα στους Κυπρίους και γέφυρες διευκόλυνσης της παρέμβασης ξένων στα εσωτερικά μας.

Ποιες ομοιότητες/διαφορές υπάρχουν στα κριτήρια με τα οποία ψήφιζαν οι Κύπριοι επί Αγγλοκρατίας σε σχέση με το σήμερα;

Γενικά μιλώντας, το πολιτικό/παραταξιακό κριτήριο, που εμφανίζεται στα 1940, εξακολουθεί να καθορίζει την εκλογική συμπεριφορά. Οι κομματικές ταυτίσεις, αν και χαλάρωσαν πολύ, καθορίζουν τις επιλογές των ψηφοφόρων και στις δημοτικές εκλογές. Ως προς το εθνοτικό κριτήριο, αν και πέρασαν πολλές δεκαετίες, προσωπικά δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η μεγάλη πλειοψηφία των Ε/Κ και των Τ/Κ εξακολουθούν να σκέπτονται με κυρίαρχα εθνοτικά κριτήρια. Για παράδειγμα, αν αύριο συγκροτείτο ένας κοινός εκλογικός κατάλογος και μια κοινή διαδικασία, λίγοι Ελληνοκύπριοι θα ήταν πρόθυμοι να ψηφίσουν έναν ικανό Τουρκοκύπριο υποψήφιο. Και αντίστροφα. Γι' αυτό και οι Τουρκοκύπριοι, έχοντας και την εμπειρία του παρελθόντος, δεν πρόκειται ποτέ να δεχθούν ένα γενικό σύστημα κοινού εκλογικού καταλόγου. Στο ίδιο πλαίσιο, διεκδικούν όπως η θητεία του προέδρου στην ομοσπονδιακή κεντρική κυβέρνηση είναι εκ περιτροπής. Προσωπικά υποστηρίζω την ιδέα για εκ περιτροπής, νοουμένου ότι θα υπάρχει διασταυρούμενη ψήφος. Κάτι τέτοιο θα ήταν επανάσταση στην εκλογική εμπειρία του τόπου, διότι για πρώτη φορά, με τη διασταυρούμενη ψήφο, οι άνθρωποι της μιας κοινότητας θα έχουν λόγο (ψήφο) για υποψήφιο προερχόμενο από την άλλη κοινότητα. Αυτό θα οδηγήσει στη σταδιακή συγκρότηση ενός κοινού δημόσιου χώρου και μιας νέας γενιάς πολιτικών, που θα πολιτεύονται απευθυνόμενοι σε όλους τους Κυπρίους. Θεωρώ, επίσης, πολύ πιο λειτουργικό και βιώσιμο, οι δύο κοινότητες να νιώθουν ότι μοιράζονται εξίσου τις ευθύνες της διακυβέρνησης. Θεωρώ πολύ καλύτερο αυτό από την πρόνοια στο Σύνταγμα της ΚΔ περί Αντιπροέδρου, εκλεγόμενου χωριστά και με έγνοια αποκλειστικά τη δική του κοινότητα, με δικαιώματα αρνησικυρίας και βραχυκύκλωσης της λειτουργίας της εκτελεστικής εξουσίας. Χαριτολογώντας, στη θέση του Προέδρου Αναστασιάδη θα έδινα και ανταλλάγματα για να πετύχω σύστημα εκ περιτροπής προεδρίας με διασταυρούμενη ψήφο. Τονίζω τη διασταυρούμενη ψήφο.

«Στα εκλογικά χρόνια της Αγγλοκρατίας, από το 1882 ώς τα 1953, κανένας Τουρκοκύπριος δεν κρίθηκε από τους Ελληνοκύπριους ικανός για θέση δημάρχου ή αντιδημάρχου. Ακόμη και σε δήμους όπως η Λευκωσία και η Πάφος, με τουρκοκυπριακό πληθυσμό 37% και 30% αντίστοιχα»

 


Ο δήμαρχος Δημοσθένης Χατζηπαύλου, ο αντιδήμαρχος Χατζηχαβούζ και το δημοτικό συμβούλιο Λεμεσού, φωτογραφίζονται στο ατελιέ του Φώσκολου. Μεταξύ των δημοτικών αρχόντων διακρίνονται και οι: Αριστοτέλης Κ. Παλαιολόγος, Σπύρος Ι. Αραούζος, Γεώργιος Θ. Ρωσσίδης και Χατζηχουσεΐν Αγάς. Φωτογραφία του 1888.

 


Εκλογείς σχηματίζουν ουρά έξω από εκλογικό κέντρο στη Λευκωσία [1953].

 


Προεκλογική συγκέντρωση με ομιλητή τον γ.γ. του ΑΚΕΛ Εζεκία Παπαϊωάννου [1953].

 

 

 

Oι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευσή τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.

Επόμενο άρθρο:

Αφιέρωμα

«Γυναικεία υπόθεση το επιτελείο της Φωτούλας»

Εκτός από τον Κωνσταντίνο Γιωρκάτζη, selfie με την υποψήφια του ΑΚΕΛ για τη δημαρχία της Λακατάμιας, ανέβασε στο twitter και η Ειρήνη Χαραλαμπίδου

29 / 32
Επιστροφή
στην αρχή