Τουρκία: η επόμενη μέρα (Του Σώτου Κτωρή)

ΑΠΟΨΗ /ΕΠΙΛΟΓΕΣ
Οι κινήσεις του Ερντογάν δείχνουν πως βασικός του στόχος σε βραχυπρόθεσμο,τουλάχιστον,ορίζοντα είναι η εξάρθρωση κάθε «απειλής» από το κίνημα Γκιουλέν

Θα ήταν παρακινδυνευμένο να γίνουν απόλυτες προβλέψεις και εκτιμήσεις ως προς την επόμενη μέρα στην Τουρκία. Πολλά θα εξαρτηθούν από τη στάση που θα τηρήσει ο ίδιος ο Ταγίπ Ερντογάν. Εάν ο Τούρκος Πρόεδρος θα σταθεί με σωφροσύνη και μετριοπάθεια απέναντι στην πρωτόγνωρη πολιτική κρίση που βιώνει η χώρα ή εάν θα εργαλειοποιήσει τις εξελίξεις προκειμένου να καταστεί ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης σε ένα απολυταρχικό καθεστώς. Εάν ο κλονισμός της βεβαιότητας που, μέχρι πρότινος, τον διακατείχε ως προς το εύρος και την ισχύ της εξουσίας του, εντός της χώρας, θα τον ωθήσει σε μια δημοκρατική «υπέρβαση» στο πλαίσιο της οποίας η εξουσία του δεν θα εδράζεται, αποκλειστικά, στην εκλογική υπεροχή της συντηρητικής παράταξης, αλλά που θα αντλεί νομιμοποίηση (και) μέσα από την εδραίωση και λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών.

Οι πρώτες κινήσεις του Ερντογάν δείχνουν πως βασικός του στόχος σε βραχυπρόθεσμο, τουλάχιστον, ορίζοντα είναι η εξάρθρωση κάθε εστίας «απειλής», προερχόμενης από το κίνημα του Φετουλάχ Γκιουλέν. Η μαζικότητα των συλλήψεων προκαλεί εύλογες ανησυχίες για ευρύτατες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αφού χιλιάδες άνθρωποι ενδεχομένως να διωχθούν στη βάση υπονοιών και μόνο για διασυνδέσεις με το κίνημα Γκιουλέν και χωρίς να στοιχειοθετείται η οποιαδήποτε εμπλοκή τους σε πραξικοπηματικές ενέργειες. Η προσωρινή άρση της ισχύος της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σε αυτό, κυρίως, αποβλέπει. Στη μαζική αποπομπή, με συνοπτικές διαδικασίες, γκιουλενιστών από τον κρατικό μηχανισμό.

Ωστόσο, παραμένει εξαιρετικά απίθανο το πραξικόπημα να οργανώθηκε μόνο από τους γκιουλενιστές. Η διακήρυξη, άλλωστε, της πραξικοπηματικής επιτροπής παρέπεμπε στη γνωστή κεμαλική φρασεολογία, ενώ αρκετοί από τους εμπλεκόμενους στρατιωτικούς είναι γνωστοί σκληροπυρηνικοί κεμαλιστές. Εντούτοις, ο Ερντογάν, προκειμένου να μην νομιμοποιήσει την πραξικοπηματική απόπειρα εντός της κεμαλικής παράταξης, αλλά και για να αποφύγει, σε μια εξαιρετικά εύθραυστη περίοδο, να φέρει απέναντί του ομάδες του στρατού που δεν συμμετείχαν στην εκτέλεση του πραξικοπήματος, απέφυγε, μέχρι στιγμής, επιμελώς να αναφερθεί σε πιθανή εμπλοκή κεμαλιστών. Ο χρόνος θα δείξει κατά πόσον αυτή η στάση του Τούρκου Προέδρου αποβλέπει στην αποφυγή μιας ταυτόχρονης και ριψοκίνδυνης ρήξης με «όλους», εάν τελικά δεν υπήρξε, όντως, συγκροτημένη εμπλοκή κεμαλιστών, ή εάν η εσωτερικοποίηση του τρόμου μιας απροσδόκητης και οδυνηρής «πτώσης» θα τον οδηγήσει σε μια θεμελιακή αναθεώρηση και στην αναζήτηση μιας πιο λειτουργικής «σχέσης» με το κεμαλικό μπλοκ.

Είναι γεγονός, πάντως, ότι η απόφαση για την επιβολή τρίμηνης περιόδου κατάστασης εκτάκτου ανάγκης κινείται στο πλαίσιο της συνταγματικής νομιμότητας. Και είχε τη στήριξη ή την ανοχή των πολιτικών δυνάμεων και της πλειονότητας των ΜΜΕ. Είναι, επίσης, γεγονός πως η τοποθέτηση των κομμάτων της αντιπολίτευσης κατά του πραξικοπήματος και η καθοριστική «συνδρομή» των αντιπολιτευόμενων ΜΜΕ απελευθερώνει κάποιες δυναμικές συνεννόησης ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις. Σε βραχυπρόθεσμο, τουλάχιστον, ορίζοντα. Το ερώτημα, ασφαλώς, είναι αν αυτές οι δυναμικές αρκούν για τη διαμόρφωση μιας μίνιμουμ, έστω, διαπαραταξιακής συνεννόησης η οποία θα αποβλέπει στην εμβάθυνση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, στην υιοθέτηση ενός δημοκρατικού Συντάγματος και στην εδραίωση ενός κράτους δικαίου. Ή εάν η επαναφορά της συζήτησης για το προεδρικό σύστημα θα τορπιλίσει κάθε προοπτική συνεννόησης. Ενδεικτικές της προσπάθειας, πάντως, να συντηρηθούν οι «γέφυρες» μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων είναι η πρωτόγνωρη απόφαση του ΑΚΡ να συμμετάσχει με αντιπροσωπεία του στο συλλαλητήριο του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP) κατά του πραξικοπήματος, καθώς και η «κατανόηση» που το κόμμα επέδειξε στην απόφαση του CHP και του φιλοκουρδικού κόμματος (HDP) να καταψηφίσουν την πρόταση για κήρυξη της χώρας σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, διατυπώνοντας, μάλιστα, τη «συμπάθειά του για τα επιχειρήματα των κομμάτων της αντιπολίτευσης υπέρ των ελευθεριών και δικαιωμάτων».
Θα ήταν, ασφαλώς, υπερβολή να αναμένεται, ακόμη και αν επιβεβαιωθούν τα θετικότερα για τη χώρα σενάρια, ότι η βαθιά κοινωνική και πολιτική πόλωση θα εκλείψουν, ή ότι η Τουρκία θα μετατραπεί σε μια δυτικού τύπου δημοκρατία. Κάτι τέτοιο είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο, δεδομένων των κάθετων διαιρετικών τομών εντός της τουρκικής κοινωνίας, των συγκρουσιακών δυναμικών που αναπαράγουν δύο διαφορετικοί αξιακοί «κόσμοι» και της αυταρχικής «παράδοσης» που διαχέει οριζόντια το πολιτικό σύστημα της χώρας. Η άμβλυνση των πολιτικών και κοινωνικών διαιρέσεων και οι δυναμικές εκδημοκρατισμού στην Τουρκία θα ενισχυθούν μόνο εάν η χώρα παραμείνει σταθερά προσανατολισμένη στην ΕΕ. Μια τέτοια προοπτική φαντάζει, πλέον, ως η μοναδική διέξοδος, τουλάχιστον, για την κεμαλική αντιπολίτευση προκειμένου να «οχυρωθεί» έναντι της αυταρχικότητας του ΑΚΡ αλλά και για να «συντηρηθεί» στον δημόσιο χώρο ένα ισχυρό πλαίσιο κοσμικής αναφοράς. Το ίδιο ισχύει και για το πολιτικό κίνημα των Κούρδων νοουμένου ότι η διεκδίκησή τους παραμένει η διασφάλιση των πολιτικών και δημοκρατικών τους δικαιωμάτων στο πλαίσιο του τουρκικού κράτους.
Ούτε και για το ΑΚΡ είναι εύκολο, όμως, να εγκαταλείψει την ενταξιακή διαδικασία, παρά τον εκνευρισμό που προκαλεί στην Άγκυρα η εκλαμβανόμενη ως «χλιαρή» καταδίκη του πραξικοπήματος, από τις Βρυξέλλες, σε συνάρτηση και με τις «φορτικές» υποδείξεις Ευρωπαίων αξιωματούχων για την ανάγκη η τουρκική κυβέρνηση να μείνει προσήλωση στις αρχές της νομιμότητας. Είναι γεγονός πως ο αυταρχικός «κατήφορος» του Ταγίπ Ερντογάν, την τελευταία τριετία, δημιούργησε ένα κλίμα απέχθειας, έναντί του, στον ευρωπαϊκό χώρο. Με αποτέλεσμα τις τελευταίες ημέρες να διατυπώθουν (και) υπερβολές ως προς τα τεκταινόμενα στην Τουρκία. Όπως είναι, για παράδειγμα, οι εμφανώς «τραβηγμένες» εκτιμήσεις που αναπαράγονται από δυτικά ΜΜΕ περί υπαρκτού κινδύνου αμφισβήτησης του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους και διολίσθησης της χώρας σε ένα ισλαμικό καθεστώς. Κάτι τέτοιο, όμως, είναι εξαιρετικά απομακρυσμένο, λόγω της ισχυρής κοσμικής παράδοσης στην Τουρκία, οι επιδράσεις της οποίας «αγγίζουν», με την πιο συντηρητική τους «εκδοχή», μέρος τόσο της πολιτικής ελίτ όσο και της εκλογικής βάσης του ΑΚΡ. Μια τέτοια ενέργεια, άλλωστε, θα νομιμοποιούσε την εκδήλωση ενός νέου πραξικοπήματος, το οποίο, μάλιστα, θα είχε τη στήριξη της διεθνούς κοινότητας και μιας μεγάλης μερίδας της τουρκικής κοινωνίας. Εάν από τις τελευταίες εξελίξεις προκύπτει αβίαστα ένα συμπέρασμα, είναι πως, παρά τη διαδεδομένη αντίληψη ότι το ΑΚΡ κατάφερε να ελέγξει απόλυτα τον στρατό, αυτό αποδείχτηκε, εν τέλει, μια πλάνη. Το ΑΚΡ δεν έχει κανέναν λόγο, επομένως, να διακινδυνεύσει την πολιτική του ύπαρξη, δεδομένης, μάλιστα, της πολιτικής και ιδεολογικής του υπεροχής μέσα στο εκλογικό σώμα, καθώς και της εδραίωσης της πολιτισμικής του υπεροχής σε κοινωνικό επίπεδο.

Ούτε και διαθέτει, ασφαλώς, την πολυτέλεια μιας ολικής ρήξης με την ΕΕ ή τη Δύση γενικότερα. Η δαμόκλειος σπάθη του Κουρδικού και ο ρόλος των ΗΠΑ σε αυτό το ζήτημα δεν μπορούν να παραβλεφθούν. Ούτε και οι πολλαπλές γεωστρατηγικές και οικονομικές συνέργειες ανάμεσα στην Τουρκία και τη Δύση. Ειδικότερα με την ΕΕ οι οικονομικές εξαρτήσεις είναι εξαιρετικά ισχυρές για να αγνοηθούν. Το ΑΚΡ εδραίωσε την πολιτική του ηγεμονία στην πρωτόγνωρη οικονομική ανάπτυξη που επέφεραν οι πολιτικές του μετά το 2002. Βασικοί πυλώνες των οποίων υπήρξαν η πολιτική σταθερότητα και η σημαντική προσέλκυση ξένων απευθείας επενδύσεων, εκ των οποίων ένα ποσοστό πέραν του 65% προέρχονται από κράτη μέλη της ΕΕ. Η διαιώνιση, επομένως, συνθηκών πολιτικής αστάθειας στο εσωτερικό της χώρας, καθώς και η καταφυγή σε πρακτικές καθολικής καταστολής των «αντιφρονούντων» και υπονόμευσης του κράτους δικαίου ή και η επαναφορά της θανατικής ποινής θα επιδεινώσουν τις ευρωτουρκικές σχέσεις και ενδεχομένως να υπονομεύσουν και την αναπτυξιακή δυναμική της τουρκικής οικονομίας. Οι συνεχείς δηλώσεις του Μεχμέτ Σιμσέκ, υπουργού των Οικονομικών, για τήρηση των δημοκρατικών αρχών και του κράτους δικαίου, αποβλέπουν, ακριβώς, στο να καθησυχάσουν τους ξένους θεσμικούς επενδυτές. Υπό αυτή την έννοια η οικονομική παράμετρος και οι ισχυρές συνέργειες με το ευρωπαϊκό κεφάλαιο ενδεχομένως να λειτουργήσουν με σταθεροποιητικούς όρους ως προς τη διατήρηση της πολιτικής ομαλότητας εντός της χώρας και να συμβάλουν στον περιορισμό της αυταρχικότητας του καθεστώτος Ερντογάν. Σε αντίθετη περίπτωση η τουρκική οικονομία θα κλονιστεί περαιτέρω και μαζί της, ίσως, και η πολιτική ηγεμονία του Τούρκου Προέδρου.

Κύπρος

Η «επόμενη μέρα» φαινομενικά δεν επηρεάζει ουσιωδώς την Κύπρο. Ούτως ή άλλως οι δυσχέρειες που παρατηρούνται, για την ώρα, στις διαπραγματεύσεις οφείλονται, κυρίως, σε διαφωνίες επί κεφαλαίων που αφορούν τις εσωτερικές πτυχές του Κυπριακού. Στο ενδεχόμενο, ωστόσο, που η Τουρκία διολισθήσει σε συνθήκες πλήρους πολιτικής αστάθειας ή σε μια σοβαρή επιδείνωση των σχέσεών της με την ΕΕ και ειδικότερα με τις ΗΠΑ οι προσπάθειες για αναζήτηση εναλλακτικών προσεγγίσεων στο ζήτημα των εγγυήσεων θα βραχυκυκλωθούν. Και σε μια τέτοια περίπτωση η προσπάθεια αναζήτησης μιας συνολικής πολιτικής διευθέτησης θα καταρρεύσει. Την ίδια στιγμή οι εξελίξεις στην Τουρκία έχουν κάποιο αντίκτυπο στην τ/κ κοινότητα. Εν πρώτοις, η έγκαιρη τοποθέτηση του Μουσταφά Ακιντζί κατά του πραξικοπήματος είναι βέβαιο πως έχει καταγραφεί από τον Ταγίπ Ερντογάν και το ΑΚΡ. Και θα επιδράσει θετικά στις σχέσεις της τουρκοκυπριακής «προεδρίας» με την τουρκική κυβέρνηση συμβάλλοντας στη βελτίωση της σχέσης του Μουσταφά Ακιντζί με τον Ταγίπ Ερντογάν. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, το πολιτισμικό χάσμα μεταξύ Τουρκοκυπρίων και «μητέρας πατρίδας» διευρύνεται, γεγονός που θα ενισχύσει τις δυναμικές αυτονόμησης της κοσμικής τ/κ κοινότητας από την Τουρκία. Και στις δύο περιπτώσεις, πάντως, επηρεάζεται, εν μέρει, και το Κυπριακό.

Κίνημα Γκιουλέν

Ο Ερντογάν διαπίστωσε το βράδυ της 15ης Ιουλίου ότι οι συστηματικές διώξεις κατά των γκιουλενιστών, την περίοδο 2013-2016, απέτυχαν να εκριζώσουν το κίνημα Γκιουλέν από τους κρατικούς θεσμούς. Η «ανθεκτικότητα» που επέδειξε το κίνημα των γκιουλενιστών δεν θα έπρεπε να εκπλήττει, έχοντας υπόψη τη μακρόχρονη και μεθοδική προσπάθεια του Φετουλάχ Γκιουλέν να αλώσει εκ των έσω το τουρκικό κράτος. Το κίνημα των γκιουλενιστών εμφανίζεται συγκροτημένα ως ένα ηθικοκοινωνικό κίνημα, στα μέσα της δεκαετίας του 1980, και έκτοτε επιδίωξε να έχει ρόλο στις τουρκικές πολιτικές διεργασίες. Στις εκλογές του 1987 δραστηριοποιείται υπέρ του φιλοϊσλαμιστή πολιτικού Τουργκούτ Οζάλ, στις εκλογές του 1999 πριμοδοτεί το κόμμα της Δημοκρατικής Αριστεράς του Μπουλέντ Ετζεβίτ, ενώ στις εκλογές του 2002 υποστηρίζει σθεναρά το κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης. Η πολιτική και ιδεολογική επικράτηση του ΑΚΡ, το 2002, διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις για τη ραγδαία ανάπτυξη του κινήματος Γκιουλέν. Ο Γκιουλέν αντλούσε την επιρροή του από τις εκατοντάδες προπαρασκευαστικές/φροντιστηριακές σχολές στις οποίες η φοίτηση αποτελούσε, περίπου, απαραίτητη προϋπόθεση για εισδοχή στις πιο ανταγωνιστικές σχολές των τουρκικών πανεπιστημίων. Ως πτυχιούχοι των καλύτερων πανεπιστημιακών σχολών, οι Γκιουλενιστές διέθεταν ισχυρά εφόδια προκειμένου να εργοδοτηθούν σε νευραλγικά πόστα του κρατικού μηχανισμού. Έτσι επεξηγείται και η ευρύτατη παρουσία τους στις δομές του τουρκικού κράτους. Ο Γκιουλέν μέσω της εργαλειοποίησης της παιδείας επιδίωξε, ουσιαστικά, τη διαμόρφωση μιας νέας μουσουλμανικής ελίτ, βασικός στόχος της οποίας υπήρξε ο έλεγχος των θεσμών εξουσίας στην Τουρκία. Αυτή η μουσουλμανική «άρχουσα τάξη» υπήρξε, μέχρι και το 2011, το «μακρύ χέρι» του Ερντογάν στην προσπάθεια αποδόμησης του βαθέως κεμαλικού κράτους. Το σχίσμα εντός της μουσουλμανικής παράταξης προέκυψε όταν ο Ερντογάν, φοβούμενος την αυξανόμενη επιρροή του Γκιουλέν, νομοθέτησε τον Νοέμβριο του 2013 για το κλείσιμο αυτών των σχολών. Τα όσα επακολούθησαν, γνωστά. Ο Γκιουλέν επιχείρησε να «ρίξει» τον Ερντογάν αφήνοντας να διαρρεύσουν στοιχεία που τον ενέπλεκαν σε σκάνδαλα διαφθοράς. Έκτοτε η αντιπαράθεση με το ΑΚΡ υπήρξε εξοντωτική.

Δρ Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών

 

Oι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευσή τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.

Επόμενο άρθρο:

Αφιέρωμα

Κωνσταντινούπολη: Το κίνημα της πλατείας

Ο “Π” επιχειρεί να δώσει εξηγήσεις αφήνοντας φυσικά αναπάντητα ερωτήματα για το μέλλον και συνομιλεί με τους “ιδιοκτήτες” της “νέας Τουρκίας”.

04 / 04
Επιστροφή
στην αρχή