Το πιο ανέλπιστο (ξε)πέρασμα της Γραμμής

ΑΠΟΨΗ /ΚΑΤΑ ΒΑΡΒΑΡΩΝ

Αύξηση 61% στις διελεύσεις Ε/Κ και 92% οχημάτων Ε/Κ από τα οδοφράγματα. Οι γνωστοί αφρίζουν και βρίζουν... με τα γνωστά. Κι αυτό, επίσης καλό είναι!

Διαβάζω τα σχόλια κάτω από το ρεπορτάζ του Σωτήρη Παρούτη στον «Πολίτη» για τον διπλασιασμό των διελεύσεων Ελληνοκυπρίων και των οχημάτων Ε/Κ στην άλλη πλευρά από το 2016.

Παρενθετικά, για όσους δεν είδατε τα στοιχεία, να τα παραθέσω. Αφορούν την ίδια διμηνία κάθε έτους (Ιούλιο-Αύγουστο).

Άτομα: 113.119 (2016), 121.525 (2017) και 182.543 (2018), δηλαδή αύξηση 61%.

Οχήματα: 46.454 (2016), 49.755 (2017) και 89.561 (2018), δηλαδή αύξηση 92%.

Τα πλείστα σχόλια, δεν φαντάζομαι να σας εκπλήττω, ήταν στο αναμενόμενο ύφος και επίπεδο –«προδότες», «πουλημένοι» κ.λπ.– και εννοείται πως τα πλείστα εξ αυτών ήταν με ψευδώνυμα. Όπως συνηθίζουν να κάνουν αυτοί οι πατριώτες της οκάς αλλά και όλοι οι ψεκασμένοι. Οξύμωρο δεν είναι το σχήμα; Τόση δειλία, τέτοια παλληκάρια;

Είναι και ο λόγος που έκλεισα τα σχόλια κάτω από τη Στήλη εδώ και καιρό. Ακριβώς διότι θεωρώ ότι δεν έχει το δικαίωμα ο κάθε άρρωστος να βρίζει και να εκτονώνει τα όποια ψυχολογικά και άλλα προβλήματά του εκεί, κρυμμένος βολικά πίσω από ψευδώνυμα.

Την σήμερον, άλλωστε, όλα τα σπίτια έχουν τουαλέτες. Το ότι κάποιοι ζουν έξω κι από αυτές, αυτό είναι το μεγαλείο της δημοκρατίας κι ας μην το εκτιμούν αυτοί ειδικά. Έχει όμως κι αυτή η δημοκρατία τα όριά της.

Νά λοιπόν που, από τη μία η κατρακύλα της τουρκικής λίρας λόγω του στραγγαλισμού της δημοκρατίας από τον Ερντογάν και από την άλλη η αισχροκέρδεια των καρτέλ που διαφεντεύουν τη δική μας αγορά στους πλείστους των τομέων προκάλεσαν κάτι πολύ θετικό.

Όποιος περνά απέναντι το βλέπει άλλωστε εδώ και καιρό. Η άλλη πλευρά γεμίζει ειδικά το Σαββατοκύριακο με αυτοκίνητα ενώ όπου περπατά κανείς ακούει ελληνικά.

Δεν το λέω με εθνικιστική διάθεση, βεβαίως, αλλά με την ικανοποίηση κάποιου ο οποίος διαπιστώνει πως από το 2003 και με εξαίρεση ίσως το πρώτο δίμηνο-τρίμηνο τότε, αυτό το φαινόμενο δεν το έχουμε ξαναδεί. Κάποιου ο οποίος πιστεύει ακράδαντα πως πρέπει να ξεπεράσουμε το κόλλημα με τη μετάβαση στην υπόλοιπη χώρα μας και την επαφή με τους υπόλοιπους Κύπριους.

Θα μου πείτε, αυτό συμβαίνει και για οικονομικούς λόγους. Πολλοί από τους «νέους» διερχόμενους πηγαίνουν για φάρμακα που δεν μπορούν να αγοράσουν εδώ ή που είναι εξωφρενικά ακριβά εδώ (τα καρτέλ που λέγαμε) ή για καύσιμα ή γιατί απλώς οι τιμές εκεί είναι στο πλαίσιο των δυνατοτήτων όλων των Ε/Κ, ενώ εδώ απλά δεν είναι πλέον με τους μισθούς που παίζουν.

Και ναι και όχι, είναι η απάντηση.

Γιατί είμαι σίγουρος πως οι πλείστοι από εσάς –ανεξαρτήτως απόψεων για το θέμα– ξέρετε αρκετούς οι οποίοι είτε δεν είχαν πάει, είτε ελάχιστες φορές πέρασαν την πράσινη γραμμή και οι οποίοι πηγαίνοντας για τον όποιο –και οικονομικό, ναι– λόγο, βλέπουν τα πράγματα πολύ διαφορετικά σε σχέση με τη φοβία, αν μη τι άλλο, για τους υπόλοιπους Κύπριους, τους Τ/Κ. Και την αποφυγή τους.

Για αυτό άλλωστε δημιουργήθηκε, τεχνηέντως ας μην ξεχνάμε, από τον Παπαδόπουλο και την υπόλοιπη συνοπαρτζιά τότε το στίγμα της μετάβασης απέναντι. Σκεφτείτε πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα εάν απλά δεν είχε γίνει όλη εκείνη η εκστρατεία, αρχικά με το γελοιωδέστατο κιόλας επιχείρημα περί… αναγνώρισης του Βορρά.

Πόσο πιο φυσιολογικά θα ήταν τα πράγματα. Αν θα άλλαζε το πώς βλέπουμε το τι έγινε το 1974, την εισβολή και τα όσα ακολούθησαν; Όχι βέβαια. Η Ιστορία είναι εκεί. Ασχέτως εάν πολλοί μετρούν μόνο τις δικές μας απώλειες και τα όσα εμείς υποστήκαμε ως συνέπειές της.

Απλά το δηλητήριο που έχυσε και χύνει η αντίληψη εκείνη που μας έφερε σε αυτή την κατάσταση, αυτό και στις δύο πλευρές, θα είχε περιοριστεί σημαντικά και δεν δηλητηρίαζε τόσο ακόμα το νησί. Για αυτό άλλωστε, οι «δικοί μας» ειδικά καλλιέργησαν αυτό το στίγμα.

Είναι θετικό. Είναι πολύ θετικό. Μπορεί να μην σημαίνει κάτι για το μέλλον, εν τη απουσία λύσης, σημαίνει όμως πολλά για την ικανότητά μας να βλέπουμε τα πράγματα καθαρά και πέρα από τις φοβίες που προκαλεί ο συνεχιζόμενος εμποτισμός μας με αυτό το δηλητήριο.

Η οικονομία, αποδεικνύεται για άλλη μια φορά, μπορεί να αλλάξει τα πάντα και άμεσα, ακόμα και εκεί που δεν το περιμένει κανείς. Και αυτό, εάν οδεύσουμε προς λύση, δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Είναι από τα πιο σημαντικά για τη συνέχεια.

Όσο για το bullying θυμήθηκα, καθώς διάβαζα χθες το ρεπορτάζ του Σωτήρη, μια απολαυστική συζήτηση που είχα πριν από καιρό με έναν από αυτούς τους… επιμετρητές πατριωτισμού (των άλλων).

Τον παρακολουθούσα με μεγάλη συγκατάβαση –κάτι που δεν με χαρακτηρίζει με άτομα από έναν βαθμό ηλιθιότητας και πάνω– να με λούζει για το πόσο άθλιος είμαι επειδή πάω απέναντι, να με ειρωνεύεται με ατάκες «οι φίλοι σου οι Τούρτζοι» και διάφορα άλλα.

Του ζήτησα να μου πει γιατί δεν πρέπει να πηγαίνω. Τσίμπησε. Εκεί να δείτε. Ένας Μπότσαρης (της μπότσας αλλά ας είναι) ξεπετάχτηκε. Οπότε τον ρώτησα: Ξέρεις γιατί πηγαίνω απέναντι;

Κοίταξε απορημένος. Διότι, του είπα, σέβομαι την υπογραφή που έβαλε στον Κανονισμό της Πράσινης Γραμμής ανοίγοντας και το Ερτζάν για όλους τους Ευρωπαίους πολίτες, ο αείμνηστος εθνάρχης Τάσσος!

Καθώς έβλεπα ηδονικά το αίμα να ανεβαίνει καλπάζοντας στο κεφάλι του, υπήρχε άλλωστε και χώρος πολύς εκεί μέσα, χαμογέλασα σαδιστικά και του είπα: Και για έναν λόγο ακόμα. Διότι από μικρός έμαθα πως τα σύνορά μας είναι στην Κερύνεια. Ντροπή και προδοσία να αποφασίσουμε ότι είναι στη Δερύνεια από μόνοι μας, αντί να επανενώσουμε την πατρίδα μας!

Σε όποιον λοιπόν σας κάνει bullying αυτά είναι δύο επιχειρήματα καλά. Και εάν πάθει εγκεφαλικό; Δεν θα πάθει, δεν γίνεται. Η φύση γαρ. Μην με κάνετε τώρα να το συνεχίσω με τις κακίες.

Αν επιμένει πάλι και δεν καταλαβαίνει ή είναι κάνας αστυνομικός σε κάνα οδόφραγμα όπως αυτή λ.χ. που έκανε bullying στην ανήλικη ανηψιά μου πρίσφατα στη Λήδρας (και δυστυχώς δεν είναι η μοναδική του είδους που νομίζουν ότι μπορούν να κάνουν ότι θέλουν), εξαιρετικά είναι και τα «γιατί έτσι γουστάρω / έτσι θέλω», «εν σε κόφτει».

Ή σε ακραίες περιπτώσεις προκλήσεων και τα υπέροχα της διαλέκτου μας «λάμνε μαυροΰρεφκε / λάμνε σιυλλοΰρεφκε».

Αυτοί μόνο έτσι καταλαβαίνουν. Και πάλι –ωιμέ!– παίζεται αν μπορούν.

(Φωτογραφία: Γιώργος Κακούρης)


Επιστροφή
στην αρχή