Το φάντασμα της ΕΟΚΑ, η αρχή…

ΑΠΟΨΗ /ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Οι εθνικιστικές δυνάμεις μέσα από τον αγώνα της ΕΟΚΑ στόχευαν και το έχουν καταφέρει να ελέγξουν και να καταστούν η διάδοχη κατάσταση

Προ της ανεξαρτησίας του 1960, οι Βρετανοί είχαν αναπτύξει μια εκτεταμένη διοικητική υποδομή. Π.χ., Συνεργατισμός, Δασικό Κολλέγιο, ραδιόφωνο, οδικό δίκτυο, υδροδότηση, δημόσια διοίκηση, τοπική αυτοδιοίκηση κ.λπ. Η υποδομή αυτή ικανοποιούσε ουσιώδεις θεσμικές προϋποθέσεις για την οργάνωση της πολιτικής ζωής του νησιού προ και μετά την ανεξαρτησία  Οι δημοτικές εκλογές ήταν ήδη θεσμοθετημένες πριν το 1960 (με την Αριστερά να κυριαρχεί), κι επομένως συμμετοχικές πολιτικές πρακτικές δεν ήταν άγνωστες στους Ε/Κ. Λαμβάνοντας, επίσης υπόψη, τη μη επεμβατική στάση των Βρετανών σε ό,τι αφορούσε την κοινωνική και οικονομική ζωή των Κυπρίων (Ε/Κ και Τ/Κ), η στάση αυτή διευκόλυνε μία ομαλή ανάπτυξη της πολιτικής ζωής. Ο μόνος πολιτικός οργανισμός πριν την ανεξαρτησία (εκτός από το εθνικιστικό κίνημα της ΕΟΚΑ) ήταν το ΑΚΕΛ. Το ΑΚΕΛ καθοδήγησε την πολιτική οργάνωση του πρώτου κυπριακού εργατικού κινήματος στην Κύπρο. Έτσι, η διαφοροποίηση του αγώνα από κοινωνικοταξικό σε εθνικοαπελευθερωτικό λειτούργησε διχαστικά και εθνοκεντρικά και κατέστη ο κυρίαρχος ιδεολογικός μηχανισμός της εθνικιστικής παράταξης (Εκκλησία-μεγαλογεωκτήμονες και αστική τάξη) για να ελεγχθεί η εργατική τάξη πολιτικά, και να περιθωριοποιηθεί η σημαντική τουρκική μειονότητα.

Το ΑΚΕΛ ήταν ο πρώτος με ευρεία κοινωνική βάση πολιτικός οργανισμός με ένα ενιαίο πλαίσιο αριστερών αρχών, με έμφαση στην κοινωνική πρόοδο και με συστηματική ανάδειξη του σημαντικού ρόλου των εργατικών στρωμάτων για τη διαμόρφωση της τύχης της νήσου.  Το ΑΚΕΛ προ του 1960 κατάφερε να κινητοποιήσει μεγάλους αριθμούς εργαζομένων σε εκδηλώσεις διαμαρτυρίας και απεργιών. Σαν συνέπεια τούτου, οι εθνικιστικές δυνάμεις εγκαθιδρύουν το ΚΕΚ - το Κυπριακό Εθνικό Κόμμα- και όπως αναφέρει ο Δημήτρης Χριστοδούλου στο βιβλίο «The Labour of a mini-embattled economy» (1992) και το οποίο παραφράζω: «… οι πολιτικές ελίτ αντλούσαν τη δύναμή τους από την Εκκλησία και από το οικονομικό και κοινωνικό τους εκτόπισμα, μέσα από τον εθνικισμό και (ιδιαίτερα) πιο επακριβώς μέσα από το σύνθημα της Ένωσης, που από μόνο του επαρκούσε στην πολιτική της επιδίωξη για πολιτική ηγεμονία. Μέσα από την ένοπλη δράση της ΕΟΚΑ εξασφαλίσθηκε η πολιτική περιθωριοποίηση της Αριστεράς από τη μία, ενώ από την άλλη, όλη η πολιτική πρωτοβουλία πέρασε στην εθνικιστική Δεξιά και στις δύο κοινότητες.  Η Εκκλησία καθόρισε μέσα από την εκλογή του Αρχ. Μακαρίου του Γ΄ το περίγραμμα του νέου καθεστώτος: συντηρητικό-εθνικιστικό μα προπάντων θρησκευτικό.» (Χριστοδούλου, 1992, σ.271).

Μέσα από την επιλογή του στρατηγού Γρίβα ως στρατιωτικού ηγέτη της ΕΟΚΑ, λαμβάνοντας υπόψη τα πολιτικά του βιώματα ως ηγετικό στέλεχος της φασιστικής και συνεργαζόμενης με τη ναζιστική κατοχή στην  Ελλάδα, Οργάνωση «Χ», οι εθνικιστικές δυνάμεις εξασφάλισαν τον πολιτικό έλεγχο μέσα από τον διχαστικό συμβολισμό που απέπνεε ο στρατηγός Γρίβας. Έτσι, τα δημοκρατικά ιδεώδη, ο πλουραλισμός κοινωνικών στάσεων, και η διαπολιτιστική και διακοινοτική συνοχή παρέμειναν καθηλωμένες, ανώριμες και σε κατάσταση πολιτικής ατροφίας. Η εθνικιστική στρατηγική παρήγαγε σοβαρές κοινωνικές συνέπειες. Η κριτική αξιολόγηση θεμάτων ήταν απολύτως καταπιεσμένη, με αποτέλεσμα η παραδοσιακή διανόηση (οι εκκλησιαστικοί δηλαδή) να διατηρούν ακόμη την αδιαμφισβήτητη πολιτιστική τους ηγεμονία. Η πολιτική συνέπεια της κυριαρχίας αυτής οδήγησε στην περιθωριοποίηση της κοινωνικής προόδου ως κυρίαρχης αξίας του κυπριακού ιστορικοκοινωνικού σχηματισμού. Ο κατακερματισμός δε του ιδεολογικού μηχανισμού της εργατικής τάξης είχε και εξακολουθεί ακόμη να θολώνει τη νομιμότητα της κοινωνικής σύγκρουσης.

Οι εθνικιστικές δυνάμεις μέσα από τον αγώνα της ΕΟΚΑ στόχευαν και το έχουν καταφέρει να ελέγξουν και να καταστούν η διάδοχη κατάσταση του αποικιοκρατικού καθεστώτος.  Έτσι εξασφάλισαν την περιθωριοποίηση της Αριστεράς, πολιτικός στόχος της οποίας ήταν η διακοινοτική ειρηνική συμβίωση μεταξύ των δύο κοινοτήτων και η ανάδειξη ενός διεθνοτικού, αλλά συνάμα ενιαίου ταξικού σχηματισμού, ενώ η εθνικιστική ηγεμονία οδήγησε την Αριστερά σε βεβιασμένες αποφάσεις και ιστορικά λάθη.

Σήμερα η Αριστερά, ιδιαίτερα μετά το 2008-2013 (ακόμη και το 2003 θα έλεγε κανείς» έχει απογοητεύσει ένα μεγάλο ποσοστό της κυπριακής κοινωνίας, ανήμπορη να ελέγξει τη νεο- εθνικιστική αλλοφροσύνη που διχοτομεί την κυπριακή κοινωνία και γεωγραφία. Το ερώτημα που τίθεται σήμερα έγκειται σε τούτο: έχοντας ως σημεία αναφοράς τα ιστορικά της βιώματα και τα βιώματα του τόπου, πώς η Αριστερά μπορεί να καταστεί πολιτικά ωφέλιμη για τον τόπο; 

Μια νέα καταγραφή της Ιστορίας που να στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα και όχι σε ιδεολογικές προκαταλήψεις και αφορισμούς αποτελεί το σημείο αναφοράς μιας τέτοιας προσπάθειας. Χωρίς την αντικειμενική καταγραφή της Ιστορίας το νεο-εθνικιστικό κατεστημένο θα εξακολουθεί να απολαμβάνει της τόσο βλαπτικής για τον μέλλον του  νησιού ιδεολογικής του ηγεμονίας.

Το Υπουργείο Παιδείας, ως ο κατ' εξοχήν θεσμικός μηχανισμός ιδεολογικού προσανατολισμού και ο εκφραστής της κυριαρχίας της παραδοσιακής διανόησης – της Εκκλησίας, αυτός ο μηχανισμός παραγωγής της μονοδιάστατης σκέψης, της πνευματικής αποβλάκωσης και του αρρωστημένου παπαγαλισμού, επικουρείτο μέχρι σήμερα από την εκκλησιαστική κάστα. Αλλά στο πρόσωπο του νέου υπουργού Παιδείας έχει βρει ένα θεληματικό υποχείριο και έναν φρουρό της πνευματικής αποχαύνωσης.

Ο μηχανισμός αυτός από τα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού, και για 12 χρόνια, λειτουργεί ως το εχέγγυο του ξεπλύματος από τη νοηματική λειτουργία της περιέργειας του μυαλού του και της κριτικής του ικανότητας. Αποβλακώνει το παιδί και εν τέλει μέσα από τη συλλογική παραγωγή ενός νοηματικού πλαισίου ενταφιάζει τη διαφορετικότητα, την αντίθετη άποψη και απονευρώνει τη δημιουργική σκέψη.

Αυτό είναι το τίμημα του φαντάσματος της ΕΟΚΑ!


Επιστροφή
στην αρχή