«Το Dome είναι σύμβολο της ανθρώπινης αντοχής»

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΚΥΠΡΟΣ
Ο φωτογράφος του «National Geographic» Τζόναθαν Μπλερ έζησε μαζί με τους έγκλειστους Κερυνειώτες και περιγράφει τις δύσκολες συνθήκες της εποχής.

Τον τελευταίο χρόνο, ο Τζόναθαν Μπλερ είναι σε συχνή επικοινωνία με τον δήμαρχο της Κερύνειας Γλαύκο Καριόλου. Μαζί ξεκίνησαν τη συγκέντρωση του φωτογραφικού υλικού που αφορά τη ζωή στην Κερύνεια πριν το 1974 αλλά και τη ζωή στο ξενοδοχείο Dome, όπου εκατοντάδες Κερυνειώτες βρήκαν καταφύγιο αμέσως μετά την τουρκική εισβολή.

«Έχω πολλά κουτιά στο σπίτι μου γεμάτα φωτογραφίες. Το ίδιο και η σύζυγός μου. Βρισκόμαστε λοιπόν στη διαδικασία της συγκέντρωσης υλικού. Τώρα που ακόμη θυμάμαι».

Συναντήσαμε τον Τζόναθαν Μπλερ σε μια από τις πρόσφατες επισκέψεις του στην Κύπρο. Πρόκειται για τον φωτογράφο του «National Geographic» ο οποίος εν αρχή κατέγραψε το ναυάγιο του καραβιού της Κερύνειας, αλλά και την ίδια την πόλη τα φωτεινά χρόνια πριν το 1974. Όταν η Κερύνεια ήταν ένας επίγειος παράδεισος, ο οποίος και «έκλεψε» την καρδιά του ιδίου και της συζύγου του, μια πόλη με την οποία συνδέθηκε έκτοτε, με δεσμούς άρρηκτους.

Επιπλέον, ο Τζόναθαν Μπλερ ήταν ο άνθρωπος στον οποίο ο Κώστας Ζαμπαρλούκος παρέδωσε τα φιλμ της φωτογραφικής του κάμερας με τις εικόνες που τράβηξε μέσα από το ξενοδοχείο για να τα εμφανίσει. Κάποια από αυτά ο Μπλερ τα πήρε τον Δεκέμβριο του 1974 και τα έστειλε από τα γραφεία του «National Geographic» στο Dome τον Ιανουάριο.

 

Γνωριμία με τον Καριόλου

Ο Τζόναθαν Μπλερ έφτασε στην Κύπρο σε αποστολή του «National Geographic», για να καλύψει το ναυάγιο του καραβιού της Κερύνειας.

«Ο Ανδρέας Καριόλου είχε μόλις ανακαλύψει το ναυάγιο και ο Μάικλ Κάτζεφ (σ.σ. ο αρχαιολόγος που ανέλαβε την συντήρηση και συναρμολόγηση του καραβιού) έφερνε στην επιφάνεια τον σκελετό. Ο σκελετός τοποθετήθηκε στο Κάστρο της Κερύνειας για συντήρηση και αποκατάσταση, σε συνεργασία με έναν ειδικό σε θέματα ναυπήγησης καραβιών, ώστε κάποιος να αντιληφθεί το σχήμα αλλά και τον τρόπο με τον οποίο κατασκευάζονταν τα πλεούμενα στην αρχαιότητα.

Εγώ βρέθηκα σε αποστολή του ‘National Geographic’ για να καταγράψω τα αποτελέσματα. Είμαστε στο έτος 1969. Έφτασα στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας και οδήγησα μέχρι την Κερύνεια, πήγα στο κάστρο και μου έδειξαν… κάτι μαύρα ξύλα. Σκέφτηκα ‘ουάου, τι σπουδαίο στόρι…’. Καθόμουν στο λιμάνι και μου είπαν πως θα πρέπει να αναζητήσω τον άνθρωπο που ανακάλυψε το ναυάγιο. Έψαξα τον κ. Καριόλου, τον βρήκα και εκείνος μου έριξε ένα βλέμμα λες κι έλεγε ‘εσύ είσαι νιάνιαρο’ και έφυγε. Δεν έδωσε καμιά απολύτως σημασία. Ωστόσο εγώ επέμεινα. Μέχρι που μια μέρα τον πλησίασα ξανά λέγοντάς του πως θέλω να πάμε μαζί στα ανοιχτά για να μάθω καταδύσεις. Είπε ‘οκέι’. Έτσι βρέθηκα με τους τουρίστες για καταδύσεις. Δεν το είχα δοκιμάσει προηγουμένως. Μόλις που ήξερα κολύμπι. Τελικά, δεν χρειάζεται να ξέρεις και πολύ καλό κολύμπι αν θες να είσαι δύτης, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Πήγαμε με τον Καριόλου και αυτός με κατέβασε στα 1.000 πόδια και μου έδειξε πού βρίσκεται το ναυάγιο. Ανεβαίνοντας στην επιφάνεια, ένιωσα πως απέκτησα νέα ζωή. Ήταν καταπληκτικό. Μερικές φορές ταξιδεύοντας συναντάς κάτι που σε βγάζει έξω απ’ τα νερά σου, που είναι σχεδόν απίθανο και αλλάζει τη ζωή σου. Ή εύχεσαι να την αλλάξει. Ειδάλλως, γιατί να ταξιδεύεις; Η εικόνα του ναυαγίου της Κερύνειας άλλαξε τη δική μου ζωή».

 

O Τζόναθαν Μπλερ, στην πιο πρόσφατη επίσκεψή του στην Κύπρο, στο σπίτι του Ανδρέα Καριόλου στη Λάρνακα. Στους τοίχους φωτογραφίες του λιμανιού της Κερύνειας, πορτρέτα του Καριόλου και μια φωτογραφία από τις καταδύσεις στο ναυάγιο του καραβιού της Κερύνειας. ΦΩΤΟ ©ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

 

Οδοιπορικό και «Ένωσις»

«Έμαθα λοιπόν καταδύσεις. Και αυτό ήταν: ήθελα να πάρω μια φωτογραφική μηχανή και να σκεφτώ τι θα κάνω. Και έτσι ξεκίνησαν τα συχνά ταξίδια στην Κερύνεια και οι καταδύσεις με τον Ανδρέα Καριόλου. Μου ανέθεταν από το περιοδικό αποστολές για την Αίγυπτο, το Ισραήλ, και κάποια στιγμή με ρώτησαν αν θέλω να κάνω ένα φωτογραφικό στόρι για την Κύπρο. Είπα αμέσως ‘ναι, παρακαλώ’.

Το 1971 έκανα ακριβώς αυτό. Ξεκίνησα το στόρι για την Κύπρο, που ολοκληρώθηκε το 1972. Ήρθα δύο φορές για τη δουλειά και μέχρι τότε ήξερα περισσότερα απ’ όσα το 1969. Ταξίδεψα σε όλο το νησί, και στους τουρκοκυπριακούς θύλακες. Είχα μαζί μου έναν σπουδαίο δημοσιογράφο (σ.σ. αναφέρεται στον Κένεθ ΜακΛις). Και εκείνη ακριβώς την περίοδο, το 1972, υπήρχε μια μεγάλη ώθηση της ιδέας -δεν ξέρω αν ήταν από μια μικρή ομάδα ή την πλειοψηφία, αλλά το έβλεπες παντού, γραμμένο στους τοίχους, σε διαδηλώσεις, παντού- της ‘Ενώσεως’. Να ενωθούμε με την Ελλάδα.

Δεν είχα ιδέα τι σήμαινε αυτό, αλλά το βρήκα μια πολύ κακή ιδέα γιατί η Ελλάδα ήταν πολύ μακριά και διοικείτο από κακόφημους συνταγματάρχες. Η Τουρκία ήταν 30 μίλια μακριά και είχε κι αυτή κακή φήμη. Σκεφτόμουν ότι δεν είναι πολύ καλή ιδέα για τη νεότατη Κυπριακή Δημοκρατία να παίζει με τη φωτιά. Κι ήμουν απλώς ένα παιδαρέλι! Ένας άνθρωπος 30 χρονών που έβγαζε φωτογραφίες! Αλλά φωτογράφισα αρκετές διαδηλώσεις. Γνώρισα και τον Μακάριο, τον συνάντησα ξανά αρκετές φορές, τον θυμάμαι σαν έναν καλό, φιλήσυχο άνθρωπο. Γνώρισα και τον Ραούφ Ντενκτάς, γενικά κινούμουν στο νησί και είχα επαφές».

 

Οι μέρες του ’74

«Μέχρι το 1974, απολάμβανα τις μέρες μου στο νησί. Το ρεπορτάζ είχε δημοσιευθεί στο ‘National Geographic’ και εγώ λάτρευα να ζω στην Κερύνεια με τον Ανδρέα Καριόλου, την Τασούλα (σ.σ. τη σύζυγο του Α.Κ.) και την οικογένειά τους. Μια μέρα του είπα ‘Ανδρέα, νομίζω πως θέλω να αποκτήσω ένα σπίτι στην Κερύνεια’. Με κοίταξε και μου είπε ‘νομίζω πως πρέπει να αποκτήσεις πρώτα ένα σπίτι στην Αμερική και μετά αγοράζεις κι εδώ άμα θέλεις’. Δεν μου είπε ‘η πολιτική κατάσταση στο νησί είναι τεταμένη, μην το ριψοκινδυνεύσεις’. Μου είπε μόνο αυτό. Πράγματι, απέκτησα ένα πολύ μικρό σπίτι στην Αμερική και, προτού καλά-καλά καταλάβω τι συμβαίνει, έγινε το πραξικόπημα, έφυγα από την Κύπρο και ταξίδεψα στο Λονδίνο. Εκεί είχαμε κάποιους φίλους που είχαν επίσης σπίτι στην Κύπρο και τους είχα γνωρίσει από πριν. Ο ένας, ο σερ Άντονι Μπέρνι, αποδείχθηκε ένας καλά πληροφορημένος άνθρωπος. Πολύ περισσότερο απ’ όσο θα σκεφτόμουν όταν τον γνώρισα στην Κύπρο. Πήγα λοιπόν κοντά του και του είπα πως πρέπει να πάω πίσω στην Κερύνεια. Σε τρεις μέρες είχε διευθετήσει το ταξίδι μου. Πέταξα από το Λονδίνο στην Άγκυρα, απ’ εκεί στη Μερσίνα και έπειτα -με τουρκικό περιπολικό σκάφος- στην Κερύνεια. Αυτό συνέβη περίπου 20 μέρες μετά την εισβολή. Αρχές Αυγούστου 1974».

 

Οι κατοχικές αρχές ζήτησαν από τους εγκλωβισμένους να εκδώσουν "δικές τους" ταυτότητες. Τη φωτογράφιση ανέλαβε για αυτή τη δουλειά ο Τζόναθαν Μπλερ. ΦΩΤΟ ©ΑΡΧΕΙΟ ΚΩΣΤΑ ΖΑΜΠΑΡΛΟΥΚΟΥ

 

Άφιξη στο Dome

«Στην Κύπρο φτάσαμε με άλλους δημοσιογράφους. Οι Τούρκοι είχαν προγραμματίσει αυτή την επίσκεψη για να δείξουν πως όλα είναι εντάξει μετά την εισβολή. Όλα ήταν εντάξει εκεί όπου μας έπαιρναν, αλλά όχι όπου δεν μπορούσαμε να πάμε. Όταν έφτασα στην Κερύνεια, επικρατούσε ησυχία. Σαν κινηματογραφικό πλατό χωρίς ανθρώπους. Είπα στον Τούρκο διοικητή πως πρέπει να πάω στο σπίτι μου και είπε ‘εντάξει’. Μπήκαμε σε ένα αυτοκίνητο και οδηγήσαμε μέχρι το σπίτι του Ανδρέα Καριόλου. Μέναμε στον δεύτερο όροφο. Οδηγώντας προς τα κει, περάσαμε από το ξενοδοχείο Dome.

Το μόνο που ήξερα, από τον Τόνι Μπέρνι, ήταν πως πολλοί Κερυνειώτες βρίσκονταν στο Dome. Αλλά δεν είχα αντιληφθεί τις πραγματικές διαστάσεις αυτού που μου είχε πει ο Τόνι. Οδηγώντας λοιπόν μπροστά από το Dome, η σύζυγός μου Αρλίνκα κοίταζε έξω από το παράθυρο και κάποιος από το ξενοδοχείο την είδε. Κατ’ ακρίβεια, ο Μιχάλης Λαμπράκης την είχε δει, που τότε ήταν ιδιοκτήτης ενός μικρού μπαρ στο λιμάνι.

Ο Λαμπράκης την είδε, αλλά δεν πίστευε στα μάτια του. Έτρεξε στον Ανδρέα Καριόλου λέγοντάς του ‘νομίζω πως μόλις είδα την Αρλίνκα!’ Ο Ανδρέας διερωτήθηκε: ‘πώς είναι δυνατό;’ Στο μεταξύ εμείς φτάσαμε στο σπίτι. Ήταν ένα χάος. Το είχαν λεηλατήσει σπάζοντας τις πόρτες. Οι Τούρκοι διοικητές είχαν πει στους στρατιώτες τους πως η Κύπρος είναι ένα πρωτόγονο νησί και θα το σώσουν. Φτάνοντας, όμως, εκεί οι στρατιώτες βρήκαν αμάξια, τηλεοράσεις, ψυγεία. Κάθε άλλο παρά… πρωτόγονο ήταν. Έτσι πήραν ό,τι έβρισκαν στα σπίτια τους. Είπα στον Τούρκο διοικητή ‘δεν νομίζω πως μπορώ να μείνω εδώ’ και είπε ‘έχεις δίκαιο, δεν θα ήταν ασφαλές’. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, γύριζε στο μυαλό μου η ιδέα… Του είπα ‘πού να μείνουμε λοιπόν;’ Και απάντησε ‘μπορείτε να μείνετε στο ξενοδοχείο Dome’!

Πήγαμε λοιπόν! Αν το είχαμε σχεδιάσει, δεν θα το πετυχαίναμε τόσο καλά! Είναι πάντα καλά να αφήνεις τον άλλο να εισηγηθεί πρώτος αυτό που θες!

Φτάνουμε στο Dome. Όλοι είναι κρυμμένοι πίσω από πόρτες στο φουαγιέ. Μπαίνουμε μέσα και όλοι αναρωτιούνται πώς καταφέραμε να φτάσουμε εκεί’!

 

 

Η ζωή στο Dome

«Η Αρλίνκα έμεινε στο Dome μέχρι τον Απρίλιο του 1975. Εγώ πήρα ένα morris minor με το οποίο διακινούμουν, πηγαινοερχόμασταν, έπρεπε να παίρνουμε άδεια κάθε βδομάδα για να μείνουμε εκεί. Αλλά κρατήσαμε ένα πολύ χαμηλό προφίλ και προσπάθησα να φέρω σε γνώση ανθρώπων σε θέσεις-κλειδιά από άλλες χώρες, όπως οι ΗΠΑ ή η Γερμανία και η Γαλλία, ότι το Dome είναι γεμάτο πρόσφυγες. Και η Αγγλία το γνώριζε. Διασφάλισα, επίσης, ότι οι φίλοι μου στην Υπηρεσία Πληροφοριών ξέρουν τι συμβαίνει. Ήθελα απλώς να είμαι σίγουρος πως η τουρκική διοίκηση δεν θα αδειάσει μια μέρα το ξενοδοχείο ‘εξαφανίζοντας’ τους ανθρώπους που ήταν μέσα. Γιατί πολλοί άνθρωποι εξαφανίζονταν...

Ξέρετε, εκεί βρισκόταν η οικογένεια Καριόλου με την οποία μας συνέδεε βαθιά φιλία και αγάπη. Ήμασταν μέρος της οικογένειας, μέρος της Κερύνειας μέχρι τότε. Ήμασταν όσο πιο κοντά τους μπορεί να είναι κάποιος που δεν ήταν Ελληνοκύπριος.

Όταν ο Γλαύκος (Καριόλου) είχε μεταφερθεί σε τουρκικές φυλακές (στα Άδανα), προέτρεψα τον Ανδρέα (Καριόλου) να γράψει μια επιστολή από το Dome Hotel σε έναν Τούρκο φίλο. Μπορούσα να μετακινούμαι στην Κερύνεια, γι’ αυτό πήρα το γράμμα και το παρέδωσα στον Τούρκο διοικητή. Τον επόμενο μήνα, εμφανίστηκε ο Γλαύκος. Αν δεν το κάναμε αυτό, ο Γλαύκος θα ήταν αγνοούμενος σήμερα. Πετύχαμε μικρές νίκες. Γι’ αυτές προσπαθούσαμε. Θέλαμε απλώς να είναι όλοι ασφαλείς στο ξενοδοχείο και τα παιδιά να απασχολούνται.

Το Dome ήταν ένα μικρό ξενοδοχείο με τέσσερις τοίχους. Κι ύστερα έγινε χωριό. Κι ας μην ήταν σχεδιασμένο για κάτι τέτοιο».

 

Ο Τζόναθαν Μπλερ και η Αρλίνκα -κρατώντας ένα κλαδί ελιάς- στο ξενοδοχείο Dome τη μέρα της χριστουγεννιάτικης γιορτής. Το φιλμ με φωτογραφίες της γιορτής εμφανίστηκε στην Αμερική από τον Μπλερ και στάλθηκε στο Dome τον Γενάρη του ’75. ΦΩΤΟ ©ΑΡΧΕΙΟ ΚΩΣΤΑ ΖΑΜΠΑΡΛΟΥΚΟΥ

 

Απόδραση για... πάρτι

«Κάποιο βράδυ, ένας Άγγλος φίλος και συνάδελφος είπε ‘ας κάνουμε ένα πάρτι!’. Είχε ένα μικρό σπίτι στην Κερύνεια. Και μου ’πε ‘φέρε και τον Ανδρέα!’. Του απάντησα ‘πώς ακριβώς θα το κάνω αυτό;’ ‘Δεν ξέρω, βρες τον τρόπο και φέρ’ τον’!

Το είπα στον Ανδρέα και εκείνος είπε ‘Γιατί όχι;’

Έτσι οργανώσαμε τη φυγή του Ανδρέα, ο οποίος πήδηξε τον τοίχο στην πίσω αυλή του ξενοδοχείου και τον παρέλαβα με το αυτοκίνητο. Το πάρτι ήταν σπουδαίο: με σουβλάκι και brandy sour… Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, αντιληφθήκαμε πως ο Ανδρέας έπρεπε να επιστρέψει στο ξενοδοχείο. Εκείνος όμως ήταν λίγο… μεθυσμένος! Όλοι ήμασταν. Μπήκαμε στο αμάξι, οδηγήσαμε μέχρι το Dome, κατέβηκε ο Ανδρέας απ’ το αυτοκίνητο κι εμείς εξαφανιστήκαμε.

Ο Ανδρέας πήδηξε τον τοίχο, αλλά προσγειώθηκε πάνω σε μια στοίβα από μεταλλικούς σωλήνες! Ο θόρυβος ήταν απίστευτος. Οι Τούρκοι έτρεξαν να δουν τι συμβαίνει, αλλά δεν είδαν τίποτα. Ο Ανδρέας είχε ήδη προλάβει να μπει στο ξενοδοχείο, να τρέξει στο δωμάτιό του και να αλλάξει ρούχα. Όταν τον ξανάδα, ήταν... με τα εσώρουχα.

Όλες οι πόρτες και τα παράθυρα του ξενοδοχείου έκλεισαν -έκανε απίστευτη ζέστη- και όλοι κλήθηκαν να κατέβουν στο λόμπι. Για μια ώρα τους μετρούσαν ξανά και ξανά. Οι Τούρκοι είχαν τον σωστό αριθμό και δεν μπορούσαν να καταλάβουν γιατί κάποιος να θέλει να μπει στο ξενοδοχείο. Καταλάβαιναν κάποιος να θέλει να φύγει, να αποδράσει, αλλά όχι να μπει.

Ο Μάριος (Καριόλου, γιος του Ανδρέα Καριόλου) μου είπε αργότερα ότι αυτή ήταν η χειρότερή τους νύχτα στο ξενοδοχείο. Κι όλα αυτά επειδή ο Ανδρέας ‘προσγειώθηκε’ στους σωλήνες. Αυτή ήταν η μόνη πραγματικά άσχημη στιγμή, γιατί οι Τούρκοι δεν ήξεραν τι πραγματικά συνέβη.

Εμείς εμφανιστήκαμε στο ξενοδοχείο περίπου μια ώρα αργότερα για να συναντήσουμε το χάος. Το πάρτι, πάντως, ήταν καλό!»

 

 

 

Το βαμβάκι για τη γενειάδα του Αϊ-Βασίλη

«Θυμάμαι μια μέρα ο Ανδρέας μού ζήτησε να βρω βαμβάκι και νόμιζα πως τραυματίστηκε κάποιος. Ίσως κάποιος στρατιώτης που κατάφερε να διασωθεί και ήταν κρυμμένος κάτω από κάποιο κρεβάτι... Πήγα στη Λευκωσία, βρήκα ένα φαρμακείο, πήρα βαμβάκι και επέστρεψα με πολλή περηφάνια στο Dome ότι... αποστολή εξετελέσθη! ‘Ευχαριστώ’, είπε ο Ανδρέας παίρνοντας το βαμβάκι. Μετά αντιλήφθηκα πως ήταν 24η Δεκεμβρίου, παραμονή Χριστουγέννων, και ιδού, έρχεται το βαμβάκι μου πάνω στον Αϊ-Βασίλη...! Το είχε χρησιμοποιήσει για γενειάδα και ντύθηκε Αϊ-Βασίλης.

Όλα αυτά ακούγονται λες και περνούσαμε υπέροχα. Εκείνο, όμως, που συνέβαινε ήταν πως επιβιώναμε και προσπαθούσαμε να παραμείνουμε ανθρώπινοι. Δεν τσακωνόμασταν, δεν φωνάζαμε, δεν χτυπούσαμε τα κεφάλια μας στους τοίχους. Αυτό θα ήταν μάταιο. Όσοι ήταν στο Dome ήταν αρκετά έξυπνοι για να αντιλαμβάνονται ότι θα πρέπει τα παιδιά να συνεχίσουν το σχολείο, γι’ αυτό δημιούργησαν μια τάξη, υπήρχε κι ένας γιατρός, κι απίστευτο φαγητό που μαγείρευε όχι μόνο ο σεφ του ξενοδοχείου, αλλά και οι γυναίκες. Προσπαθήσαμε να κρατάμε ψηλά το ηθικό».

Ο Ανδρέας Καριόλου ντυμένος (όπως-όπως Αϊ Βασίλης) στη χριστουγεννιάτικη γιορτή που οργανώθηκε από τους εγκλείστους του Dome περί τα τέλη Δεκεμβρίου του 1974. Το βαμβάκι της γενειάδας το κουβάλησε ο Τζόναθαν Μπλερ. ΦΩΤΟ ©ΑΡΧΕΙΟ ΚΩΣΤΑ ΖΑΜΠΑΡΛΟΥΚΟΥ

 

Βάλς στην αίθουσα εκδηλώσεων του Dome, όπως στους παλιούς καλούς καιρούς. Χριστούγεννα 1974!

 

 

Οι μικροί που ζούσαν στο Dome δικαίως χάρηκαν περισότερο από τους μεγάλους τη χριστουγεννιάτικη γιορτή.

 

Μια «φούσκα» ελπίδας

«Δεν ήταν τραγωδία το Dome. Θα ήταν αν οι Τούρκοι εισέβαλλαν στο ξενοδοχείο. Ο πόλεμος ήταν μια τραγωδία. Εδώ όμως είχαμε μια μικρή ‘φούσκα’ ελπίδας στη μέση ενός πολέμου. Κι οι άνθρωποι που ήταν μέσα στο ξενοδοχείο ήταν καλοί άνθρωποι. Έπαιζαν μουσική, διοργανώσαμε μια γιορτή τα Χριστούγεννα, γιορτάζαμε τα γενέθλια του καθενός. Ήταν σαν μια μεγάλη κατασκήνωση. Ήταν οπωσδήποτε λυπηρό, απαίσιο, κάτι που προκαλεί μεγάλη αναστάτωση, αλλά τι κάνεις όταν πρέπει να ζεις με κάτι τέτοιο κάθε μέρα; Το ανθρώπινο πνεύμα, αργά ή γρήγορα, θα επικρατήσει. Ακόμη και κάτω από τις χειρότερες συνθήκες. Έτσι και έγινε.

Το Dome για μένα είναι ένα σύμβολο αντοχής των ανθρώπων της Κύπρου. Ήμασταν όλοι απασχολημένοι με κάτι, αλλά υπήρχαν στιγμές που αντιλαμβανόμασταν πως αυτό που ζούμε είναι μοναδικό. Συμμετείχαμε σε κάτι πολύ ενδιαφέρον, εξαιρετικό κι ανθρώπινο. Αλλά δεν ήταν σχεδιασμένο. Και οι πλείστοι από μας επιβιώσαμε».

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΥΡΙΟ: Οι αναμνήσεις του Ττοφή από την Κερύνεια



Επόμενο άρθρο:

Αφιέρωμα

Ο οπλισμός του Dome - Έρευνα του ''ΠOΛITH''

Στο Dome, εκτός από τους Κερυνειώτες βρήκαν καταφύγιο και στρατιώτες, όταν έσπασαν οι γραμμές άμυνας. Πονοκέφαλος ο φορητός οπλισμός που στα υπόγεια.

04 / 06
Επιστροφή
στην αρχή