Τα σιωπηλά δάκρυα της Δέσποινας

ΑΠΟΨΗ /ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
Μα γυναίκα πέθανε στην πιο μακρινή ακτή στην οποία τα κύματα χτυπούν στους βράχους. Σε ηλικία 99 χρόνων. Το όνομά της Δέσποινα.

Μα γυναίκα πέθανε στην πιο μακρινή ακτή στην οποία τα κύματα χτυπούν στους βράχους. Σε ηλικία 99 χρόνων. Το όνομά της Δέσποινα. Σε ένα μοναστήρι που κοιτάει προς την πλατεία Μπουλέντ Ετζεβίτ. Ύστερα η πλατεία Νετζμετίν Ερμπακάν. Και ένας δρόμος με στροφές που εκτείνεται μέχρι το Ριζοκάρπασο. Πέρασες πολλές φορές εσύ Δέσποινα από αυτούς τους δρόμους. Κρατώντας ένα ψάθινο καλάθι. Και μέσα σε αυτό σύκα, σταφύλι και σουτζιούκκος. Καθώς περνούσες κοίταζες τη θάλασσα. Τις πεδιάδες, τις κορφές, τους θάμνους. Και μετά εκείνα τα αξιαγάπητα γαϊδούρια που ξεπρόβαλλαν μπροστά σου ξαφνικά. Κανείς δεν μπόρεσε να σε καταλάβει όταν τα μάτια σου καρφώνονταν μακριά και πήγαινες. Κανείς δεν μπορούσε να ξέρει τι σκεφτόσουν. Και τι τρικυμίες είχες στο μυαλό. Ίσως να έκλαιγες σιωπηλά τα βράδια. Τα δάκρυά σου έσμιγαν με τον ήχο των κυμάτων.

Ξαφνικά κρύωνες. Ξαφνικά έρχονταν βροχές. Ύστερα άνοιγες τα παράθυρα ένα ηλιόλουστο πρωινό. Η φύση χαμογελούσε προσφέροντάς σου μια νέα χαρά ζωής και εσύ την κοίταζες με τα θλιμμένα σου μάτια. Δεν μπορούσε να χωρέσει ο νους σου εκείνους που σκότωναν αυτή τη θαυμάσια ομορφιά. Η ζωή είναι ωραία. Το να ζει κανείς είναι ωραίο. Πάντα είναι η ώρα για αγάπη. Αλλά τι γυρεύουν σε αυτά τα κίτρινα χωράφια τούτοι οι στρατιώτες με τις λόγχες; Δεν είναι κρίμα οι μαργαρίτες και οι τουλίπες που λιώνουν κάτω από τις αρβύλες; Πες μου αγαπητή Δέσποινα. Δεν είναι κρίμα; Διηγήσου μου για τις μέρες που έζησες. Τα βράδια που έκλαψες. Πώς άντεξες χρόνια σαν ένας κατάδικος που κουβαλούσε τον σταυρό του στην πλάτη. Κοίτα. Πόσο μακριά είναι η μύτη αυτού του νησιού σε πείσμα της παχιάς του κοιλιάς. Μήπως είναι ο Πινόκιο; Μήπως γι’ αυτό είναι τόνοι το ψέμα; Μήπως γι’ αυτό είναι διάβολος η ιστορία που έγραψαν; Κάποτε ήταν Απόστολος Ανδρέας. Ύστερα έγινε Ζαφέρ Μπουρνού, Ακρωτήρι της Νίκης. Όλοι έφυγαν, μόνο εσύ έμεινες Δέσποινα.

Είχαν μείνει δέκα χιλιάδες αφότου εκείνα τα κατακίτρινα χωράφια και οι άγριες ακτές βάφτηκαν με αίμα. Ύστερα έμειναν χίλιοι. Ύστερα πεντακόσιοι. Οι βροχές, οι ομίχλες, ο ήλιος δεν άλλαξαν καθόλου, αλλά άλλαξαν οι γείτονές σου. Γείτονες που δεν ήξερες τη γλώσσα τους. Που δεν γνώριζες καθόλου. Τους έδωσαν σπίτια που δεν ήταν δικά τους. Πράγματα που δεν ήταν δικά τους. Χωράφια που δεν ήταν δικά τους. Μην κουράζεσαι πολύ, δεν μπορείς να κρύψεις τη θλίψη στο πρόσωπό σου Δέσποινα. Ποιος ξέρει πόσα βράδια ικέτευσες κάτω από τους πολυέλαιους τον Υιό, στον οποίο φορτώθηκαν οι αμαρτίες όλων μας. Πόσες φορές γονάτισες μπροστά του καθώς σε κοίταζε με τα ματωμένα του πόδια ευρισκόμενος πάνω στον σταυρό. Προσευχήθηκες. Να τελειώσει αυτή η τυραννία. Ο Απόστολος Ανδρέας είναι μάρτυρας γι’ αυτό. Η μισή από τη ζωή σου διάρκειας ενός αιώνα γράφτηκε σαν έπος στους τοίχους του μοναστηριού. Εσύ πέθανες. Και έμεινε ορφανό το μοναστήρι. Τα κύματα χτυπούν στα βράχια Δέσποινα και μετά τον δικό σου θάνατο. Η Μαρίκα τραγουδάει ένα ρεμπέτικο σε μια μακρινή ντουμανιασμένη ταβέρνα. Θα πεθάνει όμως. Θα πεθάνει και η Μαρίκα. Το ξέρω και λυπάμαι γι’ αυτό πριν πεθάνει. Θα τη νοσταλγήσω σαν τρελός. Οι καμπάνες θα χτυπήσουν στην καρδιά μου. Οι απόστολοι θα πετάγονται από τις εικόνες και θα μου προσφέρουν κόκκινο κρασί. Στο όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Ο θόρυβος από τις σφαίρες στο πεδίο βολής θα σμίξει με τον ήχο της καμπάνας. Αυτοί οι ήχοι σου θυμίζουν πολλά. Ματωμένους νεκρούς. Κραυγές γυναικών που βιάζονταν. Τις ματιές γεμάτες φόβο των παιδιών που πιάστηκαν αιχμάλωτα. Πυροβόλησαν ακόμα και τα βρέφη Δέσποινα. Πώς καρφώνεται μια σφαίρα στη μικρή σαν χούφτα πλάτη ενός βρέφους; Δεν μπορεί να είναι άνθρωποι εκείνοι που έστρεψαν τις κάννες των όπλων τους σε ένα μικρό βρέφος και τράβηξαν τη σκανδάλη, έτσι δεν είναι; Ούτε Έλληνες, ούτε Τούρκοι. Δεν είναι άνθρωποι, όποια ταυτότητα και αν έχουν. Πες στον Υιό. Να ρωτήσει τον Πατέρα του. Να τους συγχωρέσουμε και αυτούς; Τότε να μας χαρίσει μια καρδιά η οποία να τους συγχωρεί. Διότι εγώ δεν έχω τέτοια καρδιά. Εγώ βγήκα και ήρθα από τραγούδια που λέγονται απ’ όλους μαζί κάτω από την κληματαριά. Από το Όμοδος, από την Τέρα. Από εκείνους που έφτιαχναν ζιβανία πατώντας το σταφύλι με τα πόδια τους. Από τις γυναίκες που κεντούσαν δαντέλες. Από τους ταβερνιάρηδες με το δασύ μουστάκι. Και από τους ανθρώπους που η καρδιά τους γίνεται ευαίσθητη και συγκινούνται όταν πιουν λίγο. Σου έφερα χαιρετίσματα.


Μια γυναίκα πέθανε στην πιο μακρινή ακτή στην οποία τα κύματα χτυπούν στους βράχους. Ένας πλάτανος αιωνόβιος. Σε ηλικία 99 χρόνων. Το όνομά της Δέσποινα. Σε ένα μοναστήρι που κοιτάει προς την πλατεία Μπουλέντ Ετζεβίτ. Οι δρόμοι που πάνε προς τον Απόστολο Ανδρέα έχουν πολλές στροφές. Οι δρόμοι είναι φορτωμένοι θλίψη. Έρχεται από μακριά με ένα ψάθινο καλάθι στο χέρι και μαύρο μαντίλι στο κεφάλι. Αν έρθω, νά εκεί είσαι πάλι. Μπροστά από ένα ξύλινο παράθυρο που κοιτάει προς τη θάλασσα. Ανάμεσα σε τιτιβίσματα πουλιών…

Oι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευσή τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.

Διαβάστε επίσης:

ΑΠΟΨΗ

Μπράβο στους ΑΚΕΛ και Μαρκίδη

Πολίτης News, 15.12.2018

ΑΠΟΨΗ

Μην τον αφήσετε μόνο του... Του Χρύσανθου Μανώλη

ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΜΑΝΩΛΗ, 15.12.2018

ΑΠΟΨΗ

Η απόδοση ευθυνών δεν λύνει το πρόβλημα

ΜΑΡΙΝΑ ΚΟΥΜΑΣΤΑ, 14.12.2018

Επιστροφή
στην αρχή