Τα ατιμώρητα εγκλήματα της Κύπρου: Τον «εκτέλεσαν» τρεις φορές

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΚΥΠΡΟΣ

Όταν μας πήραν είδηση, οι Τούρκοι άρχισαν να μυδραλιοβολούν αδιακρίτως. Πίσω από το σπίτι όπου κρυφτήκαμε υπήρχαν δύο πολυκατοικίες ημιτελείς

Η φράση «ό, τι έχω ζήσει από το καλοκαίρι του 1974 τζ’αι ύστερα είναι κκιάριν», με την οποία κατέληξε η συνομιλία που είχαμε με τον 68χρονο σήμερα Κώστα Παναγή Αρτεμίου από την Κλήρου, συνοψίζει ίσως και τη συγκλονιστική ιστορία του. Μία ιστορία που έχει να κάνει από τη μια με το πώς γλύτωσε στην κυριολεξία από τον θάνατο μετά από δύο-τρεις εν ψυχρώ εκτελέσεις από τον τουρκικό στρατό και από την άλλη με το πώς βοήθησε η μετά από δεκαετίες μαρτυρία του για να εντοπιστεί ένας από τους πλέον μαζικούς τάφους δολοφονηθέντων Ελληνοκυπρίων στον Βοτανικό Κήπο της Κερύνειας.
Ο κύριος Κώστας μάς υποδέχθηκε ένα ζεστό απόγευμα, πριν από μερικές εβδομάδες, στη βεράντα του σπιτιού του στην Κλήρου. Είναι η δεύτερη φορά που εξιστορεί με λεπτομέρεια τα όσα έζησε το καλοκαίρι του 1974. Πριν από μερικά χρόνια και, συγκεκριμένα τον Μάρτιο του 2009, μίλησε και στον συνάδελφο Αντρέα Παράσχο στην «Καθημερινή». Όμως το όνομά του και η ιστορία του (εν συντομία) καταγράφηκαν πρώτα σε μία έκδοση της ΚΕ του ΑΚΕΛ λίγα χρόνια μετά την τουρκική εισβολή, υπό τον τίτλο «Ιούλιος - Αύγουστος 1974, το Χρονικό της σύγχρονης κυπριακής τραγωδίας».

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Φόνοι και συγκαλύψεις χωρίς ενόχους 

Οι ενισχύσεις που δεν ήρθαν


Υπηρέτησε τη θητεία του στην Εθνική Φρουρά από τους πρώτους. Απολύθηκε το 1970. Με την έναρξη της τουρκικής εισβολής, το πρωινό της 20ής Ιουλίου 1974 κλήθηκε ως έφεδρος και κατετάγη σε ένα τάγμα εφεδρείας με έδρα το Νέο Χωρίο Κυθρέας, υπό τον λοχαγό Φωτιάδη. Το απόγευμα της 20ής Ιουλίου το τάγμα έλαβε διαταγή να μετακινηθεί στην Κερύνεια για να ενισχύσει το μαχόμενο 251 ΤΠ, στην περιοχή του Πέντε Μίλι, όπου γινόταν η τουρκική απόβαση.
«Εμείς είχαμε διαταγή να κρατήσουμε τη γραμμή στον Άη Γιώρκη της Κερύνειας. Μας πήραν και μας έβαλαν από την κάτω μεριά του δρόμου μεταξύ Λαπήθου και Άη Γιώρκη. Όταν ξημέρωσε, είδαμε μέσα στον κύριο δρόμο να κινούνται τουρκικά τανκ. Λάβαμε οδηγία για οπισθοχώρηση. Άλλοι ποτζεί τζ’αι άλλοι ποδά πιάσαμε τον δρόμο προς την Κερύνεια. Σε μία στροφή του δρόμου κοντά στο γήπεδο του Γ. Σ. Πράξανδρου, καμιά πενηνταριά από εμάς κρυφτήκαμε πίσω από ένα σπίτι με δεξαμένη. Μετά από λίγη ώρα πέρασε ένα Land Rover της ΕΦ με έναν ’καλαμαρά’ αξιωματικό, ο οποίος μας ανακοίνωσε ότι έρχονται ενισχύσεις από τον Καραβά. Μόλις έφυγε, αντί για ενισχύσεις πλάκωσαν τα τουρκικά άρματα.

Στον δρόμο της εκτέλεσης


Όταν μας πήραν είδηση, οι Τούρκοι άρχισαν να μυδραλιοβολούν αδιακρίτως. Πίσω από το σπίτι όπου κρυφτήκαμε υπήρχαν δύο πολυκατοικίες ημιτελείς (σχεδόν απέναντι από το στάδιο). Καταφύγαμε εκεί με το φορητό μας οπλισμό που ήταν κάτι μαρτίνια. Μείναμε κρυμμένοι για κάνα-δυο μέρες. Νερό πίναμε από τις βαρέλες που χρησιμοποιούσαν πριν από μερικές μέρες οι κτίστες για τον πηλό και τον σοβά. Όταν πληροφορηθήκαμε ότι κηρύχθηκε εκεχειρία (23 Ιουλίου), νομίσαμε ότι μπορούσαμε να κυκλοφορήσουμε χωρίς πρόβλημα. Το απόγευμα όμως μας περικύκλωσαν οι Τούρκοι και μας φώναξαν στα αγγλικά να παραδοθούμε. Στο μεταξύ, αρκετοί από την ομάδα είχαν καταφέρει να διαφύγουν. Εκεί που μας συνέλαβαν είχαμε μείνει μόνο καμιά δεκαπενταριά. Κάποιοι με στρατιωτικά ρούχα και κάποιοι με πολιτικά. Μας έβαλαν σε σειρά και μας έδεσαν τα χέρια πισθάγκωνα με σύρμα των τηλεφωνικών γραμμών και μας πήραν πίσω από το βρετανικό κοιμητήριο στην Κερύνεια. Εκεί που μας είχαν πάρει υπήρχαν ήδη δύο-τρεις σκοτωμένοι. Μας έστησαν και εμάς στη γραμμή και… αρκέψαν μας. Οι εκτελεστές με τα οπλοπολυβόλα δεν ήταν ένας, ήταν πολλοί...».

 «Έκαμα τον πεθαμένο»


 «Θυμάσαι τι είχες σκεφτεί εκείνη τη στιγμή; Ότι ήρθε το τέλος;», τον διακόπτουμε.
«Αυτό το είχα σκεφτεί από την ώρα που κατετάγην στον στρατό. Εκεί που άρχισαν οι ριπές, μόλις είδα ότι έπεσαν οι ακρινοί, δύο-τρεις από τη μία και κάνα-δυο από την άλλη πλευρά, έπεσα και εγώ που βρισκόμουν στη μέση και έκαμα τον πεθαμένο. Είνταλος τζ’αι έγειρα πίσω, ένας Θεός ηξέρει! Όταν μας σκότωσαν όλους ήρθαν κοντά, μας γύριζαν πλευρό, μας έλυναν τα χέρια και μας κλοτσούσαν για να δουν εάν είχαμε πεθάνει. Εγώ ούτε τάραξα. Έκαμνα όμως τη σκέψη να φύγω με την πρώτη ευκαιρία. Μέχρι να ολοκληρώσω τη σκέψη μου, άκουσα φωνές. Είχαν φέρει και άλλους για το εκτελεστικό. Τους έβαλαν μπροστά μας. Δεν μπόρεσα να δω εάν ήταν τρεις ή τέσσερις. Όταν άρχισαν να πυροβολούν και τους καινούργιους, έφαγα και εγώ δύο σφαίρες στην πατούσα του αριστερού ποδιού. Η μία βγήκε από το πάνω μέρος του ποδιού μου. Μετά και τη νέα εκτέλεση οι Τούρκοι έφυγαν από την περιοχή. Σκέφτηκα πλέον ότι έπρεπε να μετακινηθώ γιατί διαφορετικά θα με σκότωναν. Άρχισε να σουρουπώνει. Κινήθηκα προσεκτικά, όντας πλέον πληγωμένος προς τα πίσω, και κρύφτηκα μέσα σε έναν μεγάλο θάμνο με βάτα. Εκεί διαπίστωσα ότι υπήρχε κάτι σαν αυλάκι και μπήκα μέσα. Όπως ήμουν κρυμμένος εκεί μέσα στα βάτα άκουσα νέες φωνές. Είχαν φέρει και κάποιον άλλον. Του λένε στα ελληνικά, μάλλον Τουρκοκύπριοι, μέτρα τους ρε (σ. σ. τους σκοτωμένους). Τους μετράει και τους λέει δυνατά ’είκοσι’. Και εγώ ακούω: ’Και ένας εσύ, είκοσι ένας’ και ακολουθούν πυροβολισμοί. Την ώρα που σκότωναν και τον 21ο, άλλη μία σφαίρα ήρθε και με κτύπησε στην κάτω άρθρωση του αριστερού μου ποδιού. Εγώ όμως παρέμεινα εκεί. Όταν νύχτωσε διαπίστωσα ότι είχαν φέρει τρακτέρ (ντίκερ), όπου έβγαλαν λάκκο για να θάψουν τους σκοτωμένους».

 

Κομπόστα, κόκα κόλα και έπειτα αιχμάλωτος πολέμου

«Κοντά στα μεσάνυχτα έφυγα από την περιοχή γονατιστός. Το αριστερό μου πόδι ούτε άνοιγε, ούτε έκλεινε. Μπήκα στο πρώτο σπίτι που συνάντησα στη δυτική πλευρά της Κερύνειας. Στην κουζίνα αναζήτησα πρώτα κάτι να φάω. Άνοιξα το ψυγείο, το οποίο δεν λειτουργούσε αφού είχε διακοπεί η ηλεκτροδότηση. Βρήκα μία κονσέρβα κομπόστα και ένα αναψυκτικό. Πήρα και ένα πιρούνι και κρύφτηκα σε ένα από τα υπνοδωμάτια του σπιτιού κάτω από το κρεβάτι. Άνοιξα την κομπόστα, έφαγα λίγο και αποκοιμήθηκα. Το πρωί ξύπνησα από κάποιος θορύβους. Επιχείρησα να βγω από την κρυψώνα για να δω τι γίνεται. Μπροστά μου ήταν ένας Τούρκος (μάλλον αξιωματικός) με πιστόλι. Με ρωτάει στα αγγλικά «you speak English?», και εγώ δεν λέω τίποτα. Από μία απόσταση δύο-τριών μέτρων πατάει τη σκανδάλη και με πυροβολεί. Με κτύπησαν τρεις σφαίρες και οι τρεις και πάλι στο αριστερό μου το πόδι…».


Εδώ και πάλι τον διακόπτουμε για να τον ρωτήσουμε εάν εσκεμμένα τον κτύπησε στα πόδια. Ο κύριος Κώστας διαφωνεί. «Μάλλον όχι, γιατί μετά τους πυροβολισμούς ήρθε κοντά μου και με κλότσησε κάτω από τη μασχάλη για να δει εάν ήμουν ακόμη ζωντανός. Εγώ προσποιήθηκα και πάλι τον νεκρό. Εξάλλου αιμορραγούσα. Ο Τούρκος έφυγε και εγώ όταν είδα να βγαίνει αίμα από μία πληγή κατάλαβα ότι πλησιάζει η ώρα... Σκέφτηκα λοιπόν ότι αφού θα πεθάνω που θα πεθάνω να πιω και το αναψυκτικό! Το άνοιξα με το πιρούνι και το ήπια. Ακολούθως, μετακινήθηκα συρόμενος πάντα στο δάπεδο σε ένα άλλο δωμάτιο του σπιτιού που είχε δύο κρεβάτια. Το ένα κολλημένο στον τοίχο και το άλλο δίπλα του. Μπήκα κάτω από τα κρεβάτια και έμεινα εκεί. Νερό έπινα από τη βρύση του νιπτήρα, ενώ όταν κατάφερα τη νύκτα να πάω ξανά στην κουζίνα του σπιτιού για να βρω κάτι να φάω, το μόνο που βρήκα ήταν μερικές πατάτες. Τις καθάρισα και τις έφαγα ωμές. Εν τω μεταξύ, οι πληγές μου άρχισαν να μολύνονται. Βρήκα στον νιπτήρα «σπιρτοκολόνια» και έβαζα πάνω σε αυτές, ενώ με μία οδοντογλυφίδα επιχειρούσα κάτω από φρικτούς πόνους να τις καθαρίσω. Σε μία νέα μετακίνησή μου σε ένα άλλο δωμάτιο του σπιτιού, για να μπορώ να βλέπω τι γίνεται έξω, με εντόπισαν οι Τούρκοι. Με συνέλαβαν και με πήραν ξανά στο σημείο όπου είχαμε κρυφτεί με τους συναγωνιστές την πρώτη φορά. Πίσω από το σπίτι με τη δεξαμένη. Με έστησαν στον τοίχο και με πυροβολούσαν περιμετρικά. Όταν τελείωσε το μαρτύριο με πήραν στον αστυνομικό σταθμό Κερύνειας. Εκεί υπήρχαν και άλλοι αιχμάλωτοι. Το βράδυ μας φόρτωσαν σε λεωφορεία και μας έφεραν στη Λευκωσία, στις φυλακές Σεραγίου. Μόλις μας έβαλαν σε θάλαμο ήρθε κλιμάκιο του Ερυθρού Σταυρού και μας κατέγραψε. Εκεί μου περιέθαλψαν και τις πληγές μου για πρώτη φορά. Ένας νοσοκόμος του Ερυθρού Σταυρού μού είπε ότι κανονικά έπρεπε να μου χορηγηθεί αίμα, αλλά επειδή κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο υπό τας περιστάσεις, μου συνέστησε να πίνω όσο περισσότερο νερό μπορούσα».


Ο Κώστας Αρτεμίου Παναγή μετά από κάποιες μέρες στις φυλακές Σεραγίου μεταφέρεται με δεμένα τα χέρια και τα μάτια, όπως και αρκετοί άλλοι αιχμάλωτοι, με αρματαγωγό στην Τουρκία και στις φυλακές των Αδάνων. Μετά από νέες κακουχίες και ταλαιπωρία, λόγω περαιτέρω μόλυνσης στις πληγές του, οι Τούρκοι υποχρεώνονται να τον μεταφέρουν σε στρατιωτικό νοσοκομείο για περίθαλψη. Περιθάλπεται για κάποιες μέρες στα Άδανα όπου και του χορηγούν και ένα ζευγάρι πατερίτσες για να περπατά (σ.σ. τις οποίες έχει μέχρι σήμερα για ενθύμιο) και προς το τέλος Αυγούστου του 1974 γίνεται διευθέτηση για τη μεταφορά τόσο του ιδίου όσο και άλλων δύο Ελληνοκύπριων τραυματιών (του Προκόπη Σταύρου 67 χρονών, τότε, και του Κώστα Γεωργίου 49 χρονών) με ελικόπτερο στην Κύπρο και την παράδοσή τους στον Ερυθρό Σταυρό.

 

Οικιστική ανάπτυξη επί λειψάνων 

Στην Υπηρεσία Αγνοουμένων, στα χέρια του Ξενοφώντα Καλλή «πέφτει», με καθυστέρηση αρκετών χρόνων, η έκδοση της ΚΕ του ΑΚΕΛ «Ιούλιος -Αύγουστος 1974, το Χρονικό της σύγχρονης κυπριακής τραγωδίας». Στη σελίδα 279 (;) σε μία στήλη υπό τον τίτλο «Τραγικός Μάρτυρας Ομαδικών Εκτελέσεων» και από κάτω μία ασπρόμαυρη φωτογραφία εποχής ενός αγριεμένου από τα πάθη και τις κακουχίες του 1974 καταγράφεται με πολύ λίγα λόγια η ιστορία του 24χρονου «Κωστάκη Παναγή» (Αρτεμίου), μέλους της Συντεχνίας Οικοδόμων της ΠΕΟ, ο οποίος «τουλάχιστον τρεις φορές ξεγέλασε τον θάνατο»! Η εμπειρία του κ. Καλλή τον οδήγησε στην Κλήρου όπου συνάντησε τον 58χρόνο τότε Κώστα Παναγή Αρτεμίου, μηχανικό αυτοκινήτων. Ακούει και ξανακούει μετά προσοχής την ιστορία του. Κάποια στιγμή του ζητά να πάνε μαζί επί τόπου στην Κερύνεια και να αναζητήσουν το σημείο της εκτέλεσης.
Αρχικά ο κ. Αρτεμίου διστάζει. Εξάλλου, δεν θα ήθελε να ξαναζήσει με τίποτα όλα όσα σημάδεψαν και ψυχικά και σωματικά τη μετέπειτα ζωή του. Πείθεται μόνο με το κίνητρο της πιθανότητας εντοπισμού του χώρου ταφής των συναγωνιστών του (και αγνοουμένων μέχρι τότε). Πάνε την περίοδο 2007- 2008 δυο - τρεις φορές στην Κερύνεια. Σημεία υποβοηθητικά το γήπεδο του Γ.Σ. Πράξανδρου, το πρατήριο βενζίνης από την από κάτω μεριά του σταδίου (το οποίο υπάρχει και λειτουργεί μέχρι σήμερα με άλλο όνομα), αλλά και το μικρό κοιμητήριο –διαστάσεων 10 επί 10 μέτρα περίπου- στο οποίο είχαν ταφεί αρχές του 20ού αιώνα κάποιοι επώνυμοι Άγγλοι που ζούσαν στη μικρή πόλη της βόρειας Κύπρου, εξ ου και «το Βρετανικό Κοιμητήριο της Κερύνειας». Ο τοίχος με τους πωρόλιθους που το περιφράσσει σε καλή σχετικά κατάσταση, όμως το υπόλοιπο τοπίο είναι ακόμη πιο άγριο από εκείνες τις δύσκολες μέρες του Ιουλίου του 1974 που το άφησε ο Αρτεμίου. Τα βάτα, οι καλαμιές, οι ανδρουκλιές και τα σχοίνα κάνουν απροσπέλαστη τη διέλευση. Ο Ξενοφών Καλλής επιμένει. Δεν πρέπει να χαθεί η μαρτυρία. Την επόμενη φορά που ξαναπάει στην περιοχή μαζί με τον Αρτεμίου, κουβαλά μαζί του και…ψαλίδια. Κόβουν θάμνους και προχωράνε. Οριοθετείται σε γενικές γραμμές επί ενός πρόχειρου χάρτη το σημείο όπου θα πρέπει να είναι ο ομαδικός τάφος των... είκοσι ενός εκτελεσθέντων. Αξιοποιούνται αεροφωτογραφίες προ του 1974, συλλέγονται και άλλες μαρτυρίες, προστίθενται και κάποιες πληροφορίες από τ/κ πηγές και υποβάλλεται επισήμως στη ΔΕΑ, στα τέλη του 2008, η μαρτυρία για την πιθανή ύπαρξη ομαδικού τάφου στη συγκεκριμένη περιοχή. Το κλιμάκιο της Διερευνητικής Επιτροπής για τους Αγνοουμένους, σε μία από τις πρώτες επισκέψεις του με προοπτική πλέον την ανασκαφή ονοματίζει την περιοχή «βοτανικός κήπος της Κερύνειας», ενδεχομένως από την πυκνή χαμηλή αλλά οργιώδη βλάστηση που κυριαρχούσε. Όπως πρόσφατα μάθαμε, αν και ακούσαμε ουκ ολίγες φορές από την ανασκαφή και εντεύθεν για τον «βοτανικό κήπο της Κερύνειας» ή τους «βοτανικούς κήπους της Κερύνειας», δεν υπήρξε ποτέ τέτοιος κήπος ή τέτοιοι κήποι. Απλούστατα «βαφτίστηκε» η συγκεκριμένη περιοχή στο πλαίσιο της ανασκαφής.

Καμιά άλλη ανασκαφή

Έτσι, λοιπόν, από την «καθυστερημένη» για δεκαετίες μαρτυρία του Κ. Αρτεμίου, αλλά και από τη διορατικότητα του Ξ. Καλλή, εντοπίστηκε ο μαζικότερος μέχρι σήμερα ομαδικός τάφος με λείψανα Ελληνοκυπρίων αγνοουμένων. Στην ανασκαφή του ομαδικού τάφου «στους βοτανικούς κήπους της Κερύνειας», η οποία ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2007 (ως πρώτη φάση) και ολοκληρώθηκε μερικούς μήνες αργότερα, εντοπίστηκαν συνολικά 39 ανθρώπινα λείψανα.
Ωστόσο, οι πληροφορίες που ήρθαν ακολούθως και προστέθηκαν περί της ύπαρξης και άλλων τάφων σκοτωμένων Ελληνοκυπρίων το καλοκαίρι του 1974 στην ευρύτερη περιοχή των βοτανικών κήπων, ήτοι και νοτιοδυτικά του τάφου με τους 39 αλλά και βορείως, δεν οδήγησαν σε νέες ανασκαφές.

Απαισιοδοξία για άλλα ευρήματα 

H περιοχή των «βοτανικών κήπων της Κερύνειας», την τελευταία δεκαετία, αμέσως δηλαδή από την ολοκλήρωση της ανασκαφής για τον ομαδικό τάφο με τους 39 Ελληνοκύπριους πεσόντες, ανοικοδομείται ραγδαίως. Οι πολυκατοικίες, πέραν από ένα «tennis club» που κτίστηκε και λειτουργεί ήδη, φυτρώνουν η μία μετά την άλλη και μάλλον κάτω από τις πεδιλόπλακές τους σκεπάζουν για πάντα ανθρώπινα λείψανα.
Ακόμη και πρόσφατα, όταν επισκεφθήκαμε την περιοχή για να αποκτήσουμε ιδίαν αντίληψη και να φωτογραφήσουμε κυρίως το «Βρετανικό κοιμητήριο», διαπιστώσαμε τη θεμελίωση νέων κτηρίων. Καλούπια, οικοδομικός σίδηρος και κατασκευαστικές εργασίες σε πλήρη εξέλιξη, βεβαιώνουν ότι σε λίγο καιρό θα επέλθουν «νέα τετελεσμένα» στην περιοχή με τους ομαδικούς τάφους.
Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω, είναι βέβαιο ότι εάν δεν εντοπιζόταν ο Κώστας Αρτεμίου και εάν δεν αξιοποιείτο η μαρτυρία του, την ίδια τύχη θα είχε και ο μαζικότερος, που βρέθηκε μέχρι σήμερα, ομαδικός τάφος με τα 39 λείψανα στην Κερύνεια.


Επιστροφή
στην αρχή