Τ’ αστέρια, οι μάππες και τα χτηνά

ΑΠΟΨΗ /ΚΑΤΑ ΒΑΡΒΑΡΩΝ
Τελικά, ήταν περιττό το Αστεροσκοπείο; Αν κρίνει κανείς στη βάση του επιπέδου του λαού για τον οποίο φτιάχνεται, σίγουρα. Αλλά, τι να κάνουμε;

Κυπραίος. Ο άνθρωπος ο οποίος δεν έχει κανένα πρόβλημα να πετάει το κράτος του εκατομμύρια κάθε χρόνο ως χορηγίες στα σωματεία της μάππας, αλλά μόλις ανακοινώθηκε η ίδρυση του Αστεροσκοπείου θυμήθηκε τους… φτωχούς και επαναστάτησε.

Μέχρι και σκίτσο σε εφημερίδα είδα χθες.

Και μετά απορούν μερικοί γιατί ένας λαός με τόσο υψηλό ποσοστό αποφοίτων πανεπιστημίων, ενίοτε με μεταπτυχιακά ακόμα και διδακτορικά, παραμένει τόσο τραγικά αμπάλατος.

Και αντί να πηγαίνει μπροστά πάει πίσω-πίσω, χάφτοντας με χαρά και προθυμία την όποια παράλογη, συνωμοσιολογική και βλακώδη αντίληψη συναντήσει.

Είναι, ξέρετε, η μεγάλη παρεξήγηση της ταύτισης των δύο εννοιών της παιδείας. Εκείνης της εκπαίδευσης και της άλλης, της ευρύτερης: της καλλιέργειας του ανθρώπου σε όλους τους τομείς. Εδώ, η πρώτη υπάρχει. H δεύτερη αγνοείται. Από εκεί ξεκινούν όλα.

Στην ουσία, ελάχιστα διαφοροποιούν τον Κυπραίο του 2017 από τον Κυπραίο του 1937 λ.χ., από την άποψη της παιδείας. Σε πολλά δε πράγματα, ο Κυπραίος του 1937 ήταν και πολύ καλύτερος.

Οι μορφωμένοι είχαν πολύ πιο σφαιρική μόρφωση, μιλούσαν και έγραφαν πολύ καλύτερα ελληνικά και είχαν ενδιαφέρον για τον πολιτισμό και για πολλά άλλα πράγματα. Σε ό,τι υπήρχε τότε πρόσβαση.

Οι δε αμόρφωτοι ήταν συχνά αγροίκοι στην εμφάνιση (και όχι μόνο) αλλά είχαν μια παιδεία βγαλμένη από τη ζωή και μια ζηλευτή αξιοπρέπεια.

Αμφότεροι δε είχαν αντίληψη για το τι εστί γελοιότητα. Σπάνιο πράγμα στις μέρες μας.

Πέραν τούτων όμως, ελάχιστα προχωρήσαμε. Και αυτό το βλέπει κανείς στους τρόπους μας, το θράσος μας, την αίσθηση ότι τα πάντα γύρω μας μάς ανήκουν, στην ακλόνητη πεποίθηση ότι είμαστε πιο έξυπνοι από τους πλείστους γύρω μας και ως τέτοιοι είμαστε σε θέση, εάν το δουλέψουμε καλά στο μυαλό μας, να τους δουλέψουμε ψιλό γαζί.

Στην πραγματικότητα, είμαστε ένας μίζερος μικρόκοσμος που ποτέ δεν θέλησε να εκτιμήσει αυτό που έχει και πάντα λιγουρεύεται εκείνα που δεν έχει. Πολύ συχνά αυτά που έχουν άλλοι γύρω του. Γι’ αυτό και τους φθονεί τόσο.

Ένα χωριό που πλήττει μονίμως. Και το οποίο στην προσπάθειά του να βγει από αυτή την κατάσταση και να βρει μια κάποια ζωή, ασχολείται αδιαλείπτως με το μπανιστήρι στις ζωές των άλλων, όπως το έκανε και το 1937. Για την ακρίβεια, είναι εθισμένο στο μπανιστήρι στις ζωές των άλλων, ακόμα κι αν συχνά είναι πιο θλιβερές και από τη δική του ζωή.

Ο Κυπραίος είναι επίσης ο άνθρωπος ο οποίος μπροστά στην πρόταξη των πραγματικών μεγεθών (και μεγεθών του) και την υπόδειξη ότι είναι ένδειξη τραγικής ανοησίας και επικίνδυνης απώλειας της επαφής με την πραγματικότητα, το να συμπεριφέρεται ωσάν η βραχονησίδα μας να είναι περίπου… υπερδύναμη απαντά με βροντερές (και δύσοσμες) ριπές και με λεονταρισμούς του στυλ «άτε ολάν που εν να μας πουν εμάς οι…».

Με το συμπλήρωμα της φράσης να είναι λ.χ., «οι Αμερικανοί». Και στο 99% των περιπτώσεων η σύγκρισή μας με δυνάμεις ή υπερδυνάμεις είναι τουλάχιστον γελοία και τραγική.

Είναι άλλωστε, ας μην ξεχνάμε, ο άνθρωπος ο οποίος έως την 20ή Ιουλίου του 1974 περίπαιζε και έλεγε το αλησμόνητο «σιγά που εν να έρτουν οι Τούρτζοι!». Ήρθαν, πήραν τη μισή μας χώρα, δεν μάθαμε τί-πο-τα από αυτό και οι βροντερές (και δύσοσμες) κανονιές είναι δημοφιλείς όσο ποτέ.

Διότι είναι και πολύ μάγκας ο Κυπραίος. Στα λόγια τα βάζει και με τους ισχυρούς της γης άμα λάχει. Ειδικά τώρα που υπάρχουν και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης; Ουου, τώρα έχει ξεσαλώσει. Είναι μονίμως με το δόρυ στο χέρι.

Εξαιρουμένων των στιγμών όπου εγκαλείται από το αφεντικό του ή από κάποιον σε θέση ισχύος που μπορεί να επηρεάσει τα συμφέροντά του πραγματικά. Εκεί οι μαγκιές και τα αππώματα κόβονται απότομα και ο Κυπραίος ξεχνά το φτύσιμο των ισχυρών της γης.

Φτύνει και γυαλίζει τον πισινό του αφεντικού του.

Ο Κυπραίος μουρμουρά συνεχώς για τα πάντα. Θεωρεί πως είναι τόσο σπουδαίος, που όλος ο κόσμος ασχολείται μαζί του ή θα έπρεπε, όταν αυστηρώς ομιλούντες, ουδείς λόγος συντρέχει για να το κάνει οιοσδήποτε.

Όταν ανακαλύπτει δε, πράγμα συχνότατο εκ των πραγμάτων, πώς κάποιος, είτε ο έξω κόσμος είτε ο κόσμος γύρω του δεν το κάνει, καταλήγει στο συμπέρασμα πως οι άλλοι τον αγνοούν διότι έχουν και εκείνοι επίγνωση της σπουδαιότητας του παρότι σχετικά εύκολα θα μπορούσε να διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει καν η σπουδαιότητα αυτή.

Διότι η σπουδαιότητα κόποις κτάται. Αυτό μας λέει η παγκόσμια Ιστορία εάν την προσέξουμε. Προέρχεται μέσα από την παραγωγή στη ζωή, μια διαδικασία δύσκολη και επώδυνη, μέσα από την αναθεώρηση και την παραδοχή σφαλμάτων, μέσα από την αλλαγή και την προθυμία να διαβάσεις, να μάθεις, να αλλάξεις κυρίως.

Και την επίγνωση ότι λαοί οι οποίοι μένουν στάσιμοι, αυτό είναι. Στάσιμοι. Το λέει και η λέξη. Δεν γίνεται να προχωρήσουν.

Όμως ο Κυπραίος όλα αυτά στην καλύτερη περίπτωση τα περιπαίζει. Μένει σ’ αυτά που καταλαβαίνει, αρνείται να αλλάξει, αρνείται να μάθει, αρνείται να δει τα δεδομένα και προτιμά τους μύθους και ό,τι μπορεί να τροφοδοτήσει το κάθε καμένο κύκλωμα του μυαλού του, να μην τον ταράξει από τη νιρβάνα που συνήθισε και να τον κάνει να νιώσει πως μια αόρατη δύναμη θα φροντίσει να του τα φέρει όλα βολικά.

Διότι, είναι τόσο σπουδαίος που το αξίζει!

O Κυπραίος φώναζε για το Αστεροσκοπείο τις προάλλες. Αλλά δεν φώναξε και για το σούργελο εκείνο που εξέλεξε στην προεδρία της Βουλής και για τα καμώματά του να στείλει με έξοδα δικά μας τη λιμουζίνα του ΠτΒ για να πάει στο Κοινοβούλιο τον… Ντάνο που κέρδισε το Survivor. Τη μεγαλύτερη σε τηλεθέαση μετάδοση στην Ιστορία της τηλεόρασης στη βραχονησίδα.

Ίσως από αυτή την άποψη και συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και πολλά άλλα, όμως και το βασικό, το πόσο αμπάλατοι είμαστε και θέλουμε να μείνουμε να μοιάζει περιττό το Αστεροσκοπείο.

Όμως, τι να κάνουμε; Πρέπει να καταβληθεί μια προσπάθεια. Δεν γίνεται αλλιώς!

Υστερόγραφο ηλεκτρονικής έκδοσης: Χθες το βράδυ, πάνω από 3,000 άτομα πραγματοποίησαν συγκέντρωση διαμαρτυρίας στο Παραλίμνι. Δεν μπορώ να θυμηθώ πότε ήταν η τελευταία φορά που μαζεύτηκαν τόσοι άνθρωποι στην Κύπρο για να διαμαρτυρηθούν για κάτι παρά τα όσα ζούμε τις τελευταίες δεκαετίες. Ήμουν γυμνάσιο νομίζω. Το πρόβλημα ήταν η… παράδοση των ξόβεργων, στην πραγματικότητα τα 15 εκατομμύρια ευρώ το χρόνο που βγάζει αυτή η βιομηχανία αφανίζοντας και ότι άλλο πετά ή πλησιάζει άλλως πώς. Ειπώθηκε ότι αυτό είναι ο πολιτισμός μας. Και πολλοί χλεύασαν. Αυτό που δεν κατάλαβα είναι γιατί. Αυτό δεν είναι;


Διαβάστε επίσης:

ΑΠΟΨΗ

Μίσος και συγκάλυψη...Του Μιχάλη Θεοδώρου

ΜΙΧΑΛΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, 16.11.2018

ΑΠΟΨΗ

O Καραγκιόζης - θεατής. Και ο σκέτος

ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, 16.11.2018

ΑΠΟΨΗ

Η επανάσταση της υπομονής...Του Γιώργου Κακούρη

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΚΟΥΡΗΣ, 15.11.2018

Επιστροφή
στην αρχή