Στο όνομα του φωτός του Οδυσσέα Ελύτη

ΑΠΟΨΗ /ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Στις 18 Μαρτίου, 1996 ο Ελύτης έφευγε από τη ζωή, αφήνοντάς μας να τον αφουγκραζόμαστε -όσοι θέλουμε- μέσα από τους ήχους των κοχυλιών του Αιγαίου

«Ας μου επιτραπεί, παρακαλώ, να μιλήσω στο όνομα της φωτεινότητας και της διαφάνειας. Επειδή οι ιδιότητες αυτές είναι που καθορίσανε τον χώρο μέσα στον οποίο μου ετάχθη να μεγαλώσω και να ζήσω. Και αυτές είναι που ένιωσα, σιγά-σιγά, να ταυτίζονται μέσα μου με την ανάγκη να εκφρασθώ. Είναι σωστό να προσκομίζει κανείς στην τέχνη αυτά που του υπαγορεύουν η προσωπική του εμπειρία και οι αρετές της γλώσσας του. Πολύ περισσότερο όταν οι καιροί είναι σκοτεινοί και αυτό που του υπαγορεύουν είναι μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ορατότητα...». Με τα λόγια αυτά άρχισε τη συγκλονιστική ομιλία του ο Οδυσσέας Ελύτης όταν παρέλαβε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, στις 18 Οκτωβρίου 1979.

Στις 18 Μαρτίου του 1996 ο Ελύτης αποχαιρετούσε το ελληνικό φως που ύμνησε στους στίχους του, έτοιμος για ένα νέο ταξίδι. Για τον Ελύτη ο θάνατος δεν ήταν παρά ακόμη ένα ταξίδι. «Είπα θα φύγω. Τώρα. Μ’  ό,τι να 'ναι: τον σάκο μου τον ταξιδιωτικό στον ώμο, στην τσέπη μου έναν οδηγό, τη φωτογραφική στο χέρι. Βαθιά στο χώμα και βαθιά στο σώμα θα πάω να βρω ποιος είμαι. Τι δίνω, τι μου δίνουν και περισσεύει το άδικο. Χρυσέ της ζωής αέρα» («Ο μικρός Ναυτίλος», 1985).

Ο πόλεμος σημάδεψε ανεξίτηλα τον ποιητή, όπως και η εικόνα της μεταπολεμικής Ελλάδας. Και αυτές τις χαρακιές ακτινογραφεί και χειρουργεί με ακρίβεια στους στίχους του. Στα ποιήματά του το ελληνικό τοπίο χρησιμοποιείται μεταφορικά και υμνολογεί την ελευθερία, ενώ καταδικάζει τον πόλεμο και την υποταγή του πνεύματος. Το «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας», εκφράζει βαθύτερα αυτή τη σύγκρουση της φύσης και της ανθρώπινης αυτοκαταστροφής. «Ελευθερία για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος».

Με σκηνικό το νησιώτικο τοπίο, το Αιγαίο, το φως, τα χρώματα της ανατολής και του ηλιοβασιλέματος, τη φύση, ζωντανεύει τη μυθολογία και την ελληνική παράδοση-αρχαία-βυζαντινή-σύγχρονη- στην αδιάσπαστη συνέχειά τους μέσα στον χρόνο. Σμιλεύει στους στίχους του την Ελλάδα και τους ανθρώπους της, το χώμα και τα πάθη της, την αλμύρα της θάλασσας και των δακρύων της. Ανατρεπτικός και ελπιδοφόρος. Πλάθει και αναπλάθει λέξεις και αναμετριέται με την ουσία. Η ποίησή του έχει γραφεί με τη χρήση περίπου 8.000 λέξεων. Ο τεράστιος αυτός λεκτικός πλούτος αποτελεί σημείο αναφοράς για τους μεταγενέστερους ποιητές και συγγραφείς.

«Απομονώνοντας τις ιδέες μου» αντιστέκομαι στην αλλοτρίωση, υπερασπίζομαι το «δακτυλικό μου αποτύπωμα», χαράσσω και ακολουθώ την «ιδιωτική μου οδό». «Το να ακολουθήσεις την ιδιωτική σου οδό είναι να ζήσεις με την ελευθερία όχι εκείνην που σου διδάσκουν οι διάφορες θεωρίες περί ελευθερίας, αλλά με την απελευθέρωση του δικού σου κόσμου. Χωρίς φραγμούς. Αυθεντικά», είχε δηλώσει ο ποιητής απαντώντας στους επικριτές του για κοινωνική απομόνωση σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Τα Νέα», αρχές του ’90.

Ο Ελύτης συμφιλιώνει στην ποίησή του τις αντιθέσεις με λυρική τόλμη, εικαστική δύναμη και εντυπωσιάζει με τη χρήση υπέρλογων οξύμωρων: «και ήταν γλυκύ σαν μέλι αλλά πικράθηκαν τα σωθικά μου», «δίχως να βηματίσω προχωρούσα», «ο κόσμος ο μικρός ο Μέγας!», «ζω για τότε που δεν θα υπάρχω» κ.ά.

Η υπέρβαση και η συμφιλίωση των αντιθέσεων απαιτεί την αθωότητα και την καθαρότητα των αισθήσεων, όπλα με τα οποία αποδυναμώνεται η χυδαία συναλλαγή και η ωφελιμιστική αντίληψη της ζωής, που αδειάζει βίαια την ψυχή. Και όποιος υπερβαίνει τις αντιθέσεις μπορεί να βλέπει μακρύτερα. Μπορεί να βλέπει «πρώτα το νεκρό και μετά να γίνεται ο φόνος…», γράφει ο ποιητής στη «Μαρία Νεφέλη».

Είναι δύσκολο και ανώφελο να προσπαθεί κανείς να βάλει ετικέτες και πινακίδες στην ποίηση του Ελύτη: «Με έχουν ονομάσει, κατά καιρούς, ποιητή της θάλασσας, ποιητή των νησιών και του ήλιου. Και ως ένα σημείο είμαι. Αλλά δεν είμαι μόνο αυτό. Δεν είμαι μόνο αυτό που αντιλαμβάνεται κανείς, όταν ακούει τέτοιους χαρακτηρισμούς και νομίζει ότι έχει να κάνει με εντυπώσεις και περιγραφές, με μια απλή φυσιολατρεία. Τα φυσικά στοιχεία έχουν μια δεύτερη και μια τρίτη σημασία, όπου η γλώσσα και η ιστορική μνήμη εμπλέκονται και δημιουργούν μια άλλη πραγματικότητα, για τις καθημερινές μας στιγμές ασύλληπτη. Αποτελούν, θα έλεγα, στην κλίμακα του πνεύματος, ένα αλφάβητο που με την κατάλληλη χρήση του, εξαιρετικά δύσκολη –πρέπει να το πω και αυτό αμέσως–, ξεκλειδώνει τα μυστικά και αποδίδει το μυστήριο που μας περιβάλλει, το κάνει προσιτό στην ψυχή μας. Και η ψυχή μας είναι μεγάλη υπόθεση. Η ατομική μας ψυχή και η ομαδική. Γιατί υπάρχει και η ομαδική ψυχή, που αντιπροσωπεύει κάθε λαό στο σύνολό του και στην ιδιοτυπία του».

Το 1982 -λίγο μετά την ένταξη της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ, σήμερα Ε.Ε.- σε ένα λόγο του δεν διστάζει να υψώσει την Ελλάδα για την οποία ζούσε, ανέπνεε, ύμνησε σε όλες της τις διαστάσεις. «Υπάρχουν δύο Ελλάδες. Αυτή που εξαναγκάζει και τους ίδιους τους υπηκόους της να καταπονεί και σε έναν διεθνή χορό μεταμφιεσμένων να μετέχει με το φόρεμα της Ευρωπαίας. Και υπάρχει και η άλλη, που εξακολουθεί να υπακούει στον Ηράκλειτο και στον Μακρυγιάννη. Η πρώτη μπορεί να καταλυθεί μια μέρα. Η δεύτερη, ακόμη κι αν μείνει χωρίς υπόσταση, ποτέ. Τουλάχιστον εγώ, γι’ αυτήν υπάρχω».

Η έγνοια του ποιητή για τα γράμματα, την παιδεία, είναι μεγάλη και προβάλλεται ξεκάθαρα. Τα γράμματα, για τον Ελύτη είναι από τις πιο ευγενικές ασκήσεις κι από τους πιο υψηλούς πόθους του ανθρώπου. Η παιδεία είναι ο κυβερνήτης του βίου. «Πρέπει να μην ξεχνούμε πως υπάρχει μια καλή παιδεία, εκείνη που ελευθερώνει και βοηθά τον άνθρωπο να ολοκληρωθεί σύμφωνα με τον εαυτό του και μια κακή παιδεία, εκείνη που διαστρέφει και αποστεγνώνει και είναι μια βιομηχανία που παράγει τους ψευτομορφωμένους και τους νεόπλουτους της μάθησης, που έχουν την ίδια κίβδηλη ευγένεια με τους νεόπλουτους του χρήματος».

«Λέμε και διαπιστώνουμε κάθε μέρα ότι ζούμε σ' ένα χάος ηθικό. Κι αυτό, τη στιγμή που ποτέ άλλοτε η κατανομή των στοιχείων της υλικής μας ύπαρξης δεν έγινε με τόσο σύστημα, τόση στρατιωτική, θα έλεγα, τάξη, τόσον αδυσώπητο έλεγχο. Η αντίφαση είναι διδακτική. Όταν σε δύο σκέλη το ένα υπερτροφεί, το άλλο ατροφεί».

Η γλώσσα για τον ποιητή δεν είναι μόνον ένα μέσο επικοινωνίας. Κουβαλάει την ψυχή του λαού μας κι όλη του την ιστορία και όλη του την ευγένεια. «Αν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσο επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν' αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις. Χωρίς να λησμονεί κανείς ότι στο μάκρος είκοσι πέντε αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας, που να μη γράφτηκε ποίηση στην ελληνική γλώσσα. Nα τι είναι το μεγάλο βάρος παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει. Το παρουσιάζει ανάγλυφα η νέα ελληνική ποίηση».

Στη συνέντευξη Τύπου που δόθηκε στις 19 Οκτωβρίου 1979, με αφορμή την αναγγελία για τη βράβευσή του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, καταθέτει ακατακρίτως και με παρρησία:  «Δεν αρκεί να ονειροπούμε με τους στίχους. Είναι λίγο. Δεν αρκεί να πολιτικολογούμε. Είναι πολύ. Κατά βάθος, ο υλικός κόσμος είναι απλώς ένας σωρός από υλικά. Θα εξαρτηθεί από το αν είμαστε καλοί ή κακοί αρχιτέκτονες το τελικό αποτέλεσμα. Ο Παράδεισος ή η Κόλαση που θα χτίσουμε. Εάν η Ποίηση παρέχει μια διαβεβαίωση, και δη στους καιρούς τους dürftiger, είναι ακριβώς αυτή: ότι η μοίρα μας παρ’ όλα αυτά βρίσκεται στα χέρια μας».

 


Επιστροφή
στην αρχή