Στο χέρι του Ερντογάν η... συνέχεια

ΑΠΟΨΗ /ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Mια πρώτη απόπειρα ερμηνείας του αποτυχημένου πραξικοπήματος στην Τουρκία, στις 15 Ιουλίου (Ανάλυση από τον Γιάννη Ιωάννου)

Η αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος στην Τουρκία, στις 15 Ιουλίου, σηματοδοτεί την πιο μεγάλη ίσως, μαζί με την τρομοκρατία του ISIS και την έκρυθμη κατάσταση με το PKK στα ανατολικά της επικράτειας, γενικευμένη κρίση στη σύγχρονη ιστορία της χώρας. Ταυτόχρονα αποτελεί την απαρχή μιας σειράς εξελίξεων, που την πλήρη έκβασή των θα τη δούμε στο τέλος της διαδρομής– με φυσικό πρωταγωνιστή τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Είχε διαφανεί

Όπως εύστοχα είχε επισημαίνει ο «Π» σε παλιότερη ανάλυσή του, ο Ταγίπ Ερντογάν δεν είχε εγκαταλείψει την πλήρη επιφύλαξή του απέναντι στον στρατό. Το προχθεσινό πραξικόπημα ουσιαστικά έρχεται να συνδέσει την κληρονομιά της δίωξης των στρατιωτικών ελίτ από την εποχή των σκανδάλων «Εργκένεγκον» και «Βαριοπούλας» και τους ανταγωνισμούς, των τελευταίων μηνών σχετικά με την απόφαση της κυβέρνησης να αποσπάσει τη Γενική Διοίκηση Χωροφυλακής, την παραστρατιωτική αστυνομική δύναμη της τουρκικής υπαίθρου, από το Γενικό Επιτελείο των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων και να την αποδώσει στο υπουργείο Εσωτερικών. Ο Ερντογάν ήθελε να ολοκληρώσει πλήρως την «κομματικοποίηση» των στελεχών της χωροφυλακής προκειμένου να ασκεί τον πλήρη έλεγχο επί του στρατού. Πέραν των πολιτών, αυτοί που κινητοποιήθηκαν πρώτοι κατά των πραξικοπηματιών ήταν ακριβώς αυτή η «κομματική φρουρά». Η αποτυχία του πραξικοπήματος εδράζεται ακριβώς σε αυτό το σημείο. Ανώτεροι και ανώτατοι αξιωματικοί δεν νομιμοποίησαν την κίνηση μιας μερίδας δυσαρεστημένων πραξικοπηματικών πυρήνων. Επιπλέον, κανείς ανώτατος αξιωματικός δεν σχεδίασε κάτι σε κεντρικό επίπεδο. Πραξικόπημα χωρίς Ναυτικό και Αεροπορία δεν πετυχαίνει και το 2016 δεν είχε τα χαρακτηριστικά του ’60 και του ’80. Ωστόσο, αυτό που πρέπει να επισημάνουμε είναι πως ακόμη κι αν οι σχεδιαστές του πραξικοπήματος αποτελούσαν «σταγονίδια» που επιβίωσαν από τις μαζικές εκκαθαρίσεις του στρατεύματος του πρόσφατου παρελθόντος, αυτό που μένει να δούμε είναι πώς το προηγούμενο μιας τέτοιας πράξης θα μπορούσε να καθορίσει τις δυναμικές εντός του τουρκικού στρατού. Και σε αυτό, ας μην ξεχνάμε τη Συρία και το Κουρδικό.

Οι στρατοί πολεμούν

Τα δεκατέσσερα χρόνια της διακυβέρνησης του ΑΚΡ έχουν αναδιαρθρώσει τη στάση του στρατού όσον αφορά την εκκοσμίκευση. Οι κουρδικές αποσχιστικές τάσεις, η συχνή δράση του ISIS στο εσωτερικό της Τουρκίας και η αδιέξοδη κατάσταση στη Συρία παραμένουν ωστόσο ιδιότυπες «κόκκινες γραμμές» για τις ένοπλες δυνάμεις. Ο στρατός μπορεί να δράσει εάν οι μάχες μεταξύ του ΡΚΚ και του κράτους ξεφύγουν εκτός ελέγχου, αν μια μαζική βία στα δυτικά αστικά κέντρα οδηγήσει σε κατάρρευση της ασφάλειας και σε σημαντική οικονομική καθίζηση, και αν η κυβέρνηση γίνει όλο και πιο αυταρχική – καθώς και στόχος τζιχαντιστικών επιθέσεων. Οι στρατοί και όσοι υπηρετούν σε αυτούς θέλουν να πολεμούν. Αν για τον Ερντογάν η σύγκρουση με το PKK ήταν περισσότερο μια εργαλειακή κίνηση τακτικού επιπέδου με πολιτική προέκταση, κάποια στιγμή ο στρατός θα αντιδρούσε σε αυτό– όπως κι έπραξε. Στην εξίσωση ενός τέτοιου χάους ο στρατός θα μπορούσε να απαντήσει δυναμικά στο μέλλον. Χθες είδαμε μια μικρή γεύση ενός μίνι εμφυλίου μεταξύ πραξικοπηματιών και αστυνομίας πιστής στον Ερντογάν. Μάλλον είναι στο χέρι του τελευταίου να χρησιμοποιήσει ό,τι συνέβη προς μια κατεύθυνση εθνικής συμφιλίωσης. Ειδάλλως, μπορεί μελλοντικά να βιώσουμε μια μεγαλύτερη αντανάκλαση της αποτυχίας της 15ης Ιουλίου.

Πολίτες και όχλος

Το βράδυ της 15ης Ιουλίου είδαμε πράγματα τα οποία είναι μεγαλειώδη αλλά παράλληλα δημιουργούν και εύλογη ανησυχία. Δημοσιογράφοι από συγκροτήματα που δίωκε ο Ερντογάν αντιστέκονταν στους πραξικοπηματίες, πολιτικά κόμματα (από το HDP μέχρι τους Κεμαλιστές) τάσσονταν υπέρ της δημοκρατικής νομιμοποίησης και πλήθος κόσμου κατέβηκε στους δρόμους και στάθηκε απέναντι στα άρματα μάχης. Χύθηκε αίμα. Η λουμπενοποίηση όμως της τουρκικής πολιτικής, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο Ερντογάν είναι ένας Πρόεδρος του 50%, δηλαδή κατ’ επέκταση της μισής Τουρκίας, δεν επιτρέπει να γίνεται λόγος για μια πλήρως «δημοκρατική» αντίσταση. Η πόλωση που πρεσβεύει ο Ερντογάν τον μετατρέπει, μεταπραξικοπηματικά, μάλλον σε Μοχάμεντ Μόρσι παρά σε Βλαντίμιρ Πούτιν. Στα πλήθη της Άγκυρας και της Κωνσταντινούπολης το ισλαμικό, συντηρητικό στοιχείο, ήταν ξεκάθαρα εμφανές. Μια μερίδα συνεπώς της τουρκικής κοινωνίας που νιώθει άνετα με τη σαρία, την επιστροφή της θανατικής καταδίκης, τη μαντίλα και που αποτελεί, διαχρονικά, τη μεγάλη δεξαμενή ψηφοφόρων του AKP και του Ερντογάν.

Μια απόπειρα ερμηνείας

Για να κατανοήσουμε το τι έλαβε χώρα στην Τουρκία οφείλουμε, τέλος, να δούμε και τα όσα λαμβάνουν χώρα στο επίπεδο της οικονομικής και διοικητικής διάρθρωσης του στρατού. Τον προσεχή Αύγουστο, στη σύνοδο του Ανώτατου Στρατιωτικού Συμβουλίου, ο Ερντογάν ήθελε να αλλάξει κάποια πράγματα. Ο κεμαλισμός, η ιδρυτική ιδεολογία της δημοκρατίας που έχει υπηρετήσει επί δεκαετίες ως προπύργιο κατά του ισλαμισμού και των κουρδικών αποσχιστικών τάσεων, εξακολουθεί να αποτελεί τον ιδεολογικό πυρήνα του προγράμματος σπουδών στα στρατιωτικά γυμνάσια και τις ακαδημίες. Ο Ερντογάν ήθελε να το αλλάξει αυτό. Επιθυμούσε την εισαγωγή στις στρατιωτικές ακαδημίες αποφοίτων από τα σχολεία Ιμάμ-Χατίπ ή τις επαγγελματικές σχολές που εκπαιδεύουν ιμάμηδες και ιεροκήρυκες δημόσιους υπαλλήλους. Το πραξικόπημα μπορεί να ήταν μια απλή αντανάκλαση των όσων στρατιωτικών ένιωθαν ότι απειλούνταν από κάτι τέτοιο.

Αντί επιλόγου

Η Τουρκία εισέρχεται σε μια εξαιρετικά κρίσιμη περίοδο. Ο Ερντογάν, ή θα επιστρέψει ως πανίσχυρος Πρόεδρος– πιο αυταρχικός από ποτέ- ή θα ξεκινήσει μια διαδικασία εθνικής συμφιλίωσης που θα αποκλιμακώσει ολόκληρη τη χώρα. Το πρώτο διάγγελμα πάντως του πρωθυπουργού Γιλντιρίμ χθες κινήθηκε προς τη δεύτερη κατεύθυνση. Τον τελευταίο λόγο όμως τον έχει ο Ερντογάν. Και είναι στο χέρι του να διαχειριστεί αυτή την κρίση προς όφελος της λιγότερης πολιτικής πόλωσης. Απαραίτητης συνθήκης για να βγει η Τουρκία από μια κρίση με άγνωστες συνέπειες.

*Twitter: @JohnPikpas


Επιστροφή
στην αρχή