Στην καρδιά του κυπριακού προβλήματος

ΑΠΟΨΗ /ΕΠΙΛΟΓΕΣ

Η καρδιά, λοιπόν, του κυπριακού προβλήματος δεν είναι άλλη από τη διαχρονική άρνηση των Ελληνοκυπρίων να δεχτούν αποτελεσματική συμμετοχή Τ/κ

Οι αντιδράσεις της Τουρκίας και των Τουρκοκυπρίων μετά την αποτυχία των συνομιλιών στο Κραν Μοντανά, επανέφεραν εντονότερα από κάθε άλλη αποτυχία το πώς επιτυγχάνουμε την επανένωση της πατρίδας μας. Ενώ, λοιπόν, η Τουρκία δήλωσε σαφώς ότι η λύση θα πρέπει να αναζητηθεί εκτός των πλαισίων του ΟΗΕ και ο ΥΠΕΞ της υπέβαλε εισηγήσεις στα τ/κ κόμματα και στον Μουσταφά Ακιντζί για επιδίωξη λύσης δύο κρατών ή συνομοσπονδίας, ο Τουρκοκύπριος ηγέτης διαφώνησε με τις τουρκικές στοχεύσεις. Λίγο αργότερα με επίσημη δήλωση πρότεινε τη σύναψη ενδιάμεσης συμφωνίας στη βάση του πλαισίου Γκουτέρες. Παράλληλα, και σε διάφορες περιπτώσεις, ο Ακιντζί, αλλά και όλα τα τ/κ κόμματα, δηλώνουν ότι δεν θέλουν ενσωμάτωση στην Τουρκία, αλλά θα επιδιώξουν τη διατήρηση της ταυτότητάς τους ως Τ/Κ.

Οι αντιδράσεις αυτές δείχνουν ότι σαράντα τέσσερα χρόνια διαίρεσης της πατρίδας μας, και σχεδόν πλήρους εξάρτησης των Τ/Κ από την Τουρκία, δεν στάθηκαν ικανά να διαβρώσουν πλήρως τη βούλησή τους. Τόσο η δήλωση Ακιντζί, όσο και οι αντιδράσεις των Τ/Κ στις μεθοδεύσεις αφομοίωσής τους από την Τουρκία, δεν στάθηκαν ικανές να μας κινητοποιήσουν σε αυτή τη δύσκολη περίοδο ώστε να διερευνηθούν οι πιθανότητες συνεννόησης.  Δεν έγινε αυτό, όπως δεν έγινε σε όλη την ιστορία του κυπριακού προβλήματος, γιατί η στάση μας απέναντι στους Τ/Κ ήταν ρατσιστική, αλαζονική και τους θεωρούσαμε ως φιλοξενουμένους στην Κύπρο, με συνέπεια να τους αρνούμαστε το δικαίωμα να έχουν άποψη για το μέλλον τους.

Από την πρώτη μέρα της Αγγλοκρατίας στις 12 Ιουλίου 1878 μέχρι το 1974 δεν έμεινε μέσο που δεν επιστράτευσε ο ελληνοκυπριακός εθνικισμός για να πετύχει την ένωση με την Ελλάδα. Εκβιασμοί στην ελληνική κυβέρνηση για να συγκατατεθεί στις απαιτήσεις του, προσφυγή στον ΟΗΕ μέσω Ελλάδας με ζητούμενο την ένωση, ένοπλος αγώνας, οικειοποίηση του πατριωτισμού από τη Δεξιά και την Εκκλησία,  σχέδιο «Ακρίτας», αποκλεισμός των Τ/Κ στους θυλάκους τους, όταν αυτοί ζήτησαν επιστροφή στην Κυπριακή Δημοκρατία, με στόχο να λιμοκτονήσουν και να προσκυνήσουν, όπως το μολόγησε ο ίδιος ο Μακάριος, πραξικόπημα. Μετά την εισβολή, την de facto διχοτόμηση και την παντοκρατορία Ντενκτάς στην τ/κ κοινότητα, πήρε σειρά ο μακροχρόνιος.     

Όμως στον προσδιορισμό ως στόχου του την ένωση με την Ελλάδα, ο ελληνοκυπριακός εθνικισμός ποτέ δεν έλαβε υπόψη του τον παράγοντα Γεωγραφία. Ο κίνδυνος από τη γειτονική Οθωμανική Αυτοκρατορία στις αρχές της Αγγλοκρατίας και της Τουρκίας από το 1923 και μετά δεν ήταν ασφαλώς εμφανής. Όμως, από τα τέλη της δεκαετίας του 1940, και κυρίως από τις αρχές της δεκαετίας του 1950, όταν η Τουρκία άρχισε να ενδιαφέρεται για την Κύπρο με τις ασφυκτικές παροτρύνσεις των Τουρκοκυπρίων, ο παράγοντας Γεωγραφία θα έπρεπε να προβληματίσει, γιατί ακούγονταν φωνές για ενσωμάτωση της Κύπρου στην Τουρκία. Από την εποχή του Ηρόδοτου ήταν πολύ καλά γνωστό ότι η  φυσική διάταξη του πλανήτη, δηλαδή η Γεωγραφία, καθορίζει ανέκαθεν και στον μεγαλύτερο βαθμό τη μοίρα των λαών και σήμερα αποτελεί καίριο παράγοντα για χάραξη εθνικής πολιτικής. Από τις αρχές του 20ού αιώνα, όμως, η έννοια Γεωγραφία έχει διευρυνθεί και περιλαμβάνει και τους ανθρώπους που ζουν σε μια περιοχή, τις αντιλήψεις τους, τις πολιτισμικές σχέσεις σε έναν χώρο, τις θρησκευτικές αντιλήψεις και τα ιδεολογικά ρεύματα. Αυτή είναι η ανθρώπινη Γεωγραφία. Η Ann-Marie Slaughter, καθηγήτρια Πολιτικών Επιστημών και Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, έγραψε το 2012 σε άρθρο τη στους «New York Times» ότι, τόσο η ανθρώπινη όσο και η φυσική Γεωγραφία εκδικούνται, και όσοι την αγνοούν δεν μπορούν να τη νικήσουν. Σε πλήρη αντίθεση με την απλή αυτή λογική, εμείς οι  Ελληνοκύπριοι αγνοήσαμε τη Γεωγραφία στην ολότητά της. Το δε χειρότερο είναι ότι εξακολουθήσαμε να την αγνοούμε και μετά το 1963, όταν αυτή έδειξε τα δόντια της. Το δε πλέον παράδοξο είναι ότι εξακολουθούμε την ίδια τακτική και μετά το 1974, όταν ήδη μας ξέσκισε τις σάρκες. 

Είναι, λοιπόν, πασιφανές ότι οι Τουρκοκύπριοι ποτέ δεν λήφθηκαν υπόψη ως παράγοντας στον προσδιορισμό των στόχων του ελληνοκυπριακού εθνικισμού. Αν γινόταν αυτό, ίσως και να μην προέκυπτε ποτέ κυπριακό πρόβλημα. Αντίθετα, πάντα τους περιφρονούσαμε και ήμασταν αλαζονικοί απέναντί τους. Αν δούμε τις θέσεις των Τ/Κ από το 1878 μέχρι σήμερα, θα διαπιστώσουμε ότι σταθερή τους απαίτηση ήταν και είναι να έχουν αποτελεσματική συμμετοχή στη διοίκηση του νησιού.

Η καρδιά, λοιπόν, του κυπριακού προβλήματος δεν είναι άλλη από τη διαχρονική άρνηση των Ελληνοκυπρίων να δεχτούν αποτελεσματική συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων στη διακυβέρνηση. Το Κυπριακό δεν είναι μόνο θέμα εισβολής και κατοχής, αλλά και θέμα δικαιωμάτων των Τουρκοκυπρίων. Η αναγνώριση των δικαιωμάτων τους είναι το μοναδικό όπλο που δεν χρησιμοποίησε η ελληνοκυπριακή πλευρά για να επανενώσει το νησί μετά το 1974. Αντίθετα, υποτιμά τις αντιδράσεις τους και τους θεωρεί εκ των προτέρων ως τυφλά όργανα της Τουρκίας. 

Είναι καιρός να στηρίξουμε έμπρακτα όλους τους Τουρκοκυπρίους συμπατριώτες μας, που με κίνδυνο της ζωής τους εκφράζουν ποικιλότροπα την αντίθεσή τους στην κατοχή. Όταν οι Τουρκοκύπριοι πάψουν να υπάρχουν, ο πλήρης έλεγχος της Κύπρου από την Τουρκία θα είναι θέμα χρόνου. Ο μεγάλος σύγχρονος στοχαστής και γεωπολιτικός αναλυτής Ρόμπερτ Κάπλαν, σε συνέντευξή του στην «Καθημερινή Αθηνών» πριν μερικούς μήνες είπε ότι «η Γεωγραφία διδάσκει ταπεινότητα». Εμείς στην Κύπρο, όμως, ποτέ δεν υπήρξαμε ταπεινοί.

George.dionyssiou@primehome.com

 


Επιστροφή
στην αρχή