Σπάζοντας τον κύκλο του αίματος

ΑΠΟΨΗ /ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Η αντιμετώπιση των εγκλημάτων που διέπραξε η κάθε κοινότητα έναντι της άλλης είναι η μόνη οδός που δεν ακολουθήθηκε για να σπάσει ο κύκλος του αίματος

Κοινή διαπίστωση των ανακριτών που ερευνούν τα εγκλήματα κατά Τ/Κ είναι ότι αντιμετωπίζουν την άρνηση των ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα της εποχής να δώσουν γραπτή κατάθεση. «Η διερεύνηση των υποθέσεων αυτών είναι ιδιάζουσας μορφής, καθότι αγγίζει κατά κάποιο τρόπο το εθνικό αίσθημα των Ε/Κ, γιατί τόσο οι ίδιοι όσο και συγγενικά τους πρόσωπα είναι μάρτυρες παρόμοιων εγκλημάτων εκ μέρους των Τούρκων τόσο κατά τις διακοινοτικές ταραχές του 1963-64 και ιδιαίτερα κατά την τουρκική εισβολή το 1974» αποφαίνονται οι ανακριτές του ΤΑΕ Αρχηγείου. Η εθνική ομοψυχία πίσω από την οποία καλύπτονται τα υπό διερεύνηση εγκλήματα, σε μία τουλάχιστον υπόθεση, είναι καθαρός τρόμος. Στη δολοφονία της Sefika Huseyin και του συζύγου της Ahmet Huseyin στο Τρίκωμο το 1964, υπάρχει αποδεικτικό στοιχείο ότι ο άνθρωπος που είπε πως η αδελφή του συνάντησε τον βασικό ύποπτο το επόμενο πρωί στη σκηνή του εγκλήματος, κατέθεσε την αλήθεια. Εκεί, στον Λάκκο του Πίτσιου, η μάρτυρας είδε «αίματα, μυαλά, κάλτσες και παπούτσια» καθώς και τον βασικό ύποπτο, ο οποίος και την έδιωξε. Στην Αστυνομία η μάρτυρας είπε ότι δεν πλησίασε στον λάκκο και έτσι δεν είδε κάτι. Είπε ακόμα ότι την πλησίασε ένας αστυνομικός αλλά (στο Τρίκωμο των 3.000 κατοίκων) δεν τον ήξερε. Το κλίμα τρόμου επιβεβαιώνουν μέχρι σήμερα Τρικωμίτες (πέντε χρόνια μετά την κατάθεση της μάρτυρος), αλλά για την Αστυνομία σε μιαν υπόθεση δολοφονίας κατόπιν δημόσιας απαγωγής, η μάρτυρας αρνείται να μιλήσει γιατί οι δολοφόνοι «αγγίζουν το εθνικό της αίσθημα».

Η ποινική διερεύνηση εγκλημάτων είναι ανθρώπινο δικαίωμα. Κάποιες από τις υποθέσεις με θύματα Τ/Κ αγγίζουν τον πυρήνα αυτού του δικαιώματος, αφού υπάρχουν αποδείξεις ότι τα εγκλήματα διαπράχθηκαν από το κράτος, το οποίο είναι υποχρεωμένο σήμερα να ολοκληρώσει έρευνες για αυτά. Αυτές είναι οι τρεις υποθέσεις των δέκα Αμμοχωστιανών που δολοφονήθηκαν από την ίδια ομάδα αστυνομικών στις 11/5/1964, η υπόθεση των τριών Αρεδιωτών που απήχθησαν στις 29/12/1963 από τις οικίες τους από αστυνομικούς για να δολοφονηθούν λίγο μετά, η υπόθεση «της Sefika και του άντρα της» με βασικό ύποπτο πάλι αστυνομικό, και η υπόθεση των δύο Τ/Κ από τη Γαληνόπωρνη που δολοφονήθηκαν στις 11/5/1964 στη Γιαλούσα από ομάδα Ε/Κ, εκ των οποίων ο ένας, πρώην αστυνομικός, ομολόγησε τη διάπραξη του εγκλήματος. Για όλα αυτά τα εγκλήματα το ΤΑΕ Αρχηγείου διαπιστώνει πως διαπράχθηκαν από αστυνομικούς, εκ των οποίων πολλοί ζουν σήμερα.

Μεγαλύτερη έμφαση δεν μπορεί να δοθεί. Αστυνομικοί να χτυπούν την πόρτα ανυποψίαστων πολιτών, να τους συλλαμβάνουν και να τους σκοτώνουν είναι ο ορισμός του τρόμου σε ένα καθεστώς φασισμού (και μιλούμε για το 1963-64). Χωρίς ουσιαστική αναζήτηση και τιμωρία των δραστών ουδείς μπορεί να παράσχει διαβεβαιώσεις ότι ανάλογα εγκλήματα εναντίον αθώων βάσει της εθνοτικής τους καταγωγής δεν θα διαπραχθούν στο μέλλον.

Προς αυτό τον σκοπό δεν εργάζεται πάντως η Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοουμένους, η οποία όπως κάθε άλλη δικοινοτική προσπάθεια λειτουργεί σε ανταγωνιστική βάση. Χωρίς όρους εντολής που να καλύπτουν το άρθρο 16 της Διακήρυξης για την Προστασία Προσώπων από Αναγκαστικές Εξαφανίσεις, σύμφωνα με το οποίο η έρευνα δεν ολοκληρώνεται με τη διακρίβωση της τύχης του αγνοούμενου προσώπου, αλλά με την παραπομπή των υπευθύνων στη δικαιοσύνη, η ΔΕΑ δεν εξυπηρετεί ουσιαστικά την επούλωση των πληγών 60 χρόνων δικοινοτικής αντιπαράθεσης ούτε την υπόθεση της ειρήνης.

Διαρκούσης της αντιπαράθεσης, η αντιμετώπιση των εγκλημάτων που διέπραξε η κάθε κοινότητα έναντι της άλλης είναι η μόνη οδός που δεν ακολουθήθηκε για να σπάσει ο κύκλος του αίματος.

Επόμενο άρθρο:


Επιστροφή
στην αρχή