Σοβαρά τώρα... Κλαίμε τα δάση;

ΑΠΟΨΗ /ΚΑΤΑ ΒΑΡΒΑΡΩΝ

Γιατί κάηκαν τα δέντρα στο Τρόοδος; Δύσκολο να τα ρωτήσουμε αλλά γιατί να μην καούν; Θα έπρεπε να περιμένουν κάτι περισσότερο;

Το φυσικό περιβάλλον ένα πράγμα είναι. Όταν ένας λαός το σέβεται και το αγαπά, πάει πακέτο η αγάπη.

Δεν γίνεται να λέμε ότι αγαπάμε τα δάση αλλά να μην μας νοιάζει ή έστω να μένουμε απαθείς όταν λ.χ. κόβουν αβέρτα τα δέντρα στην πόλη μας, σ’ όλες τις πόλεις μας, χωρίς δικαιολογία και χωρίς μάλιστα να ξαναφυτεύουν τίποτα μετά. Κι αυτό πράσινο είναι! Και στην καθημερινότητά μας μάλιστα!

Ούτε γίνεται να δεχόμαστε σιωπηρά, όταν υπάρχει η δικαιολογία, ως τέτοια, την εξήγηση ότι «οι ρίζες σηκώνουν τα πλακάκια» σε μια πόλη, την κάθε πόλη μας, που είναι πνιγμένη σε τσιμεντένια κουτιά επενδυμένα με πλακάκια αποπάτων. Στον βωμό της «αισθητικής» των χώρκατων.

Το περιβάλλον είναι αυτό που βλέπουμε γύρω μας. Αυτό που ζούμε. Αυτό που μας κρατάει σε μια ισορροπία. Εξ ου και το αποτέλεσμα εδώ ίσως... Είτε φυσικό είναι, είτε αστικό. Είναι αυτό που σε κάνει να βγαίνεις από το σπίτι σου και να χαμογελάς ή να βγαίνεις και να λες «πώς τα κάναμε τόσο σκατά σ’ αυτή τη χώρα;». Έλα μου ντε.

Κι αν μιλάμε για το φυσικό, διότι το αστικό δύσκολα διασώζεται πλέον, αν μιλάμε λοιπόν για το ό,τι απέμεινε από το φυσικό περιβάλλον, δεν μπορούμε να κλαίμε τα δάση και την ίδια ώρα να μην ασχολούμαστε όταν οι τελευταίες παραλίες μπαζώνονται με εντολές του κάθε διαπλεκόμενου με τα συμφέροντα των πλούσιων χωριανών του δημόσιου άρχοντα, ωσάν να ήταν δικές του και δικές τους. Κι αυτές περιβάλλον είναι. Ή όχι;

Όπως δεν μπορούμε να κλαίμε τα δάση που χάνονται όταν το τελευταίο κομμάτι εθνικού πάρκου που είχε απομείνει ετοιμάζεται να οδηγηθεί σε ένα αβέβαιο και ασαφές μονοπάτι για να παραδοθεί στα χέρια διαφόρων οι οποίοι υπόσχονται, λέει, πως θα βάλουν την προστασία του πάνω από το κέρδος τους (…) χωρίς να υπάρχουν καν ξεκάθαροι όροι γι’ αυτό.

Γιατί αλήθεια κλαίμε τα δάση, όταν η μοίρα αυτού που κάηκε και των άλλων που μπορεί να καούν ανά πάσα στιγμή ήταν προδιαγραμμένη;

Γιατί ήταν τέτοια; Μα διότι, όπως τώρα μαθαίνουμε (και οι ευθύνες όλων εμάς των δημοσιογράφων είναι βαριές και ασήκωτες σ’ αυτό ειδικά) τα δάση είχαν αφεθεί για λόγους… οικονομίας χωρίς την επένδυση που χρειαζόταν για την προστασία τους. Σε ανθρώπινο δυναμικό και σε έργα. Στη χώρα των διπλών και τριπλών συντάξεων. Στη χώρα που ένα κόμμα του 1,5% παίρνει έκτακτη ενίσχυση εκατό χιλιάρικα για να κάνει εκλογές!

Δεν μπορούμε λοιπόν να τα κλαίμε όταν εμείς οι ίδιοι δεν αντιδράσαμε την ώρα που αυτοί που εκλέξαμε, διαχρονικά αλλά και αυτοί που μας διοικούν σήμερα, δίνουν προτεραιότητα στα γκολφ, τις μαρίνες και όλα όσα επιβαρύνουν το περιβάλλον αλλά -τι να γίνει;- κάνουν τους χώρκατους να νιώθουν χάι κλας την ώρα που σουλατσάρουν δίπλα στα απούλητα, εισπνέοντας την τσίκνα από τα φαστφουντάδικα. Φαστφουντάδικα μόνο εδώ, σε τέτοιο περιβάλλον.

Γιατί τα κλαίμε; Μήπως αντιδράσαμε στο σκάλισμα του Τροόδους και του Πενταδαχτύλου (το τελευταίο το αποδίδουμε στους κακούς Τούρκους, ασχέτως αν εμείς παραγγέλλουμε και αγοράζουμε το μεγάλο μέρος της πέτρας…) όλα αυτά τα χρόνια;

Όχι βέβαια. Μήπως αντιδράσαμε στις προχειρότητες που μπορούν να οδηγήσουν τον Ακάμα στην καταστροφή, στο όνομα των κατοίκων τάχα της περιοχής, την ώρα που η μερίδα του λέοντος θα πάει στους γνωστούς μεγαλοϊδιοκτήτες, με τους πολιτικούς να μην τολμούν να αντιδράσουν για να μην υποστούν τις συνέπειες σε τοπικές ψήφους – όσοι δεν επηρεάζονται και από τα παράλληλα συμφέροντα των… μεγάλων;

Δεν είναι μόνο τα δάση το περιβάλλον. Που και να ήταν, ακόμα και τώρα που μιλάμε, τα δάση που μας απέμειναν παραμένουν κι αυτά το ίδιο ευάλωτα σε μια τέτοια καταστροφή όσο αυτό που χάθηκε προχθές. Χωρίς υποδομές, χωρίς κατάλληλο σχεδιασμό προστασίας, χωρίς το απαραίτητο προσωπικό. Χάριν… οικονομίας.

Και αν καούν κι άλλα, θα φταίνε και πάλι όλοι οι άλλοι. Τα 12χρονα, οι γέροι, η Κομισιόν (!) που δεν μας έστειλε, διότι το ακούσαμε και αυτό, «έγκαιρα» βοήθεια. Που μας την έστειλε μια χαρά ο Στυλιανίδης. Μέχρι κι από τη Γαλλία μες στην επιφυλακή την εξασφάλισε. Αλλά κάποιος έπρεπε να φταίξει. Κάποιος άλλος. Κάποιος εκτός από εμάς.

Όπως πάντα.

Εμάς, που εάν είχαμε φροντίσει τα του οίκου μας δεν θα χρειαζόμασταν καν τη βοήθεια γιατί δεν θα είχε εξαπλωθεί τόσο εύκολα η πυρκαγιά.

Δυστυχώς τα πράγματα είναι και εδώ ξεκάθαρα: ο λαός, ο κάθε λαός, είτε αγαπά το περιβάλλον στο σύνολό του, είτε όχι. Είτε έχει την παιδεία να καταλάβει τη σημασία του είτε όχι.

Και το χειρότερο; Είτε έχει τη διάθεση να την αποκτήσει, είτε όχι. Και όσο όλα αυτά τα θεωρεί περίπου... ελαφρότητες των περιβαλλοντιστών, δεν την έχει. Ξεκάθαρα.

Γιατί κλαίμε, λοιπόν, τα δάση; Έπρεπε να περιμένουν κάτι καλύτερο στα χέρια μας; Εάν κάποιος πιστεύει πως ναι, ας μου το πει και εμένα. Θα χαρώ να το μάθω.


Επιστροφή
στην αρχή