Συνομιλίες με εβδομηντάχρονους

ΑΠΟΨΗ /ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΕΛΕΦΑΝΤΑΣ
Εγώ γεννήθηκα στη Λευκωσία, μεγάλωσα στην Πάφο,ζω στην Κερύνεια και ο πατέρας μου γεννήθηκε στο Βαρώσι.Τι νομίζεις;Θα τα καταφέρουμε να ζήσουμε μαζί;

Γνώρισα τον Ακίν σε ένα από τα πολλά καφενεία της παλιάς Λευκωσίας καθώς έπινα τον σαββατιάτικο καφέ μου και χάζευα τους γέρους να παίζουν τάβλι. «Γεια σου, κουμπάρε», μου είπε. Η πρώτη μου σκέψη ήταν: «ακόμα ένας Ελληνοκύπριος που ήρθε  να παίξει ποκεριζέ στο πίσω δωμάτιο του καφενείου». Προφορά καμία στην ομιλία του, ακόμα και η παφίτικη ντοπιολαλιά ήταν απούσα. Μετά από τις αρχικές φιλοφρονήσεις έμαθα ότι ο Ακίν ήταν απόφοιτος ελληνικού σχολείου. Ανάμεσα στις φιλοφρονήσεις πάντα υπάρχει και η ερώτηση «Από πού είσαι;», που πάντα με αφήνει μπερδεμένο. Εγώ γεννήθηκα στη Λευκωσία, μεγάλωσα στην Πάφο, ζω στην Κερύνεια και ο πατέρας μου γεννήθηκε στο Βαρώσι. «Τι νομίζεις; Θα τα καταφέρουμε να ζήσουμε μαζί;» ρώτησα εγώ. «Μαζί ζήσαμε», ήρθε η απάντησή του και μετά η σιωπή. Μόνο για να ακολουθήσει η αναπόληση με τη μηχανή του χρόνου που λέγεται νους.

 

Δημόσιος υπάλληλος

 

«Το 1962, ήμουν υπάλληλος στο Υπουργείο Γεωργίας. Ήμασταν πέντε άτομα στο γραφείο και εγώ ήμουνα ο αρχαιότερος. Ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο Μακάριος, απροειδοποίητη επίσκεψη. Σηκώνομαι και τον προσφωνώ στα ελληνικά. Με κοιτάζει και με ρωτάει, 'Πόσοι Οθωμανοί είναι συνολικά στο γραφείο;' 'Εγώ και ένας άλλος', του απαντώ. Με κοιτάζει με απορία, με ευχαριστεί και φεύγει». Σταματά την αφήγηση και με κοιτάζει με ένα πικρό χαμόγελο. Σε κάθε περίπτωση ρατσισμού έρχεται πάντα σε βοήθειά μου ο «Έμπορος της Βενετίας» του Shakespear. «Δεν έχουν οι Εβραίοι μάτια; Δεν έχουν οι Εβραίοι χέρια, όργανα, διαστάσεις, αισθήσεις, αγάπη, πάθη; Τρώνε τα ίδια τρόφιμα, βλάπτονται με τα ίδια όπλα, υπόκεινται στις ίδιες ασθένειες, θεραπεύονται με τα ίδια μέσα, ζεσταίνονται και ψύχονται από τον ίδιο χειμώνα και καλοκαίρι όσο ένας χριστιανός; Αν μας τσιμπήσετε, δεν αιμορραγούμε; Αν μας γαργαλίσετε, δεν γελάμε...» Ένα κατηγορώ δια μέσω των αιώνων εναντίον του παράλογου φαινομένου του ρατσισμού, είτε αυτός έχει να κάνει με τη θρησκεία, είτε με τη φυλή, είτε με το χρώμα.

 

«Ακίν, αυτό δεν ήταν τίποτα, αυτή ήταν η καθημερινότητά μας», παρενέβη ένας άλλος θαμώνας. Ενώ άκουγα το παράπονο, το μυαλό μου έτρεξε στη συνέντευξη ενός πρώην προέδρου του Συνδέσμου Αγωνιστών της ΕΟΚΑ στον ραδιοφωνικό σταθμό του Άστρα. «Οι Τουρκοκύπριοι ποια γνώμη είχαν;» ρωτάει ο δημοσιογράφος. Η απάντηση έρχεται γεμάτη ειλικρίνεια: «Αυτούς, γιε μου, κανένας δεν τους υπολόγιζε, είχαμεν τους σαν τους μισταρκούς».

 

Μαρτυρία

 

Ακόμα μια μαρτυρία που συνηγορεί προς την υπεροψία μας (μόνο) εκείνη την εποχή ως κοινότητας έρχεται να προσθέσει η Rebecca Bryant με το βιβλίο «The past in pieces». Καταγράφει την κοινή ιστορία της Λαπήθου πριν την εισβολή προσπαθώντας να καταλάβει πώς θυμούνται αυτήν τη συμβίωση οι κάτοικοί της σήμερα. Με έκπληξη ανακαλύπτουμε ότι αρκετοί Ελληνοκύπριοι δεν θυμούνται να υπάρχουν Τουρκοκύπριοι στο χωριό. Οι μισταρκοί, όπως βλέπουν τους Μεξικανούς σήμερα οι οπαδοί του Τραμπ στην Καλιφόρνια, στην Αριζόνα, στο Νέο Μεξικό. Τουλάχιστον σήμερα, οι πολιτικοί της Κύπρου δεν μιλούν ανοιχτά για διαχωριστικό τοίχο, απλώς τον αφήνουν να εδραιωθεί με το πέρασμα του χρόνου.

 «Τι εννοείς;» ρωτάω τον καινούργιο συνομιλητή μου». «Εγώ είμαι ο Ερντάλ», μου συστήνεται. «Το 1963 ήμουν φοιτητής στην Πόλη και ήρθα πίσω και είδα τι γινόταν». Έκφραση που άκουσα επανειλημμένα από τους Τουρκοκύπριους αυτής της γενιάς, «τι γινόταν». «Αποφάσισα να μείνω και να βοηθήσω. Κατέληξα στα Κόκκινα. Μπήκα στον θύλακα το καλοκαίρι με τα ρούχα που φορούσα. Χειμώνιασε και οι Ελληνοκύπριοι δεν άφηναν να περάσουν προμήθειες. Μέχρι που συμφωνήθηκε να περάσουν ρούχα για τα γυναικόπαιδα με τα Ηνωμένα Έθνη. Έτσι βρέθηκα να κάνω καθήκοντα σκοπού κρατώντας το Μπρεν και φορώντας γυναικείο παλτό με φυλλούρα και γούνα, προσπαθώντας να καταλάβω τι πήγε λάθος». Εμένα το μυαλό μου ήδη έτρεχε σε Ελληνοκύπριους φίλους από την Πάφο που είχαν να πουν ιστορίες-κοινά μυστικά- για αστυνομικούς που δολοφόνησαν Τουρκοκύπριους αφού τους μεταβίβασαν τα χωράφια τους και για σαδιστικούς δολοφόνους που εκτελούσαν εν ψυχρώ γυναικόπαιδα στον Μούτταλλο και έκαναν κομπολόι από τις ρόγες των νεκρών γυναικών. Όλα αυτά πριν το 1974.

Τώρα, εξήντα χρόνια αργότερα, περιμένουμε να λυθεί το πολιτικό πρόβλημα της Κύπρου από άτομα με τέτοια βιώματα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μου έρχεται στο μυαλό η σοφία της Αγίας Γραφής: «είναι πιο εύκολο να περάσει μια καμήλα μέσα από το μάτι μιας βελόνας παρά να πάει στον Παράδεισο ένας πλούσιος», στο ανάλογο πλαίσιο φυσικά.

 

Oι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευσή τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.

Διαβάστε επίσης:

ΑΠΟΨΗ

Το κουσούρι του κ. Οδυσσέα Μιχαηλίδη

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ, 23.09.2018

ΑΠΟΨΗ

Σχεδιασμός εξάλειψης λίπους...

ΠΟΝΗΜΑ ΕΝΟΣ ΚΑΤΑΙΔΡΩΜΕΝΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ, 23.09.2018

ΑΠΟΨΗ

Αναμένοντας το μοιραίο (Του Αντώνη Πολυδώρου)

ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ, 23.09.2018

Επιστροφή
στην αρχή