Σαν ένας ξένος που έρχεται από μακριά

ΑΠΟΨΗ /ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Αν δεν ήταν οι τάφοι των νεκρών μου σε τούτα τα μέρη. Η μητέρα μου, ο πατέρας μου, τα αδέλφια μου. Οι θείοι μου, τα ανίψια μου και η θεία μου.

Οχι, δεν μπορείς να με καταλάβεις Ανδρέα. Μην προσπαθείς άδικα. Αυτός που ουσιαστικά έχασε σε αυτό το νησί είμαι εγώ. Όχι εσύ. Έχασες και εσύ, αλλά δεν έχασες αυτά που έχασα εγώ. Τουλάχιστον εσύ ακόμα ζεις στη δική σου πατρίδα. Εγώ δεν είμαι στη δική μου πατρίδα. Είμαι σαν ένας ξένος που ήρθε και εγκαταστάθηκε εδώ από κάπου μακριά. Δεν το λέω αυτό απλώς για να το πω. Έτσι είμαι πράγματι. Όποτε βγω στον δρόμο. Όποτε πάω σε εστιατόριο. Όποτε τύχει να πάω στο νοσοκομείο. Νιώθω μέχρι το πετσί μου ότι είμαι ένας ξένος. Το γκαρσόνι δεν με καταλαβαίνει όταν του πω τη λέξη «καπύρα». Με κοιτάζει με έκπληξη ο άνθρωπος στον οποίο λέω τη λέξη «καντζιέλλιν». Αν πω ότι «όταν ήμασταν παιδιά παίζαμε λιγκρίν», με ρωτούν «τι είναι το λιγκρίν;» Ούτε τον Δεφτέραλι γνωρίζουν, ούτε τον Σεβίμ Εμπέογλου, ούτε τον Ζιχνί. Ούτε τον Σαμψών ξέρουν, ούτε τον Γιωρκάτζη, ούτε τον Κληρίδη. Δεν έχουν ακούσει ποτέ ειδικά το όνομα του Φικρέτ Ντεμίραγ, του μεγαλύτερού μας ποιητή, τον οποίο χάσαμε πριν από οκτώ χρόνια. Δεν έχω κοινή γλώσσα και κουλτούρα με τους διαμένοντες εδώ. Αν τους μιλήσω για «λινοπάμπακους», νομίζουν ότι είναι ντόπιοι που κατάγονται από δάση μπαμπού. Εγώ τους γνωρίζω, αλλά εκείνοι δεν με γνωρίζουν. Όποτε περάσω από τον δρόμο που γεννήθηκα με κρεμασμένη στον λαιμό μου μια φωτογραφική μηχανή, με νομίζουν τουρίστα. Τούτα εδώ τα μέρη είναι όλο μαράζι. Δεν μπορείς να με καταλάβεις εσύ Ανδρέα…


Αν δεν ήταν οι τάφοι των νεκρών μου σε τούτα τα μέρη. Η μητέρα μου, ο πατέρας μου, τα αδέλφια μου. Οι θείοι μου, τα ανίψια μου και η θεία μου. Και οι παλιοί μου συμμαθητές με τους οποίους αρχίσαμε μαζί τη ζωή. Αν δεν ήταν εκείνοι οι δύο αιωνόβιοι ευκάλυπτοι στην Πύλη της Κερύνειας. Αν δεν βαφόταν κίτρινη η Μεσαριά τα φθινόπωρα. Αν γκρεμίζονταν τούτα τα τείχη, τούτα τα σπίτια με εξώστη που ψυχορραγούν. Αν δεν ήξερα ότι κάποτε υπήρχαν θερινά σινεμά στα μέρη που κτίστηκαν κτήρια από μπετόν. Αν έφευγαν από εκεί τον οβελίσκο. Αν δεν μου θύμιζε απολύτως τίποτα η οδός Λαλελί Τζαμί. Αν δεν ήξερα ότι ζούσε η παλιά μου αγαπημένη από το λύκειο κάποτε σε εκείνο το σπίτι που εκτείνεται προς έναν κήπο με ροδιές, λεμονιές και γιασεμιά. Αν δεν ήταν τόσο οικείος σε εμένα ο ήλιος. Αν δεν νοσταλγούσα τόσο πολύ τις βροχές. Αν δεν μου διηγείτο κανείς τις αναμνήσεις του στην Πάφο. Αν δεν μου έστελνε γράμμα σε αυτήν τη διεύθυνση κανείς από τους φίλους μου των οποίων έχουν πέσει τα μαλλιά και έχουν αποκτήσει εγγόνια. Δεν ξέρω τι άλλον κοινό δεσμό θα είχα με τούτα εδώ τα μέρη.


Όχι Ανδρέα, όχι. Δεν μπορείς να με καταλάβεις. Εσύ έχασες τη μισή σου πατρίδα. Εγώ ολόκληρη. Εσύ έχασες το έδαφός σου. Εγώ την ελευθερία μου. Εσύ ακόμα ζεις στην Κύπρο. Εγώ δεν ζω στην Κύπρο. Τελείωσε Ανδρέα, τελείωσε! Και τι θλιβερό, δεν το αντιλαμβάνονται και πολλοί ότι τελείωσε. Πες μου. Διάβασέ μου Αριστοτέλη, Αριστοφάνη, Πλάτωνα. Διάβασε τον Όμηρο. Και πες. Πώς μια κοινότητα χάνει την πατρίδα της. Πώς χάνεται το έδαφος κάτω από τα πόδια της. Ύστερα πηγαίνει και κοιτά τη θάλασσα. Βγάζει μια φωτογραφία στο τραπέζι του φαγητού. Δίδει συμβουλές λέγοντας να μην αναρτούμε εικόνες με αίμα. Δεν αντιλαμβάνεται τη βία που βλέπει και θεωρεί μια εικόνα με αίμα παρακίνηση σε βία. Θίγεται αν αποκαλέσουμε «κυρία» τη γυναίκα. Πάντα παραπονιέται για τους κλέφτες, αλλά δεν λέει τίποτα για εκείνους που της έκλεψαν την πατρίδα, δηλαδή εκείνους που διέπραξαν τη μεγαλύτερη κλεψιά. Είναι οικολόγος, φιλόζωη, φεμινίστρια, ακόμα και επαναστάτρια. Αλλά πάντα παραδίδεσαι στη μοίρα της μπροστά σε εκείνους που της έκλεψαν την πατρίδα. Γιορτάζει αποκαλώντας γιορτή τη πιο αιματηρή επέτειο εδώ και 44 χρόνια. Είναι ο μεγαλύτερος οπαδός της λύσης και της ειρήνης κάτω από τη σκιά της σημαίας στο βουνό. Αντιτίθεται στην κατοχή σε όλο τον κόσμο. Αλλά δεν βλέπει την κατοχή στην Κύπρο. Αν πω ότι «το Αφρίν βρίσκεται υπό κατοχή», δεν συμφωνεί μαζί μου. Πες μου Ανδρέα. Εξήγησέ μου. Πώς αφανίζεται μια κοινότητα; Πώς ο άνθρωπος αποτελειώνει τον εαυτό του; Πώς ο άνθρωπος χάνει την ίδια την πατρίδα του; Πώς είναι να είσαι σαν ένας ξένος που έρχεται από μακριά στη δική σου πατρίδα; Ρώτησε τους εξόριστους ποιητές. Ρώτησε τον Αντρέι Ταρκόφσκι και τον Γιλμάζ Γκιουνέι που πέθαναν και ετάφησαν στο Παρίσι. Ρώτησε τον Αχμέτ Καγιά που είπε «μην με ψάχνεις εδώ μάνα». Ρώτησε τον Καβάφη που είπε «δεν μπορείς να αφήσεις την πόλη αυτή, δεν μπορείς άλλη πόλη να βρεις». Όχι αγαπητέ μου φίλε, όχι. Ουδέποτε φαντάστηκα ότι θα ζούσα σε μια τέτοια χώρα. Αν είναι έτσι, ας ανοίξει η γη να την καταπιεί. Ας συρθεί στις λάσπες. Κανείς να μην κοιτάξει αλλού. Να κοιτάξει στον καθρέφτη! Ιδού μια κληρονομιά που μας έμεινε από εκείνους που σκάβουν τους ομαδικούς τάφους. Μην ψάχνετε αλλού τον ένοχο!


Επιστροφή
στην αρχή