Πολιτικό Διήγημα: Το δίλημμα του μαστρο-Δημήτρη

ΑΠΟΨΗ /ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ
Τη ζωή του την πέρασε στις οικοδομές. Απλός εργάτης μέχρι τα τριάντα του, μάστορας - χτίστης τα τελευταία τριανταπέντε χρόνια

- Μαστρο-Δημήτρη ώρα να τα μαζεύουμε.

- Έχω ακόμα λίγο τσιμέντο.

- Έχουμε να πλύνουμε και τα εργαλεία. Ξέρεις τι ώρα είναι;

- Καλά - καλά. Ξεκίνα να πλένεις τα δικά σου κι όπου να ναι τελειώνω κι

εγώ.

- Αχ μαστρο-Δημήτρη. Τόσα χρόνια, κόλλησε το χέρι σου στο μυστρί. Ακόμα δε βαρέθηκες ;

Ο μαστρο-Δημήτρης δεν απάντησε. Συνέχισε να χτίζει ένα - ένα τα τούβλα, ήρεμα , χωρίς να βιάζεται, χωρίς να δείχνει την κούρασή του κι ας ήταν απ’ το πρωί στη δουλειά .

Καθώς έχτιζε, οι κινήσεις του όπως πάντα ζυγισμένες, διαδέχονταν η μια την άλλη λες και ακολουθούσαν κάποιο ρυθμό. Πολύ πιθανό, χωρίς να το αισθανόταν κι ο ίδιος , ν’ ακολουθούσε τη μουσική ή το μέτρο εκείνου του στίχου που τραγουδούσε κάθε λίγο χαμηλόφωνα, μεσ’ απ' τα δόντια του. «Βουνό μου Πενταδάχτυλε, με το πλατύ σου χέρι...»

Για τον μαστρο-Δημήτρη το τραγούδι σταματούσε εδώ. "Ίσως να μην ήξερε παρακάτω, ίσως να μην ήθελε τα πολλά λόγια έτσι δωρικός που ήταν. Ή μήπως δεν άντεχε την πίκρα των παρακάτω στίχων... Ποιος ξέρει; Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.

Τη ζωή του την πέρασε στις οικοδομές. Απλός εργάτης μέχρι τα τριάντα του, μάστορας - χτίστης τα τελευταία τριανταπέντε χρόνια. Χειμώνα - καλοκαίρι στις οικοδομές. Το τι έχουν χτίσει τα χέρια του ούτε κι ο ίδιος δεν μπορεί να το συλλογιστεί.

Όπου να' ναι παίρνει σύνταξη. Τα μαλλιά του έχουν ασπρίσει, το δέρμα του είναι μελαψό, το πρόσωπό του αυλακωμένο. Εκεί χαράχτηκαν οι συνθήκες της σκληρής δουλειάς του, τα χρόνια του, η ζωή του...

Μέχρι σήμερα, γιατρό δεν επισκέφτηκε. Ας είναι καλά εκείνο το κρασάκι, που συντροφεύει το φαγητό του κάθε βράδυ. Ένα ποτηράκι κοκκινέλι - όχι περισσότερο - είναι το φάρμακο για όλες τις αρρώστιες, λέει, όταν το φέρνει η κουβέντα Τα φάρμακα είναι φαρμάκια για τους χαζούς και λεφτά για τα φαρμακεία...

Έχει βγάλει το Δημοτικό αλλά, όταν τον ρωτούν τα εγγόνια του, δεν παραλείπει να συμπληρώνει με περηφάνια ότι πήγε και τρεις ολόκληρους μήνες στο Γυμνάσιο. Όμως, λίγο οι ανάγκες της ζωής, λίγο εκείνη η λυγερή βέργα από ροδιά - μόνιμο αξεσουάρ και πολύτιμο συμπλήρωμα της παιδαγωγικής μεθόδου του μαθηματικού - τον έκαναν να εγκαταλείψει το Γυμνάσιο.

- Γεια χαρά, αύριο πάλι. Ακούστηκε η φωνή του άλλου.

-  Στο καλό, απάντησε με τη χοντρή αλλά ήρεμη όπως πάντα φωνή του.

Σε λίγο ήταν κι αυτός έτοιμος.

Έτσι που διορθώνω τις φθορές, συλλογιζόταν με ικανοποίηση, όταν με το καλό επιστρέψουν για να ξαναζήσουν εδώ στα μέρη τους, θα τρίβουν τα μάτια τους. Σαν καινούργιος θα γίνει ο μιναρές τους! Και το τζαμί έγινε αγνώριστο. Στο κάτω - κάτω της γραφής τι έχουμε να χωρίσουμε; Τίποτε! Οι ξένοι μας τα έκαναν. Οι μεγάλοι της γης για τα συμφέροντά τους και τώρα τρίβουν τα χέρια τους. Οι ντόπιοι σκουπίζουμε τα μάτια μας. Εμείς απ’ την εδώ μεριά του βουνού κι εκείνοι από την άλλη. Κλαίγοντας φύγαμε εμείς απ' εκεί και ήρθαμε εδώ, κλαίγοντας έφυγαν κι εκείνοι απ' εδώ και πήγαν εκεί.

Να συντηρούν άραγε τις εκκλησίες και τα σπίτια μας; συλλογίζεται ανήσυχος. Πάντως , πριν από δύο χρόνια, ένας Άγγλος, παλιός γείτονας του που πήγε εκεί, του είχε πει ότι το σπίτι του είναι όπως το άφησε και η εκκλησία, απ' έξω τουλάχιστον, δεν πειράχτηκε. Από μέσα δεν ήξερε τι γίνεται, δεν είδε...

Όπως κάθε μέρα από τότε που δουλεύει εδώ πάνω ψηλά στο μιναρέ, έτσι και τώρα, αφήνει τη ματιά' και τη φαντασία του να σεριανίσουν λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα. Απέναντί του, απλώνεται πέρα ως πέρα η λαβωμένη οροσειρά του Πενταδάκτυλου, σκυθρωπή, θλιμμένη, τυλιγμένη στη σκιά της. Ο ήλιος μόλις είχε γείρει πίσω της. Τώρα, σίγουρα θα έριχνε τις τελευταίες του αχτίδες στ’ ακρογιάλια της Κερύνειας, στους ελαιώνες και στα περιβόλια, στις καταπράσινες πλαγιές του βουνού, στο σπίτι του το πατρικό...

Θα ‘ρθει η ώρα, συλλογίζεται, σίγουρα θα 'ρθει η ώρα, που θα πατήσει ξανά τα χώματα του τόπου του, θα ξαναζήσει εκεί που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Θα λειτουργηθεί ξανά στην εκκλησία του χωριού του, θα τυλίξει και πάλι στα μπράτσα του το μακρύ σκοινί της βαριάς καμπάνας και θα τη χτυπήσει δυνατά όπως τότε. Θα τη χτυπήσει μ’ όλη του τη δύναμη να διαλαλήσει πέρα για πέρα, σ' όλο το χωριό και στο βουνό και στον κάμπο την Ανάσταση του τόπου.

Ύστερα , θα είναι έτοιμος να ξεκουραστεί, να βρει γαλήνη και ηρεμία στο κοιμητήρι του χωριού του, πλάι στους γονείς του, κοντά σ' αυτούς που έζησε κι αγάπησε, ανάμεσα στους συχωριανούς του. Δεν μπορεί αυτός ο ξεριζωμός να είναι οριστικός, δεν μπορεί... Κάποτε θα τελειώσει... Σε λίγο κλείνουν σαράντα τρία ολόκληρα χρόνια από τότε...

Η ματιά του καρφώνεται πάνω απ' την κορυφή που κάποτε, στα χρόνια τα παλιά, η Ρήγαινα είχε χτίσει το αρχοντικό της. Εκεί, είναι ένα μικρό συννεφάκι που αργοσαλεύει. Πάνω του παλεύουν τρία χρώματα. Πότε νικά το ροζ του δειλινού, πότε το ανοιχτό γκρι, πότε το άσπρο. Ο απαλός ανοιξιάτικος νοτιάς το σπρώχνει αργά - αργά και να! Πέρασε πίσω απ' την κορυφή! Τώρα θα είναι πάνω απ’ το χωριό του!

Μια τρελή σκέψη αγγίζει την ψυχή του. Να ήταν κι αυτός μια σταγόνα βροχή σ’ ένα σύννεφο! Θα περνούσε το βουνό και θα έπεφτε εκεί! Στον τόπο του! Θα τρύπωνε στα χώματα τα δικά του! Θα γινόταν ένα μαζί τους! Για πάντα! Κανένας δε θα μπορούσε να τον πειράξει! Κανένας δε θα μπορούσε να τον διώξει!

Πώς πέρασαν τόσα μαύρα χρόνια! Στο νου του έρχεται μια εικόνα απ’ τα παλιά. Ήταν τρία χρόνια πριν τον ξεριζωμό. Είχε ξεκινήσει απ’ το χωριό κι ανηφόρισε για κυνήγι μέχρι την κορυφή, μέχρι τα «σπίτια της Ρήγαινας.» Όμως η απόσταση τον ξεγέλασε και τον πρόλαβε η νύχτα .

Η γυναίκα του κόντεψε να τρελαθεί από την αγωνία και το φόβο της. Είχε ξεσηκώσει όλη τη γειτονιά. «Τι έπαθαν; Καλά του έλεγα εγώ να μην πάρει το παιδί. Γιατί άργησαν τόσο; Βάλε το χέρι σου Παναγιά μου! Το παιδί μου! Κάτι θα έπαθε το παιδί μου! Φέρε μου το καλά Παναγιά μου και σου τάζω μια λαμπάδα ίσα με το μπόι του.»

Είναι αλήθεια ότι η κυρά Μαρία είχε φέρει πολλές αντιρρήσεις, αλλά αυτός δεν μπορούσε να χαλάσει το χατίρι του δεκαεξάχρονου μοναχογιού τους, του Μανόλη. Του Μανόλη... Τα μάτια του βούρκωσαν...

Σκούπισε τα μάτια του με το ανάστροφο της παλάμης και άρχισε να κατεβαίνει τα σκαλιά. Να μην ξεχάσω να περάσω κι από το περίπτερο, μονολόγησε και στα μάτια του αχνοφάνηκε πάλι το φως της ελπίδας. Σίγουρα αυτή την ώρα το «ζιζάνιο» θα τον περιμένει. Η ώρα πέρασε.

Δεν πρόλαβε να παρκάρει καλά - καλά το παλιό σκονισμένο φορτηγάκι του και η εγγονούλα του, η Ελενίτσα, έτρεξε να τον υποδεχτεί.

- Πού ήσουν παππού; Η γιαγιά λέει ότι άργησες , είπε , ενώ έτρεχε να χωθεί στην αγκαλιά του.

- Έχει δίκιο η γιαγιά σου αλλά μου έτυχε κάτι. Πάρε τη σοκολατίτσα σου. Τη στιγμή εκείνη βγήκε στην πόρτα η κυρα - Μαρία.

- Πού είσαι χριστιανέ μου; Ήρθε ο χωριανός μας ο Κώστας, ο γιος του Σωκράτη του φούρναρη. Είναι μέσα και σε περιμένει.

Ο μαστρο-Δημήτρης παραξενεύτηκε. Μετά την προσφυγιά σπάνια συναντούσε συγχωριανούς του. Στον προσφυγικό συνοικισμό που ζούσε, συγχωριανό δεν είχε.Τον Κώστα ειδικά, είχε να τον δει είκοσι χρόνια. Μπορεί και περισσότερο.

Αφού είπαν τα χαμπέρια τους, ο Κώστας, παίρνοντας ύφος λίγο πιο επίσημο άρχισε να εξηγεί το λόγο της επίσκεψής του.

- Μαζί με κάποιους άλλους έχουμε οργανώσει επιτροπή, με σκοπό να διερευνήσουμε την προθυμία των συγχωριανών μας, προκειμένου να χτίσουμε νέα εκκλησία στο όνομα του Αγίου του χωριού μας. Αν τα καταφέρουμε, θα μπορούμε τουλάχιστον τη μέρα που γιορτάζει να μαζευόμαστε εκεί, να τιμούμε τον Άγιο και να ανταμώνουμε. Τι λες μαστρο-Δημήτρη;

Η συγκίνηση ήταν φανερή στο πρόσωπο του ομιλητή αλλά και στο πρόσωπο του μαστρο-Δημήτρη. Η απάντηση του ήταν δεδομένη. Ό, τι μπορούσε θα το πρόσφερε με ευχαρίστηση . Ο σκοπός ήταν ιερός.

Εκεί που τελείωναν τη κουβέντα τους και ο Κώστας απολάμβανε το γλυκό της κυρα - Μαρίας, η ματιά του έπεσε στις τέσσερις φωτογραφίες, που ήταν πάνω στο τραπεζάκι. Ήταν φανερό ότι προσπαθούσε να φέρει στη μνήμη του τα πρόσωπα.

Ο μαστρο-Δημήτρης το κατάλαβε και αμέσως βάλθηκε πρόθυμα να τον βοηθήσει.

-Αυτή είναι η κόρη μου η μικρή, η Μάγδα. Έχει την Ελενίτσα, τη μικρή που ήταν εδώ. Ζουν μαζί μου. Αυτή είναι η κόρη μου η Ευτυχία. Σπούδασε και ζει στην Ελλάδα. Αυτή είναι η μεγάλη κόρη μου, η Άννα με τον άντρα της και τα παιδιά τους. Ζει στην Αγγλία. Αυτός είναι ο Μανόλης μου...

Νεκρική σιωπή. Ένας κόμπος ήρθε στο λαιμό του και τον έκλεινε. Το χέρι του έμεινε μετέωρο να κρατά τη φωτογραφία του Μανόλη, με τη στολή του αξιωματικού.

Ζει; Ζει;... πλανήθηκε στη σκέψη τους το αμείλικτο ερώτημα. Ο Κώστας, που ήξερε για το Μανόλη, τα έχασε και δεν ήξερε τι να πει.

- Και που λες Κώστα πάει του λόγου του και δουλεύει στο τζαμί και στον μιναρέ των βρομιάρηδων. Η κυρα -Μαρία εισέβαλε στο δωμάτιο φουριόζα, εκτοξεύοντας κατά του άντρα της την κατηγορία των τελευταίων ημερών. Είναι σωστά αυτά τα πράγματα Κώστα; Πες του τα κι εσύ. Είναι σωστά;

Αυτή τη φορά, η απότομη συμπεριφορά της αποδείχτηκε σωτήρια...

Η αλήθεια είναι ότι πάντα ήταν λίγο γκρινιάρα .Τα τελευταία όμως χρόνια τα νεύρα της όλο και χειροτερεύουν. Χρόνια τώρα περιμένει και παρακολουθεί καθημερινά τα δελτία ειδήσεων. Αν και είναι αγράμματη, τα έχει μάθει απ’ έξω. Το Συμβούλιο Ασφαλείας, ο Ο.Η.Ε., τα ενδιαφερόμενα μέρη, αποφάσισαν την άμεση διερεύνηση της τύχης των αγνοουμένων. Θα συσταθεί ειδική επιτροπή...

- Βρε γυναίκα, πάλι τα ίδια ; της είπε με καρτερικό βλέμμα, με φωνή γλυκιά, που φανέρωνε ότι δεν της κρατά κακία.

- Αλήθεια κυρα - Μαρία; ρώτησε ο Κώστας με πραγματική έκπληξη αλλά και για να την κατευνάσει «συμμαχώντας» μαζί της.

- Έχουνε κι αυτοί το Θεό τους, απάντησε λακωνικά ο μαστρο-Δημήτρης. Στο κάτω - κάτω τα τζαμιά κι οι μιναρέδες είναι κομμάτι της ιστορίας μας.

- Εδώ μαστρο-Δημήτρη θα διαφωνήσουμε, απάντησε ο Κώστας, που άρχισε να παίρνει το θέμα πιο ζεστά. Εσύ να χτίζεις κι αυτοί να χαλάνε; Το ξέρεις ότι πουλούν στο εξωτερικό τα ψηφιδωτά και τις εικόνες των εκκλησιών;

- Αυτά τα κάνουν μερικοί τιποτένιοι για το χρήμα . Ο λαός τι φταίει;

- Το ξέρεις ότι τις τοιχογραφίες του Αντιφωνητή τις χάλασαν;

- Αυτά έγιναν στον πρώτο καιρό , που ο φανατισμός ήταν μεγάλος.

- Τον προϊστορικό οικισμό ανατολικά του χωριού μας ξέχασε τον! Τον κατέστρεψαν!

- Νομίζεις ότι κατάλαβαν περί τίνος πρόκειται; Σίγουρα θα τον έβλεπαν σαν παλιόπετρες στιβαγμένες δίπλα στην παραλία.

- Μαστρο-Δημήτρη, αυτοί δε θέλουν να μείνει τίποτε το Ελληνικό απ’ εκεί. Θέλουν να μας ξεριζώσουν μια και καλή. Εμείς θα τους φτιάχνουμε και τους μιναρέδες τους;

- Κώστα, ό,τι έγινε τότε , έγινε. Μας κατέστρεψαν τα μεγάλα συμφέροντα κι οι φανατισμοί. Όλοι το ξέρουμε. Τώρα όμως τα χρόνια πέρασαν. Δε λέμε ότι θέλουμε και πρέπει να ξανασμίξουμε ; Πώς θα ξανασμίξουμε; Με τα λόγια ή με τα έργα;

Ο Κώστας δε θέλησε να δώσει συνέχεια στη συζήτηση. Ο μαστρο-Δημήτρης είχε ακόμα στα χέρια του τη φωτογραφία του Μανόλη ....

Ήρθε το καλοκαίρι...

Χιλιάδες τουρίστες από διάφορες χώρες, ήρθαν για ν' απολαύσουν τις ομορφιές της Κύπρου, να κολυμπήσουν στις όμορφες παραλίες της, να βρουν εδώ τη χαρά, τη ξεγνοιασιά.... Τι κι αν η Κύπρος είναι πληγωμένη, ματωμένη, ακρωτηριασμένη; Είναι και η πράσινη γραμμή μια εντυπωσιακή εμπειρία. Σε ποιο άλλο μέρος του πλανήτη υπάρχει ένα τόσο παράξενο σκηνικό;

Η τουριστική πλημμυρίδα έχει καλύψει όλο το νησί και η ευφορία είναι διάχυτη παντού. Παντού; Όχι .Υπάρχουν και οι προσφυγικοί συνοικισμοί. Αυτοί ζούνε στο δικό τους ρυθμό, ίσως και στο δικό τους κόσμο. Είναι μια παραφωνία, μια εξαίρεση στο πανηγύρι που γίνεται..

Ο μαστρο-Δημήτρης κάθεται στο μικρό σαλονάκι του προσφυγικού του και πίνει το απογευματινό του καφεδάκι. Που και που ρίχνει και καμιά ματιά στη τηλεόραση που έχει απέναντί του. Καταιγισμός από διαφημίσεις για αξέχαστες κρουαζιέρες, για πολυτελή ξενοδοχεία, για ονειρεμένες διακοπές σε ευδαιμονιστικούς παραδείσους, γεμάτους με ημίγυμνα εξωτικά κορμιά   μέσα ή έξω από την Κύπρο. Κι όλα αυτά - τι αλλόκοτο αλήθεια - κάθε τόσο δίνουν τη θέση τους σ’ έναν άλλο κόσμο . Δίνουν τη θέση τους στο «Δεν Ξεχνώ» γραμμένο στο ματωμένο χάρτη της Κύπρου, σε εικόνες από κατεχόμενα χωριά , δίνουν τη θέση τους σε μαυροφορεμένες μητέρες που δακρυσμένες κρατούν φωτογραφίες με μορφές αιχμαλώτων που δε γύρισαν... Μεθαύριο γίνεται συλλαλητήριο... Κλείνουν σαράντα τρία χρόνια από τότε...

Θεέ μου! Πώς έγινε έτσι ο τόπος μου! Πώς έγινε έτσι η ζωή! Ώρες - ώρες αισθάνεται την απόγνωση να τον πνίγει. Κι όμως! Πρέπει να κρατηθεί! Πρέπει ν’ αντέξει. Πρέπει να κάνει κουράγιο. Πρέπει να περιμένει. Να περιμένει… Πόσο ακόμα Θεέ μου; Πόσο;

Τούτες τις μέρες, η ατμόσφαιρα στο συνοικισμό βαραίνει περισσότερο. Οι μνήμες ζωντανεύουν. Και να θέλεις να ξεφύγεις, είναι δύσκολο. Ο μαστρο-Δημήτρης, όπως και τόσοι άλλοι, δε θέλει να ξεφύγει. Αντίθετα μάλιστα. Αυτές τις μέρες αναπολεί την κάθε λεπτομέρεια της ζωής πριν την προσφυγιά, περνά από όλους τους δρόμους του χωριού του, περνά απ' όλα τα σπίτια, θυμάται τα πρόσωπα, τους συγγενείς , τους φίλους, θυμάται τους ζωντανούς, θυμάται τους νεκρούς, θυμάται τους αγνοουμένους. Θυμάται στιγμή - στιγμή την τελευταία φορά που είδε το Μανόλη του. Είναι σπαρακτικός ο χαιρετισμός, είναι το οδυνηρό προσκύνημα ψυχής, σε όσα αγάπησε και τα έχασε όλα, τόσο ξαφνικά, τόσο αναπάντεχα, τόσο άδικα...

Κατά το σούρουπο, μετά το φαγητό, ξεκίνησε με τα πόδια για το καφενείο του συνοικισμού.

Βρήκε τους φίλους του να παίζουν τάβλι και κάθισε δίπλα τους. Στο άδειο διπλανό τραπέζι ήταν η εφημερίδα του καφενείου. Την πήρε βαριεστημένα κι άρχισε να την ξεφυλλίζει. Φυλλάδες για να περνά η ώρα . Όλο τα ίδια και τα ίδια. Δεν έχει τίποτα. Κάνει να την αφήσει και τότε τα μάτια του πέφτουν πάνω στο όνομα του χωριού του. Διαβάζει γρήγορα. Τα μάτια του θόλωσαν. Η ανάσα του κόπηκε. Όχι Παναγιά μου! Ξαναδιαβάζει μηχανικά. Οι Τούρκοι έριξαν το καμπαναριό του χωριού του και μετατρέπουν την εκκλησία σε τζαμί! Μένει σαν άγαλμα. Σα να τον χτύπησε κεραυνός. Δεν είναι δυνατόν! Δεν μπορεί να γίνεται τώρα αυτό το έγκλημα Δεν μπορεί... Πέρασαν σαράντα τρία χρόνια από τότε... Ήμουν σίγουρος ότι θα σμίγαμε... Τόσα χρόνια περιμένω... Τόσα χρόνια ελπίζω... και τώρα...

- Τι έπαθες μαστρο-Δημήτρη; άκουσε σαν από μακριά τη φωνή του διπλανού του.

- Γκρεμίζουν την εκκλησία, την εκκλησία του χωριού μου. Ψέλλισε σαν χαμένος.

-Τα καθάρματα. Μη στεναχωριέσαι μάστρο Δημήτρη. Έχει ο Θεός. Είπε ο άλλος κι έσκυψε πάλι στο τάβλι.

Ο μαστρο-Δημήτρης σηκώθηκε ζαλισμένος και βγήκε έξω. Ένιωθε μόνος, τόσο μόνος. Πού να βρει συχωριανό του να κοιταχτούν στα μάτια, να πουν τον πόνο τους, να παρηγορηθούν, να κρατηθούν ο ένας από τον άλλο; Μεγάλος ο προσφυγικός συνοικισμός, καλοί οι άνθρωποι αλλά, άλλος από τη Λύση, άλλος από τη Μόρφου, άλλος από τη Γιαλούσα, άλλος από την Αμμόχωστο, άλλος... Η μοναξιά του ήταν αβάσταχτη.

Πέρασε μέσα από τα ήσυχα δρομάκια του συνοικισμού και χωρίς να το καταλάβει έφτασε μπροστά στο σπίτι του. Κοντοστάθηκε. Πώς να μπει μέσα ; Πώς να κοιτάξει τη γυναίκα του ; Πώς να της το κρύψει; Πώς να της το πει; Πώς να της πει ότι η εκκλησία που παντρεύτηκαν, η εκκλησία που βάφτισαν τα παιδιά τους, που έψελναν το «Χριστός Ανέστη», που αποχαιρέτησαν αυτός και τους δυο γονείς του κι εκείνη τη μητέρα της, τώρα θα είναι τζαμί για το χότζα;

Ευτυχώς η κυρα - Μαρία κοιμήθηκε νωρίς.

Μπήκε σιγά - σιγά, σχεδόν σαν κλέφτης. Δεν άναψε το φως. Αφησε την πόρτα ανοιχτή για να μπαίνει το φως του φεγγαριού. Πήρε το γεμάτο μπουκάλι με το κοκκινέλι και κάθισε βαρύς στον καναπέ. Σε λίγη ώρα το μπουκάλι κύλησε στο πάτωμα άδειο... Απόψε το κοκκινέλι ήταν φαρμάκι... Τόσο πολύ δεν είχε ξαναπιεί.

Το μυαλό του θολώνει ολοένα και πιο πολύ. Κι όμως! Έχει να σκεφτεί πολλά! Εκείνο το μιναρέ τον τελειώνει όπου να ‘ναι. Όπου είχε πληγές από το χρόνο, του τις έκλεισε. Απόψε όμως στην καρδιά του μάστρο - Δημήτρη άνοιξε πληγή μεγάλη. Πληγή που πονά, πληγή που ματώνει. Κι όσο πονά, τόσο ο θυμός θεριεύει μέσα του και τον κυριεύει ολόκληρο.

Είχε δίκιο ο Κώστας. Εγώ χτίζω κι αυτοί χαλάνε! Φτάνει πια! Ως εδώ! Τελειώσαμε! Απόψε θα χαλάσω κι εγώ ! Άσε να έλθουν τα μεσάνυχτα! Όλα γυρίζουν γύρω του. Τα μάτια του κλείνουν βαριά αλλά δεν πρόκειται να κοιμηθεί...

Τα μεσάνυχτα πλησίασαν. Βγήκε χωρίς θόρυβο από το σπίτι, πήρε από την αυλή τη βαριά και τον κασμά και βγήκε στο δρόμο. Πήρε το φορτηγάκι και ξεκίνησε.

Σε λίγο βρισκόταν εκεί! Το φεγγάρι ολόγιομο , έριχνε το φως του πάνω στο πρόσφατα συντηρημένο τζαμί και στον ψηλό μιναρέ.

Στο δρόμο δεν υπήρχε κανείς. Ένας δισταγμός έκανε να φυτρώσει μέσα του. Όμως, ο μαστρο-Δημήτρης προσπάθησε να τον ξεπεράσει. Όχι - όχι! Δεν πρέπει να μετανιώσω. Αυτό που αποφάσισα πρέπει να το κάνω. Και δεν έχω χρόνο για χάσιμο.

Κατέβηκε από το αυτοκίνητο, πήρε τα σύνεργα της εκδίκησης. Πλησίασε την είσοδο της αυλής. Μπήκε μέσα και τότε...

- Τι ήταν αυτό που άκουγε; Στο βάθος υπήρχαν άνθρωποι! Ποιοι ήταν; Τι γύρευαν εκεί τέτοια ώρα;

Δεν προλάβαινε να φύγει. Κρύφτηκε πίσω από τον κορμό ενός δέντρου που ήταν ακριβώς δίπλα στην είσοδο. Δυο σκιές πλησίαζαν γρήγορα προς το μέρος που ήταν κρυμμένος. Μυλούσαν χαμηλόφωνα και οι βιαστικές κινήσεις τους φανέρωναν πανικό. Θα άκουσαν που σταμάτησε το φορτηγάκι απ' έξω και τώρα βιάζονταν να φύγουν! Αγωνία γέμισε τη ψυχή του. Αγωνία και περιέργεια. Μα τι συνέβαινε μεσάνυχτα στην αυλή του τζαμιού;

Οι δυο σιλουέτες ήταν τώρα δίπλα του! Ήταν δυο γυναίκες που μιλούσαν Τούρκικα. Δυο Τουρκάλες! Στα χέρια τους κάτι κρατούσαν.

Ούτε κι ο ίδιος δεν κατάλαβε πώς βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο. Εκείνες έβγαλαν μια τσιριξιά τρόμου μόλις τον είδαν μπροστά τους. Κι αυτός δεν μπορούσε να πιστέψει σ' αυτό που έβλεπε δυο μέτρα μπροστά του. Το φως του φεγγαριού τις χτυπούσε στα πρόσωπα. Ήταν μια ηλικιωμένη και μια μεσόκοπη .

Έβαλαν τα χέρια στο στήθος κι έσκυψαν μπροστά του φοβισμένες .

- Μη μας κάνεις κακό αφέντη ...Είπε στα Ελληνικά με τρεμάμενη φωνή, η μεγάλη.

- Δεν πρόκειται να σας πειράξω. Τι κρατάτε εκεί; Και τι γυρεύετε εδώ τέτοια ώρα;

- Χώμα από τον τόπο μας κρατάμε αφέντη! είπε η ίδια. Χώμα και χορτάρια! Δε βρήκαμε λουλούδια... Θέλουμε να τα πάρουμε απ' εκεί για παρηγοριά... Θα τα βάλουμε σε γλάστρα... Εδώ μεγαλώσαμε... Εδώ… Η φωνή της ράγισε κι άρχισε να κλαίει. Ήρθαμε να προσευχηθούμε. Ας μας λυπηθεί ο Αλλάχ. Κι εμάς κι εσάς!

Ο μαστρο-Δημήτρης έμεινε αποσβολωμένος. Δεν μπορούσε να πιστέψει ούτε σ' αυτά που έβλεπε ούτε σ’ αυτά που άκουγε.

- Και γιατί ήρθατε εδώ νυχτιάτικα; Δε μπορούσατε να έρθετε την ημέρα;

-Φοβούμαστε την ημέρα αφέντη! Μας λένε να μην ερχόμαστε απ’ εδώ, γιατί κινδυνεύουμε! Είπε και γύρισε ελαφρά το κεφάλι της προς τον κασμά και τη βαριά, που είχαν ξεμείνει στα χέρια του. Ο φόβος ήταν ακόμα μέσα της. Η άλλη ούτε που σήκωνε το κεφάλι της.

Ο μαστρο-Δημήτρης ξαναθυμήθηκε τα εργαλεία που είχε στα χέρια.... Προσπάθησε να δικαιολογηθεί.

- Τα ξέχασα εδώ... Αύριο τα χρειάζομαι κάπου... Ήρθα να τα πάρω... Είμαι ο μάστορας που διορθώνει τις ζημιές του τζαμιού και του μιναρέ...

- Αχ αφέντη μου! Απ' εκεί μας λένε ότι μας τα χαλάτε αλλά εσείς μας τα φτιάχνετε! Ο Αλλάχ να σε έχει καλά και εσένα και τα παιδιά σου!...

Και τα παιδιά σου.. .αντήχησε παράξενα στ’ αυτιά του η ευχή της Τουρκάλας. Το κεφάλι του βούιζε και κόντευε να ζαλιστεί. Να ρωτήσει για το Μανόλη... Ναι να ρωτήσει. Μήπως ξέρουν κάτι! Μήπως τον είδαν!

- Δημήτρη είναι ώρα να ξυπνήσεις , ακούστηκε μέσα στον ύπνο του η φωνή της κυρά Μαρίας , που τον σκουντούσε ελαφρά στον ώμο.

Ανακάθισε αργά στον καναπέ κι έχωσε το πρόσωπο στα ροζιασμένα χέρια του. Το κεφάλι του ήταν βαρύ. Η καρδιά του ακόμα χτυπούσε δυνατά... Ένιωθε σαν να ερχόταν από κάπου μακριά. Κι όμως. Ήταν όλα τόσο αληθινά!

- Παραμιλούσες και είσαι μούσκεμα από τον ιδρώτα, είπε η κυρά Μαρία με χαμηλή φωνή και κοιτούσε μια αυτόν με συμπόνια και μια το άδειο μπουκάλι στο πάτωμα. Έσκυψε και το πήρε χωρίς να μιλήσει. Μεθαύριο έχουμε είκοσι Ιουλίου, σκέφτηκε.

Σε λίγο επέστρεψε. Ο μαστρο-Δημήτρης καθόταν εκεί, ακίνητος.

- Σου έφτιαξα καφέ. Πάρε και κουλουράκια. Είναι απ' αυτά που σου αρέσουν, του είπε και τον κοίταξε στα μάτια. Τον κοίταξε με τον τρόπο που μπορεί να κοιτάζει τον άντρα της η κυρά Μαρία, αυτή που πέρασε μαζί του μέσα από φωτιά και σίδερο και που τώρα ανεβαίνουν χέρι - χέρι ένα Γολγοθά που δε φαίνεται να έχει τέλος.

Κοιτάχτηκαν. Δε μίλησαν...

Σε λίγο ο μαστρο-Δημήτρης ήταν έτοιμος να φύγει για τη δουλειά. Όπως κάθε μέρα, έτσι και σήμερα δεν ήθελε ν' αργήσει...

  • Το διήγημα αυτό αφιερώνεται σε όσους αγωνίστηκαν και «έφυγαν», αγωνίζονται και θα αγωνίζονται για την απελευθέρωση, την ειρηνική συμβίωση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων σε μία επανενωμένη Κύπρο.
Oι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευσή τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.

Διαβάστε επίσης:

ΑΠΟΨΗ

Το Brexit και o Αναστασιάδης ως μάντης κακών

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ, 18.11.2018

ΑΠΟΨΗ

Ο συντηρητισμός των καθηγητών

ΠΟΝΗΜΑ ΕΝΟΣ ΚΑΤΑΙΔΡΩΜΕΝΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ, 18.11.2018

ΑΠΟΨΗ

Σκότωσαν τις οικογένειες τους αλλά δεν σταμάτησαν τη φιλία των παιδιών

SEVGUL ULUDAG, 18.11.2018

Επιστροφή
στην αρχή