Ποιος (θα) είναι Κύπριος πολίτης;

ΑΠΟΨΗ /ΑΛΛΗ ΟΧΘΗ

Το ζήτημα της ιδιότητας του Κύπριου πολίτη είναι ένα από τα σημαντικότερα συνταγματικής εμβέλειας ζητήματα που ελάχιστες φορές ελκύει την προσοχή μας. Συνδέεται άμεσα με τη βασικότερη αρχή που διαπνέει το Σύνταγμά μας, δηλαδή αυτήν της δικοινοτικότητας.

Το ζήτημα της ιδιότητας του Κύπριου πολίτη είναι ένα από τα σημαντικότερα συνταγματικής εμβέλειας ζητήματα που ελάχιστες φορές ελκύει την προσοχή μας. Συνδέεται άμεσα με τη βασικότερη αρχή που διαπνέει το Σύνταγμά μας, δηλαδή αυτήν της δικοινοτικότητας.

 

Το Σύνταγμά μας υιοθετεί 3 κριτήρια με αμφίβολη σαφήνεια ως προς το περιεχόμενό τους. Μέλος της ελληνικής ή τουρκικής κοινότητας λογίζεται όποιος έχει αντίστοιχη εθνοτική καταγωγή και μιλά την αντίστοιχη γλώσσα, ή μετέχει των αντιστοίχων πολιτιστικών παραδόσεων ή αν είναι ορθόδοξος ή μωαμεθανός. Η αναφορά στις πολιτιστικές παραδόσεις είναι μεν ενδιαφέρουσα και συνδέεται με την ιδιοπροσωπία των δύο κοινοτήτων, αλλά είναι μάλλον αβέβαιο αν θα ήταν εφικτός ο εξαντλητικός προσδιορισμός τού ποιες είναι αυτές οι παραδόσεις και σε τι συνίστανται.

 

Το κυριότερο πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι η ιδιότητα του Κύπριου πολίτη αποκτάται μέσω της συμμετοχής σε μία από τις δύο κοινότητες. Χωρίς την ιδιότητα του μέλους μίας εκ των δύο κοινοτήτων, ουδείς μπορεί να θεωρηθεί ως πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το ζήτημα αυτό έχει επισημανθεί επανειλημμένως από διεθνή σώματα ως ασύμβατη νομικά ρύθμιση με την παρούσα εξέλιξη του διεθνούς δικαίου. Οι πολιτικές συνέπειες αυτής της ρύθμισης δεν είναι λιγότερο σημαντικές: αφενός διαιρούν πολιτικά και κοινωνικά τον εν ευρεία εννοία πολιτικό δήμο της Κύπρου και εξωθούν τις κοινότητες σε ένα διαρκή και ατελέσφορο πολιτικό ανταγωνισμό σε όλα τα επίπεδα των εξουσιών και των θεσμών. Και αφετέρου, καθιστούν αόρατες τις ιστορικές μειονότητες του νησιού μας. Οι Μαρωνίτες, Αρμένιοι και Λατίνοι αντιμετωπίστηκαν, και εν πολλοίς συνεχίζουν να αντιμετωπίζονται, ως αμελητέες ποσότητες και προσαρτήματα της ελληνικής κοινότητας.

 

Και μια ματιά στο μέλλον. Εξετάζοντας το ιστορικό κεκτημένο των διαπραγματεύσεων διαπιστώνεται η προβολή της πιο πάνω ρύθμισης και στη μελλοντική ομοσπονδιακή συνταγματική διάρθρωση. Είναι ρεαλιστικό να προσδοκάται ότι ο δικοινοτισμός θα αφαιρεθεί από τα βασικά στοιχεία λύσης; Προφανώς όχι, αλλά αυτός δεν είναι λόγος για να μην επιτρέπουμε στους εαυτούς μας τον αναστοχασμό επί του θέματος. Ελπίζω, λοιπόν, ότι ο μελλοντικός ορισμός των δύο κοινοτήτων θα έχει πιο σαφή και λιγότερο διαχωριστικά κριτήρια. Η κατάταξη με τη χρήση του κριτηρίου της μητρικής γλώσσας θα ήταν επαρκής και κατάλληλη για σκοπούς θεσμικής συγκρότησης, θα βασιζόταν σε αντίστοιχα ευρωπαϊκά μοντέλα και θα ενίσχυε την πολιτιστική ταυτότητα των δύο κοινοτήτων.

 

Το σημαντικότερο πλήγμα, ωστόσο, στη διαιρετική πτυχή του δικοινοτισμού θα ήταν η υιοθέτηση της διασταυρούμενης ψήφου και η συγκρότηση κοινών πολιτικών και κοινωνικών φορέων: κόμματα, συνδικαλιστικές οργανώσεις, σωματεία και μη κυβερνητικές οργανώσεις που θα δημιουργηθούν από κοινού και θα προωθούν κοινά συμφέροντα, έχουν τη δυνατότητα να αφοπλίσουν ενδεχόμενες μελλοντικές προστριβές και να δημιουργήσουν ένα νέο, στέρεο και υγιή συνταγματικό πατριωτισμό, που θα αφορά τους πολίτες ως Κύπριους και όχι ως μέλη της μίας ή της άλλης κοινότητας. Επίσης, μία ρύθμιση που θα επέτρεπε την ουσιαστική εκπροσώπηση των μειονοτήτων θα έκανε ευτυχέστερους όσους έχουν ακονίσει την πολιτική τους σκέψη στα ανθρώπινα δικαιώματα και θα επέτρεπε την ανάδειξη του πλουραλιστικού δυναμικού της κοινωνίας μας.

 

 


Επιστροφή
στην αρχή