Ποιος πρέπει να είναι ο μισθός του δικαστή;

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΚΥΠΡΟΣ

Σε καμία χώρα δεν υπάρχει απόλυτη οικονομική αυτονομία και δεν εναπόκειται στους ίδιους τους δικαστές να αποφασίζουν για τις αυξήσεις

Με αφορμή τη δημόσια συζήτηση περί του μισθολογίου της δικαστικής εξουσίας σε σχέση με την ανεξαρτησία των δικαστών, αλλά και το κατά πόσο οι απολαβές είναι τέτοιες που μπορούν να προσελκύσουν στο Δικαστικό Σώμα τους άριστους των αρίστων του δικηγορικού επαγγέλματος, επιχειρούμε –με πληροφορίες που αντλήσαμε και από το «Νομοσχέδιο για το Κρατικό Μισθολόγιο και την Ανεξαρτησία της Δικαστικής Εξουσίας»– να ρίξουμε μια ματιά στο τι συμβαίνει σε κάποιες άλλες χώρες. Υπενθυμίζεται ότι ο πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μύρων Μ. Νικολάτος, σε συνέντευξή του στον Πολίτη της Κυριακής [11/3/2018], ανέφερε σχετικά ότι στην Αγγλία, όπου ο δικηγόρος πρώτα αποκτά φήμη/κύρος και μετά διορίζεται δικαστής, οι απολαβές «είναι κατά πολύ υψηλότερες από τους μισθούς των δικαστών στην Κύπρο». Επιπρόσθετα, είπε ο κ. Νικολάτος, στην αγγλική κοινωνία υπάρχουν και τίτλοι ευγενείας, οι οποίοι δίνονται στους δικαστές. «Γίνονται σερ, ιππότες δηλαδή, πράγματα τα οποία στην αγγλική κοινωνία μετρούν. Δυστυχώς, στην Κύπρο δεν έχουμε ούτε τίτλους ευγενείας να δώσουμε αλλά ούτε και πολύ υψηλούς μισθούς. Να σημειώσουμε ότι ο μισθός του νεοεισερχόμενου δικαστή μπορεί να είναι γύρω στις 3.500-4.000 ευρώ τον μήνα» συμπλήρωσε.

Ανεξαρτησία και μισθός

Η ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας –που αποτελεί θεμελιώδη αρχή σε όλες τις ευνομούμενες δημοκρατίες– διασφαλίζεται από τον τρόπο επιλογής των δικαστών, τη μονιμότητα, τη διοικητική αυτονομία της δικαστικής εξουσίας, αλλά και από την οικονομική ανεξαρτησία. Σε κάθε χώρα ακολουθούνται μεν διαφορετικοί τρόποι καθορισμού των μισθών και των ωφελημάτων των δικαστών, ωστόσο κοινή συνισταμένη αποτελεί ο στόχος τού να αποτραπεί η πιθανότητα να αποτελέσουν οι απολαβές μοχλό πίεσης/εκβιασμού/χειραγώγησης της δικαστικής εξουσίας από την εκτελεστική.

Τι ισχύει αλλού

Στον Καναδά διορίζεται από την κυβέρνηση ανεξάρτητη αρχή «Δικαστικών Ωφελημάτων και Αποζημιώσεων» με θητεία τεσσάρων ετών, η οποία προβαίνει σε έκθεση με εισηγήσεις προς την κυβέρνηση. Η κυβέρνηση μπορεί να υιοθετήσει ή να απορρίψει (τεκμηριωμένα) τις εισηγήσεις. Στο Ηνωμένο Βασίλειο οι μισθοί καθορίζονται και προστατεύονται από τη νομοθεσία. Οι αυξήσεις/αλλαγές ωφελημάτων των δικαστών καθορίζονται από μια «Ανεξάρτητη Αρχή», η οποία καταθέτει εισηγήσεις στην κυβέρνηση μετά από μελέτη. Είθισται η κυβέρνηση να αποδέχεται και να εφαρμόζει τις εισηγήσεις στην ολότητά τους. Στις ΗΠΑ διασφαλίζεται συνταγματικά ότι οι απολαβές των δικαστών δεν θα μειωθούν κατά τη διάρκεια της θητείας τους. Στο Βέλγιο οι απολαβές αυτές καθορίζονται με βάση τη νομοθεσία, κάτι που θεωρείται ότι δεν καθιστά εφικτή κυβερνητική παρέμβαση στο μισθολόγιο των δικαστών. Οι μισθοί των δικαστών στην Ολλανδία καθορίζονται από τη νομοθεσία και δεν μπορούν μονομερώς να αλλάξουν από την κυβέρνηση. Σε Γερμανία, Δανία και Ισπανία διασφαλίζεται νομοθετικά κατάλληλη και επαρκής μισθοδοσία για τους δικαστές.

Στην Κύπρο

Σημειώνεται ότι σε καμία χώρα δεν υπάρχει απόλυτη οικονομική αυτονομία και δεν εναπόκειται στους ίδιους τους δικαστές να αποφασίζουν για τις αυξήσεις τις οποίες θα λαμβάνουν. Σε κάποιες χώρες οι μισθοί των δικαστών διασφαλίζονται από μειώσεις, ενώ κατά κύριο λόγο οι αυξήσεις εναπόκεινται στην εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία. Σύμφωνα με το υφιστάμενο σύστημα, στην Κύπρο οι δικαστές αμείβονται με βάση τις προκαθορισμένες κλίμακες της δημόσιας υπηρεσίας, στις οποίες και τοποθετούνται. Παρέχονται στους δικαστές προσαυξήσεις, ΑΤΑ και γενικές αυξήσεις, με τον ίδιο τρόπο που παρέχονται σε όλη τη δημόσια υπηρεσία.

Παπάδες - τατάδες

Τα πέτρινα χρόνια 2012-2013, όταν η πρωτοφανής κρίση έπληττε την Κύπρο και η κυπριακή οικονομία κατέρρεε, οι εργαζόμενοι παρακολουθούσαν σοκαρισμένοι τη δραματική μείωση των απολαβών τους – όσοι δεν οδηγήθηκαν στην ανεργία. Το Ανώτατο Δικαστήριο τότε, με ταχύτητα φωτός, έκρινε αντισυνταγματικά τα νομοθετήματα για μείωση της αντιμισθίας των δικαστών (ήταν δεκάδες οι προσφυγές δικαστών). Οι δικαστές, ουσιαστικά, προσέφυγαν και πέτυχαν την ακύρωση των νομοθετημάτων για σκοπούς «συνταγματικής τάξης», αφού, όπως υποστήριζαν, αυτά συγκρούονταν με το άρθρο 158(3) του Συντάγματος, που κατοχυρώνει την αντιμισθία τους. Η συνταγματικότητα των δύο νομοθετημάτων τέθηκε ενώπιον της ολομέλειας του Ανωτάτου, που έκρινε, τελικά, αντισυνταγματική τη μείωση της αντιμισθίας των συναδέλφων τους. Στην ομόφωνη απόφαση της ολομέλειας αναφερόταν, μεταξύ άλλων, το εξής: «Περαιτέρω, το Δίκαιο της Ανάγκης δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην υπό κρίση περίπτωση». Σε σχέση με το θέμα εφαρμογής του Δικαίου της Ανάγκης, που ήγειρε ο γενικός εισαγγελέας, σε περίπτωση που οι επίδικοι νόμοι κριθούν αντισυνταγματικοί, το Ανώτατο επισήμανε: «[..] για να γίνει επίκληση του Δικαίου της Ανάγκης, με βάση καλώς νομολογημένες αρχές, πρέπει πράγματι να υπάρχει αδήριτη ανάγκη για διασφάλιση της συνέχισης της αποτελεσματικής λειτουργίας του κράτους». Οι δικαστές (αιτητές) εκπροσωπήθηκαν από τους δικηγόρους Γιώργο Τριανταφυλλίδη και Πόλυ Πολυβίου.

Ναι από ΔΕΕ

Πάντως, αρχές Μαρτίου του 2018, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) έκρινε ότι ήταν νόμιμες οι μειώσεις των μισθών των δικαστών στην Πορτογαλία [υπόθεση C-64/16 Associacao Sindical dos Juizes Portuguesses κατά Tribunal de Contas (Συνδικαλιστική Οργάνωση Πορτογάλων Δικαστών κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου)]. Συγκεκριμένα, το ΔΕΕ αποφάσισε ότι οι μειώσεις των αποδοχών των δικαστών του Tribunal de Contas στην Πορτογαλία δεν συνιστούν παραβίαση της αρχής της ανεξαρτησίας των δικαστών. «Τα μέτρα αυτά, που λήφθηκαν στο πλαίσιο της χορηγήσεως χρηματοοικονομικής συνδρομής από την Ευρωπαϊκή Ένωση προς το κράτος μέλος αυτό, έπληξαν εν γένει και σε προσωρινή βάση μεγάλο τμήμα του προσωπικού της πορτογαλικής δημόσιας διοίκησης. Το Supremo Tribunal Administrativo (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο) έκρινε ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τα επίμαχα μέτρα μείωσης των αποδοχών θίγουν την ανεξαρτησία των μελών του Tribunal de Contas. Πρόκειται για μέτρα γενικής εφαρμογής, που έχουν ως αντικείμενο τη συμβολή ενός συνόλου μελών της εθνικής δημόσιας διοίκησης στην προσπάθεια περιορισμού των δαπανών, η οποία υπαγορευόταν από τις επιταγές περί περιορισμού του υπερβολικού ελλείμματος του προϋπολογισμού του Πορτογαλικού Δημοσίου. Επιπλέον, τα επίμαχα μέτρα είχαν προσωρινό χαρακτήρα, δεδομένου ότι τέθηκαν σε ισχύ την 1η Οκτωβρίου 2014 και καταργήθηκαν οριστικά την 1η Οκτωβρίου 2016 [http://www.cylegalnews.com/2018/03/blog-post_3.html].

Επόμενο άρθρο:


Επιστροφή
στην αρχή