Παρπέρης Ττίκκης - Το ιερό τέρας του τσιαττίσματος

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΚΥΠΡΟΣ

Είναι γρήγορος. Μέχρι να τελειώσει ο αντίπαλος τον πρώτο στίχο, έχει έτοιμο το δικό του δίστιχο για να του απαντήσει με νόημα.

Είναι γρήγορος. Μέχρι να τελειώσει ο αντίπαλος τον πρώτο στίχο, έχει έτοιμο το δικό του δίστιχο για να του απαντήσει με νόημα. Ο 72χρονος Γιάννης Ττίκκης, από την κατεχόμενη Τρυπημένη Αμμοχώστου, αν δεν είναι ο καλύτερος που έχουμε σήμερα στο τσιάττισμα, είναι από τους καλύτερους. Όχι μόνο από τους νυν, αλλά και από τους παλιούς που ‘‘έφυγαν’’, τα ιερά τέρατα, με τα οποία αναμετριόταν στο τσιάττισμα από νεαρή ηλικία και, παρά τα πολλά χρόνια που τους χώριζαν, τις περισσότερες φορές έβγαινε νικητής.

Μέχρι σήμερα σε αγώνες τσιαττίσματος, όπως και πριν από λίγες μέρες σε εκδήλωση στην Κοφίνου, ο κ. Ττίκκης αρπάζει το μικρόφωνο και λέει ξεκινώντας τσιαττιστά του παλλιωμάτου, προκαλώντας τον αντίπαλο:

«Το τσιάττισμαν εν’ τέγνη μου

τζ’ι όπου βρεθώ λαλώ το,

θκιω του χρώμαν τζ’ι ομορκιάν

τζ’ι από 'σ'ει κκότσ'ια τζ'αι καρκιάν

νά ’ρτει τζ'αι καρτερώ τον».

 

«Παντρεύοντας» στίχους

Όπως αναφέρει στον «Π», κύριο γνώρισμα του καλού ‘‘τραουθκιού’’, δηλαδή του καλού τσιαττίσματος, είναι να είσαι γρήγορος. «Κάποτε, ώσπου να τελειώσει ο αντίπαλός μου το τραούιν, που το μισόν του που εννά πει, έχω του τελειωμένον το άλλον εγώ ολόκληρον», λέει. «Φτάνει να έχουν νόημα οι στίχοι του άλλου, γιατί άμα εν έχουν, εν μπορείς να τραουήσεις», συμπληρώνει δίνοντας συγχρόνως τη δεύτερη αρετή της τέχνης του. «Τα τραούθκια μου εμένα εν είναι απλώς να ’χουν ομοιοκαταληξία, εγώ αρμάζω τον πρώτο στίχο με τον δεύτερο, έχει σχέση ο ένας στίχος με τον άλλον, φκαίννει νόημα. Πάντα έν' τούτη η τέχνη του τσιαττίσματος. Τζ'αι να προσέχεις να μεν επαναλαμβάνεις τες ίδιες λέξεις πολλές φορές».

 

Ο Γιάννης Ττίκκης απαγγέλλει ποιήματά του στο κουρείο του στην Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στο κέντρο της Λευκωσίας. 

 

Στο DNA μας

Στην ερώτηση εάν το καλό τσιάττισμα είναι προϊόν ταλέντου ή δουλειάς, ο κ. Ττίκκης απαντά πως το κουβαλά ο καθένας στο DNA του. «Όμως άλλοι φέρουν το πολλά, άλλοι λλίον, άλλοι αφήνουν το κρυφόν τζ’ι εν το καλλιεργούσιν», διευκρινίζει. «Αν σου αρέσκει τζ'αι δοθεί σου η ευκαιρία τζ'αι καλλιεργήσεις το τσιάττισμαν, εμπλουτίζεις το, αν πάεις τζ'αι πάρακατω, πάεις τζ'αι στην ποίησην, να γράψεις ποιήματα, τζ'αι ερωτικά τζ'αι που ούλλα».

 

 

Ο «δάσκαλος»

Όπως δηλώνει -‘‘χωρίς να θεωρηθεί ότι λαφαζανεύκω’ τονίζει πρώτα- είναι πολλοί σήμερα που τον θεωρούν από τους καλούς δασκάλους, όπως πριν λίγες μέρες σε εκδήλωση στην Κοφίνου, όπου κάποιοι άγνωστοι ‘‘τσιαττιστάες’’, ανάμεσά τους και νέα παιδιά, έτρεξαν να τον αγκαλιάσουν και να τον πουν ‘‘δάσκαλο’’.

«Η τέχνη -έτσι είπα τζ’αι των παιθκιών- του τσιαττίσματος είναι ένας μαθητευόμενος, ένας που τραουδά, να βρίσκει καλλύττερους του να τραουδά. Άμμα θέλεις να μάθεις τσιάττισμαν τζ’αι ποίηση τζ’αι πάεις σε σ’ειρόττερον, τζιαι καλός να ’σαι, μες στον κόσμον φαίνεσαι τζ’ι εσύ σκάρτος».

 

Νέοι συνεχιστές

Ο κ. Ττίκκης βλέπει με αισιοδοξία το μέλλον της τέχνης που υπηρετεί. Διαπιστώνει ότι σήμερα υπάρχουν πολλοί νεαροί, από 16 -17 χρονών και πάνω, από όλα τα μέρη της Κύπρου, οι οποίοι, αν και κατά τον ίδιο ‘‘θέλουν δουλειά’’, ασχολούνται με το τσιάττισμα και αυτό είναι ευχάριστο, γιατί πιστεύει ότι θα ‘‘τραβήξουν’’ κι άλλους μαζί τους. Σε εκδηλώσεις, λέει, τους βλέπει και ‘‘μετρά τα γράδα τους’’, τη δύναμή τους, διαπιστώνοντας με ικανοποίηση πως κάποιοι χρησιμοποιούν στίχους δικούς τους και όχι δανεισμένους, όπως συμβαίνει συχνά.

 

Υπολογίζει ότι τα διπλώματα από διακρίσεις σε διαγωνισμούς τσιαττίσματος και ποίησης ανέρχονται γύρω στα 160. 

 

 

Οι πρώτες νίκες

Το πρώτο του δίπλωμα στο τσιάττισμα, και συγχρόνως πρώτο βραβείο, το πήρε το 1968, σε ηλικία 24 χρόνων, στο Φεστιβάλ του Πορτοκαλιού στη Μόρφου. Όπως αναφέρει, την ομάδα που συμμετείχε τότε αποτελούσαν οι Νικολαΐδης,  Μαππούρας, Ττίγγιρος και ένα παιδί από την Άσσια, το όνομά του Παντελής, που σήμερα είναι αγνοούμενος.

 

‘‘Δύσκολα’’ ερωτήματα

Το 1972, στη γιορτή του κατακλυσμού στην Κερύνεια, σε ‘‘αγώνα’’ με τον Ττίγγιρο, ανάμεσα σε χειροκροτήματα, φωνές και ενθουσιασμό του κόσμου για τις απαντήσεις που συνέχιζε να δίνει ‘‘έναν κοπελλούιν’’ σε έναν καταξιωμένο στιχοπλόκο της περιοχής, ο Ττίγγιρος του λέει για να το "στριμώξει":

 

Αφόσον είσαι ποιητής, τζ’αι κάμνεις τον μεγάλον.

Εγιώ πά’ σ’ τούτον τον καφκάν ερώτησην θα βάλω,

που τα βυζιά των κορασιών

έν’ το ζαβρόν ή το δεξιόν που έν’ το πιο μεγάλον;

 

Και του απαντά:

 

Άμα δουλέψει το μυαλό καθένας μας το βρίσκει,

Τζ’είνον πον’ πάνω στην καρκιάν,

Που τους παλμούς της που του θκια περίτου μιαλυνίσκει.

 

Τότε το κοινό διπλασίασε τον ενθουσιασμό του.

 

«Έννεν σωστά που του απάντησα;» λέει σήμερα χαμογελώντας.

 

 

Διπλώματα στο κουρείο

Απέναντί μας οι σειρές με τα κιτρινισμένα διπλώματα στους τοίχους του κουρείου και άλλα σε στοίβες πάνω στα ράφια μαρτυρούν εκείνες τις εποχές και τις μετέπειτα. Υπολογίζει ότι τα διπλώματα από διακρίσεις σε διαγωνισμούς τσιαττίσματος και ποίησης ανέρχονται γύρω στα 158-160. Τα περισσότερα βραβεία από την πορεία του είναι πρωτεία, αλλά, όπως ομολογεί, στους τοίχους του κουρείου κάπου-κάπου κρέμασε μεταξύ τους και μερικά δεύτερα ή τρίτα για να μην φαίνεται εγωιστικό.

Στους πελάτες του κουρείου του, το οποίο στο τέλος του μήνα κλείνει 52 χρόνια λειτουργίας, απαγγέλλει πολλές φορές δίστιχα ποιήματα ή διηγείται ιστορίες από τα παλιά. Όπως ομολογεί, η ποίηση τον βοήθησε πάρα πολύ στη δουλειά του, αφού πολλοί που τον άκουγαν σε εκδηλώσεις να απαγγέλλει πήγαιναν την άλλη μέρα στο κουρείο για να τον γνωρίσουν από κοντά.

Έκανε και πολλούς φίλους. Πολλοί του τηλεφωνούν για να του ζητήσουν να τους γράψει μερικά δίστιχα για τα ‘‘ζώματα’’ των παιδιών τους που παντρεύονται ή για να τα κάνουν δώρο, όπως κάποιοι στη γυναίκα τους όταν έχουν επέτειο γάμου.

 

 

 

Η ποίηση

Από τον τίτλο της ποιητικής του συλλογής «Με το γαίμαν της καρκιάς μου» αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς  ότι η ποίησή του είναι βιωματική και «του πόνου», όπως τη χαρακτηρίζει και ο ίδιος. Τονίζει πως το κάθε ποίημα κρύβει πίσω του και μια ιστορία. Η ποίησή του στο σύνολό της καλύπτει θέματα κοινωνικά, ερωτικά, προσφυγικά και καθημερινότητας. Το δράμα του ξεριζωμού, η τραγωδία των αγνοουμένων -ο πατέρας του ποιητή είναι αγνοούμενος-, η φύση, η αγροτική ζωή, τα ήθη και τα έθιμα είναι θέματα που τον ενδιαφέρουν. Εξάλλου ποιήματα του κ. Ττίκκη βρίσκονται και σε συλλογικά βιβλία ποιημάτων.

Όσον αφορά το ύφος της απαγγελίας, ο κ. Ττίκκης λέει πως αυτό έχει να κάνει κάθε φορά με το θέμα, την εκδήλωση, το κοινό και τον τόπο που θα πάει. «Είμαι τζ’αι ευαίσθητος πολλά εγώ», ομολογεί, «τζ’αι πιέζουμαι πολλές φορές να μεν κλάψω, γιατί έχω τόσην εικόναν μες στον νουν μου τζ’αι ζ’ω το ποίημαν μου».

Σε πολλές περιπτώσεις, όταν τον καλούν κάπου για να απαγγείλει ποιήματα, συλλέγει επιτόπου πληροφορίες και τις αξιοποιεί:

«Στον Αγρόν, στον χορό του τριανταφύλλου, ερώτησα πού έν’ τα πολλά τα τριαντάφυλλα, πού τα φκάλλουσιν; Λέουν μου, τζ’ει πας στα βρυσ’ιά τζ’αι τζ’ει πας στου Λούκα. Τζ’αι είπα τους τούτον το ερωτικόν ποίημαν:

Προχτές τζ’ειπάνω στα Βρυσ’ιά

μια Αγροτούα κορασιά

που πήεν με την θκειάν της,

τζ’ι εσύναεν τραντάφυλλα τζ’ι έβαλλεν στην ποθκιάν της

Τζ’ι αντί να πιάνει εδίαν τους που την μυρωθκιάν της’’

 

 

 

Παντού σαν ραψωδός

Σαν τους αρχαίους ραψωδούς και τους τροβαδούρους του Μεσαίωνα, οι λαϊκοί ποιητάρηδες πηγαίνουν σε διάφορα μέρη και απαγγέλλουν ποιήματα σε δημόσιες εκδηλώσεις. Ο κ. Ττίκκης από νεαρή ηλικία δίνει τακτικά το παρών του σε εκδηλώσεις κοινωνικού χαρακτήρα και σε διαγωνισμούς των ποιητάρηδων. Ανακαλεί στη μνήμη του τα πρώτα χρόνια μετά την εισβολή, όταν έγραφε ποιήματα και πήγαινε σε προσφυγικούς καταυλισμούς της Λευκωσίας (κατόπιν σε συνοικισμούς) για να τα απαγγείλει σε εκδηλώσεις που γίνονταν για ενθάρρυνση των προσφύγων. Όπως λέει, εκείνα τα χρόνια περιορίστηκε στην ποίηση, αφού λόγω του αγνοούμενου πατέρα του δεν είχε τη δύναμη να συμμετάσχει σε διαγωνισμούς τσιαττιστών - να ‘‘τραουδήσει’’.

Μετά από 12 χρόνια αποφάσισε να πάει στον διαγωνισμό του Κατακλυσμού στη Λάρνακα, για να επιστρέψει στις διακρίσεις των χρόνων πριν την εισβολή. Εξάλλου, συχνά παρευρίσκεται σε φιλανθρωπικές εκδηλώσεις, όπου τραγουδά εθελοντικά για τη συλλογή χρημάτων.

 

 

 

Μέχρι την Αυστραλία

Ο κ. Ττίκκης έχει λάβει μέρος και σε εκδηλώσεις στο εξωτερικό. Το Υπουργείο Παιδείας τον έστειλε να συμμετάσχει το 1994 μαζί με άλλους σε εκδήλωση του Δήμου Καλαμαριάς στη Θεσσαλονίκη και το 1995 σε εκδήλωση των ομογενών της Αυστραλίας. Λόγω των εμπειριών που είχε εκεί και της αγάπης του κόσμου, αναφέρει πως το ταξίδι στην Αυστραλία ήταν η ‘‘πκιερωμή’’ του για ό,τι είχε κάνει μέχρι τότε για την παραδοσιακή ποίηση. Η εκτίμηση που του έδειξε εκεί ο κόσμος ήταν κάτι πολύ σημαντικό για τον ίδιο, από τη στιγμή που -και το αναφέρει με περηφάνια- δεν τέλειωσε καν το δημοτικό σχολείο.

 

 

Ταινία του Πανίκου Χρυσάνθου για τη ζωή του

Αξίζει να σημειωθεί πως αυτό το διάστημα ο γνωστός Κύπριος σκηνοθέτης Πανίκος Χρυσάνθου ετοιμάζει ντοκιμαντέρ για τη ζωή του κ. Ττίκκη.

Μάλιστα έχουν επισκεφτεί το κατεχόμενο χωριό του, τη Χάρτζια, απ’ όπου μπροστά στον φακό διηγείται ιστορίες από τη ζωή του.

 

 


Επιστροφή
στην αρχή