Παρασκευή βράδυ, ξημέρωμα Σαββάτου

ΑΠΟΨΗ /ΑΛΛΗ ΟΧΘΗ

Έπεσε πάνω μας βαριά αυτή η καταχνιά. Βροχή, λάσπη, υγρασία, δελτία καιρού. Και το διαπεραστικό κρύο της Λευκωσίας. Τα πρωινά μαζεύεις το θάρρος σου για να δεις έξω απ? το παράθυρο. Είμαστε άμαθοι σ? αυτή την κατάσταση και το επιβεβαιώνεις από τις στρώσεις ρούχων που φοράμε όλοι, τον αδέξιο τρόπο των οδηγών στους δρόμους, δηλαδή εκείνο το μίγμα διστακτικότητας και κουτοπονηριάς.

Έπεσε πάνω μας βαριά αυτή η καταχνιά. Βροχή, λάσπη, υγρασία, δελτία καιρού. Και το διαπεραστικό κρύο της Λευκωσίας. Τα πρωινά μαζεύεις το θάρρος σου για να δεις έξω απ? το παράθυρο. Είμαστε άμαθοι σ? αυτή την κατάσταση και το επιβεβαιώνεις από τις στρώσεις ρούχων που φοράμε όλοι, τον αδέξιο τρόπο των οδηγών στους δρόμους, δηλαδή εκείνο το μίγμα διστακτικότητας και κουτοπονηριάς.

 

Ίσως αυτό να είναι το κακό της ράτσας μας: από τη μια προτάσσει το προσωπείο της αρετής και της ταπεινότητας και από την άλλη προσπαθεί να βρει έναν καινούργιο πανούργο τρόπο να παραβιάσει τον κανόνα, ελπίζοντας ότι θα τη βγάλει καθαρή, χωρίς συνέπειες. Όταν έρθει η ώρα της ευθύνης και του ξεσκεπάσματος όμως, όλοι έχουν ήδη προτεταμένους τους δείκτες στον γείτονά τους. Αυτός, αυτός, αυτός. Κι είναι αυτό που με αιφνιδιάζει περισσότερο, η ετοιμότητα του να «δώσεις» τον άλλο στεγνά και η προτροπή να σφυρίξουν τα δρεπάνια στο διπλανό χωράφι. Μιλάω γι? αυτούς που έχουν μόνο δικαιολογίες για τους εαυτούς τους και μόνο αντιρρήσεις για τους άλλους. Αν τύχει να τους συναπαντήσεις, βουλιάζεις αργά στον ελώδη βούρκο των επιχειρημάτων τους και της ανεπάρκειάς τους. Μακριά, γιατί ο πνιγμός είναι το αναπόφευκτο τέλος.

 

Και δεν αναφέρομαι σε πραγματικούς πνιγμούς, αξιόποινες πράξεις και αδικήματα συνωμοσιολογικής φύσης, αλλά στις άλλες συμπεριφορές και τις σχέσεις που έρχονται να εγκλωβίσουν και να εξουσιάσουν τους ανθρώπους στους έρωτες, στην οικογένεια, στις φιλίες και όπου αλλού τύχει να βρεθούν τουλάχιστον δύο άνθρωποι. Έλεγα για αυτές τις μέρες, λοιπόν, που μοιάζουμε να διανύουμε την ατελείωτη επικράτεια ενός σκοτεινού χειμώνα. Κεφάλι κάτω, γιακάδες πάνω, κόντρα στον άνεμο, ριπές βροχής στο πρόσωπο κι οι στάλες που έρχονται σε αντικατάσταση δακρύων ή για να καθαρίσουμε έναν παλιό λεκέ που τον κουβαλάμε και μας βασανίζει. Τα σκέφτομαι αυτά πίνοντας ένα ουίσκι (ύστερα από χρόνια), Παρασκευή βράδυ, ξημέρωμα Σαββάτου και στο background οι δέκτες μου πιάνουν τις λέξεις από τις κουβέντες των φίλων μου, ίσα-ίσα για να εικάζω το νόημα και να μπορώ να πω κι εγώ δυο κουβέντες όταν έρθει ώρα. Μα εγώ ξεκίνησα για να καταθέσω μια σκέψη για το τώρα και ξεστράτισα ξανά. Αυτό ήταν το πρόβλημά μου από παλιά: ήθελα να κυνηγώ κάθε παράδοξη και παλαβή σκέψη που μου φαινόταν ενδιαφέρουσα σε μια δεδομένη στιγμή και τρόμαζα στο ενδεχόμενο να τη χάσω. Αν καθαρίσω όλες τις φιοριτούρες, τα στολίδια και τα μπαγκάζια, θα έλεγα ότι τελικά αυτά τα μυαλά είναι που με έφεραν ώς εδώ. Έξω, μου φαίνεται άρχισε να ξανοίγει και, έστω για τώρα, αυτό είναι που θέλω να κυνηγήσω...

 


Επιστροφή
στην αρχή