«Οψόμεθα λοιπόν, Αντωνάκη, εις Κυρήνειαν!»

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΚΥΠΡΟΣ

Οι αναμνήσεις, όπως τις κατέγραψε προτού πεθάνει ο Κερυνειώτης Χρ. Χριστοφορίδης για τον εγκλεισμό στο ξενοδοχείο Dome..

Ο Χριστόφορος Χριστοφορίδης, γνωστός στους Κερυνειώτες ως «Ττοφής», γεννήθηκε στην Κερύνεια τον Μάρτιο του 1901. Σπούδασε στην Αθήνα Νομικά και επέστρεψε στην Κερύνεια το 1936, όπου εξάσκησε το δικηγορικό επάγγελμα μέχρι τον διορισμό του, το 1968, σε επαρχιακό δικαστή Αμμοχώστου. Παρέμεινε στη θέση αυτή μέχρι το 1970, οπόταν αφυπηρέτησε. Ήταν ένας από αυτούς που έμεινε στην Κερύνεια το καλοκαίρι του 1974 και κατέληξε μεταξύ των εγκλείστων στο ξενοδοχείο Dome, όπου και παρέμεινε για έξι μήνες. Ήρθε στις ελεύθερες περιοχές τον Ιανουάριο του 1975. Πέθανε πρόσφυγας στη Λευκωσία τον Οκτώβριο του 1996.

Το κείμενο που ακολουθεί, σύμφωνα με τη δρα Έρση Δημητριάδη, το έγραψε μετά που έφυγε από την αγαπημένη του Κερύνεια υπό τον τίτλο «Σκόρπιες αναμνήσεις από την εισβολή και τον εγκλωβισμό στο Dome».
Ολόκληρο δημοσιεύτηκε σε τέσσερα μέρη στον «Φιλελεύθερο» τον Σεπτέμβριο του 1992. Εμείς επιλέξαμε να αναδημοσιεύσουμε το καθαυτό μέρος που αφορά την περίοδο που έμεινε στο Dome ο Χρ. Χριστοφορίδης.

«Έφυγα πολύ πρωί από το σπίτι μου με απόφαση να μην επιστρέψω. Κλείδωσα το σπίτι και πήρα το κλειδί μαζί μου και κατέβηκα στον δρόμο. Το πεζοδρόμιο γεμάτο από σφαίρες. Διέσχισα τον δρόμο και πέρασα στο απέναντι σπίτι του Ανδρέα Έλληνα. Εκεί βρήκα τη γυναίκα του στο μέσο σπασμένων επίπλων να κλαίει και να οδύρεται. Από τους πυροβολισμούς κατεστράφη η κυρία είσοδος του σπιτιού και οι σφαίρες εισχώρησαν στο εσωτερικό.
Έφυγα απ’ εκεί και πήγα στο σπίτι του Θεοχάρη (του γνωστού ταξιτζή). Τα ίδια και κει. Κλάματα και οδυρμοί. Μου πρόσφεραν τσάι και πήγα στην εκεί δισκοθήκη –νεόκτιστη– του κ. Ορφανίδη. Εκεί συνάντησα περί τους τριάντα Κερυνειώτες. Κάθονταν σκυθρωποί και αμίλητοι.

Ο καλός ιδιοκτήτης μάς ετοίμασε ένα θαυμαστό πρόγευμα. Βραστά κολοκύθια από τον κήπο του, λάδι αγνό και φρέσκα λεμόνια. Φάγαμε με όρεξη, περί τη 10η πρωινή.
Έξω στον δρόμο κάποιος φώναξε:

  • Όποιος θέλει να μεταβεί στο ξενοδοχείο Ντόουμ, υπάρχει εδώ λεωφορείο των Ηνωμένων Εθνών και θα τον μεταφέρει.
    Δεν έχασα ευκαιρία. Βγήκα έξω, πήγα στο λεωφορείο, παρακάλεσα τον οδηγό να με μεταφέρει στο Ντόουμ.
  • Αλλά, σε παρακαλώ, εδώ είναι το σπίτι μου, να περάσουμε να πάρω μερικά απαραίτητα πράγματα.

  • Θα σε πάρω, μου λέγει, αλλά πρόσεξε να μην αργήσεις.

Στο καταφύγιο
Περάσαμε από το σπίτι, πήρα μερικά πράγματα κατά τις 11:00 π.μ. Μπήκα, λοιπόν, στο ξενοδοχείο Ντόουμ λίγο μετά τις 11 ώρα της 24ης Ιουλίου 1974, ημέρα Τετάρτη.
Προχώρησα προς κάποιο γραφείο, όπου ο γραμματέας Νίκος Νικολαΐδης, αφού πήρε τα στοιχεία μου, με κατέγραψε στο βιβλίο των εγκλωβισμένων.
Ο συνωστισμός ήταν μεγάλος. Όλες οι αίθουσες ήσαν πλήρεις. Υπολόγισα ότι θα ευρίσκοντο μέσα στο Ντόουμ μερί τους 1.200. Συνέρρευσαν εκεί μέσα από την Κερύνεια, Θέρμια, Καράκουμι, Καζάφανι, Πέλλα Παΐς, Κάρμι, Αγ. Γεώργιο, Τριμίθι, Καραβά, Βασίλεια και Λάπηθο.

Τοποθετήθηκα σε κάποια μεγάλη αίθουσα, επάνω σε ξύλινο, μεγάλο καναπέ. Στην ίδια αίθουσα, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, νέοι και γέροι. Το τι συνέβαινε, χωρίς φως τη νύχτα, δεν περιγράφεται. Έμεινα εδώ περίπου δυο μήνες, οπότε πέρασα σε δωμάτιο που το εκκένωσαν Άγγλοι.

Στην άδεια που δόθηκε για να μεταβούν οι εγκλωβισμένοι να προσκυνήσουν και να προσευχηθούν στη γειτονική εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, ο Κώστας Ζαμπαρλούκος κατάφερε να απαθανατίσει μέσα από τις ορθάνοικτες πόρτες και τα ξεχαρβαλωμένα παράθυρα τη λεηλασία σε σπίτια Κερυνειωτών

Ντόουμ και Κατσελλής
Ιδιοκτήτης και δημιουργός του ξενοδοχείου Ντόουμ και διευθυντής, για αρκετά χρόνια, ο Κώστας Κατσελλής, ο οποίος ξεριζωμένος και αυτός εγκατεστάθη στη Λεμεσό, όπου και απεβίωσε.
Το ξενοδοχείο εκτίσθη σε χώρο όπου στα παλιά χρόνια βρίσκονταν οι κυβερνητικές αποθήκες της δεκάτης των σιτηρών. Πλησίον των αποθηκών, σε ξεχωριστό χώρο, ήταν το σφαγείο του Δήμου Κυρήνειας. Ο Κατσελλής αγόρασε τις αποθήκες, το σφαγείο και τον χώρο πίσω από τις αποθήκες, μέχρι την παραλία. Κατακρήμνισε τα κτήρια, ισοπέδωσε τον χώρο και έκτισε το ξενοδοχείο.

Το ξενοδοχείο εκτίσθη σύμφωνα με αρχιτεκτονικά σχέδια του αρχιτέκτονα Κάρολ, Άγγλου, όστις επηρεασμένος από την εκκλησιαστική βυζαντινή αρχιτεκτονική, σχεδίασε τη στέγη με θόλο (Dome), εξ ου και το ξενοδοχείο ονομάζεται Dome.

Σε ολίγη απόσταση από το ξενοδοχείο ήταν το μικρό νησάκι, βορείως, με το όνομα Κομπονήσι. Ήταν το στολίδι της παραλίας. Ισοπεδώθηκε και αυτό και κτίσθηκαν τα μπάνια και η πισίνα του ξενοδοχείου. Με γεφύρι συνδέεται το ξενοδοχείο με τη σημερινή πισίνα.

Το σκηνικό την επομένη
Μια μεγάλη ημισέληνος κρέμεται από τον ιστό, με αφαιρεμένο τον σταυρό της εκκλησίας Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Μια άλλη μεγάλη, επίσης τουρκική, σημαία στον ενετικό πύργο του Κάστρου της Κερύνειας. Σ’ έναν υψηλό ιστό, στημένο στο άκρο της πισίνας του Ντόουμ, αναρτημένη μεγάλη, επίσης τούρκικη, σημαία. Στο βάθος προς δυσμάς, στη Γλυκιώτισσα, κυματίζει ημισέληνος.
Δυο ένοπλοι στρατιώτες φρουρούν και περιπολούν νύκτα και μέρα στα νότια του ξενοδοχείου. Ένας άλλος ένοπλος Τούρκος στρατιώτης φρουρεί και περιπολεί το βόρειο μέρος του ξενοδοχείου.
Το τουρκικό αντιτορπιλλικό, με μια μεγάλη ημισέληνο στην πρύμνη και μια άλλη στην πλώρη, καταστόλιστο από μικρές και μεγάλες σημαίες, βολτάρει στα ανοικτά έξω από το λιμάνι της Κερύνειας. Πότε τραβάει στο πέλαγος και πότε καταπλέει στην παραλία.

Τα πλήθη στην προκυμαία κραυγάζουν: ‘Γιασασίν, Γιασασίν’.

Η Κοίμηση της Θεοτόκου από την εκκλησία του Αρχαγγέλου. Τα τάματα ήταν ακόμη στη θέση τους

Εσωτερικώς στο Ντόουμ
Αστυνομική φρουρά, με υπεύθυνο έναν αστυνομικό, φρουρεί και εποπτεύει την εσωτερική τάξη και ασφάλεια. Στην προκυμαία, κοντά στο ξενοδοχείο, συνεργείο ετοιμάζει τον χώρο όπου θα τοποθετηθεί η προτομή του Ατατούρκ (αργότερα συνετελέσθη το έργο και επί στήλης η προτομή τοποθετήθηκε).

Κάθε Παρασκευή καταπλέει και αγκυροβολεί στ’ ανοιχτά του λιμανιού της Κερύνειας ένα μεγάλο άσπρο φορτηγό βαπόρι. Μεταφέρει επιβάτες από την Ανατολία. Είναι, ως επί το πλείστον, μεσήλικες. Κρατούν στο ένα χέρι μια μικρή ταξιδιωτική βαλίτσα και στο άλλο ένα σκούρο παλτό ή μπαστούνι.

Το βαπόρι παραμένει όλη την ημέρα και αποπλέει πολύ πρωί το Σάββατο – φορτωμένο από λεηλατημένα πράγματα και εμπορεύματα για τη Μερσίνα. Παράλληλα το πρωί της Παρασκευής καταφθάνουν στο λιμάνι μεγάλα φορτηγά αυτοκίνητα, γεμάτα από προϊόντα της λεηλασίας, μηχανές, ψυγεία, πλυντήρια, έπιπλα κτλ. Αφού φορτώσουν τις μαούνες με τα αναφερόμενα πιο πάνω, τα μεταφέρουν στο άσπρο βαπόρι που αναμένει, κι’ αφού φορτώσει φεύγει.

Η lady Μπλάκολ
Επισκέπτες και επισκέπτριες μας επισκέπτονται συχνά, δικοί μας και ξένοι. Μεταξύ των επισκεπτών είναι η lady Μπλάκολ, σύζυγος του γενικού εισαγγελέα sir Μπλάκολ επί Αγγλοκρατίας. Στην εισβολή ευρίσκοντο στην Κερύνεια, στο μέγαρο Δ. Σεβέρη. Είναι η Μαρίτσα Μπλάκολ, το γένος Δημοσθένη Σεβέρη.

Είναι τακτική επισκέπτρια. Λεπτή, ευθυτενής, ψηλά το κεφάλι, βαδίζει αργά αλλά σταθερά, κρατώντας στο δεξί χέρι ένα λεπτό μπαστούνι και στο αριστερό μια τσάντα με δώρα για τους εγκλωβισμένους. Κάνει συντροφιά με την Άννα Χαρίλαου Δημητριάδη, σύζυγο του αείμνηστου Χαρίλαου Δημητριάδη, και τις αδελφές του Αθηνά Χατζηγαβριήλ, το γένος Δημητριάδη, και Μαρία Δημητριάδη, που είναι εγκλωβισμένες στο Ντόουμ.

Το ζεύγος Μπλάκολ έμενε αρκετό καιρό κατά την εισβολή στην Κερύνεια. Μετά, ξεριζωμένοι και αυτοί, εγκατεστάθησαν στη Λευκωσία. Πέθαναν κι οι δύο στη Λευκωσία. Η Μαρίτσα Μπλάκολ ήταν τακτική επισκέπτρια των εγκλωβισμένων. Κατά τις επισκέψεις της, προσεκόμιζε δώρα, και με τα λόγια της τους παρηγορούσε. Ας είναι αιωνία της η μνήμη.

Η ιστορία του Παντέχη
Μεταξύ των εγκλωβισμένων του Ντόουμ είναι και ο Γεώργιος Παντέχης, γνωστός έμπορος ηλεκτρικών ειδών στην Κερύνεια. Το σπίτι του στην Κάτω Κερύνεια βρίσκεται σε απόσταση περίπου 200 μέτρων νοτίως του Ντόουμ.

Από τους εξώστες, στη νότια πλευρά του ξενοδοχείου, το σπίτι του είναι ορατό. Κυρίως η είσοδός του. Ο ιδιοκτήτης τακτικά είναι ακουμπισμένος σε κάποιον εξώστη ή παράθυρο και με αγωνία και νευρικότητα παρακολουθεί τη λεηλασία του σπιτιού του. Απ’ έξω από το σπίτι είναι σταθμευμένο ένα μεγάλο φορτηγό, έτοιμο να φορτώσει προϊόντα της λεηλασίας.
Ο Παντέχης ψιθυρίζει, μονολογεί και λέγει:

Να τα έπιπλα του σπιτιού μου, φορτώνονται στο φορτηγό. Να το ψυγείο, να το πλυντήριο, να διάφορα οικιακά σκεύη και πράγματα.
Υπερφορτώνεται το φορτηγό και φεύγει. Ακολουθούν οι Τουρκάλες, από διάφορα χωριά, κρατά η καθεμία μιαν τσάντα που τη γεμίζουν με απομεινάρια της λεηλασίας. Γεμίζουν τις τσάντες και φεύγουν. Φεύγει και ο Παντέχης, κατηφής και σκυθρωπός, δακρύζοντας.

Το ‘όχι’ της Ιουλίας
Κάποιο πρωινό, καταφθάνει ένας Τουρκοκύπριος με τη χανούμ του στο Ντόουμ. Ζητούν επειγόντως την Ιουλία Μαρκίδη, τη γνωστή Τζούλια, ξακουστή επιχειρηματία. Ειδοποιείται η κυρία Ιουλία και συναντάται με το τουρκικό ζεύγος. Λέγει ο Τουρκοκύπριος στην Ιουλία:

  • Εγώ και η χανούμ μου πληροφορηθήκαμε ότι έχετε ένα καλό σπίτι, με ωραία μοντέρνα έπιπλα. Το σπίτι τώρα είναι δικό μας. Μας το έδωσε η μητέρα πατρίδα. Να μας δώσετε τα κλειδιά του σπιτιού, αλλιώς θα σπάσουμε την πόρτα.
    Αγανακτισμένη, η Τζούλια απαντά:

  • Τα κλειδιά δεν σας τα δίνω, σπάστε την πόρτα.
    Και έφυγε. Δεν ξέρω αν κρατεί τα κλειδιά στην ποδιά της η Ιουλία

Ισότης… σε όλα

Τρώγαμε όλοι μαζί. Καθόμαστε όπου θέλαμε. Χωρίς διάκριση. Ένα μεσημέρι πήγα να φάγω. Η τραπεζαρία ήταν πλήρης. Κάθισα σ’ ένα μεγάλο τραπέζι. Είχα απέναντί μου την Αφροδίτη Ιακώβου, μια φτωχή γυναικούλα από την Κάτω Κερύνεια. Επίσης την Άννα Δημητριάδη, σύζυγο του αείμνηστου δημάρχου Κερύνειας Χαρίλαου Δημητριάδη, την Αθηνά Χατζηγαβριήλ (το γένος Δημητριάδη) και τη μαία Δημητριάδη. Περιμένουμε με ανυπομονησία το λιτό φαγητό. Προσκομίζονται κουκιά (κούννες), σε ελάχιστη ποσότητα, ελάχιστο λάδι, και χωρίς λεμόνι. Ψωμί: μπισκότο.
Η Αφροδίτη, που κάθεται δίπλα στην κυρία Άννα, πέφτει με τα μούτρα στα κουκιά. Η Άννα κοιτάει διστακτικά το πιάτο. Δεν μιλάει. Δε τρώγει. Λέγει τότε η Αφροδίτη στην Άννα.

  • Φάγε, κυρία Άννα μου, είναι καλά τα κουκιά, γιατί δεν τρώγεις;
    Η Άννα δεν απαντά.

  • Α! Κυρία Άννα μου, τώρα είναι πολύ ωραία. Ήμασταν ούλλοι ίσια-ίσια.

Ο χοίρος του Άη Γιώρκη

Περί τα μέσα Σεπτεμβρίου, επισκέπτεται το Ντόουμ ο στρατιωτικός διοικητής της Κερύνειας. Συνοδεύεται από διερμηνέα. Είναι μεσήλικας, παχουλός, σφιχτοδεμένος, μετρίου αναστήματος και ομιλητικός. Μοιάζει μάλλον με καλό οικογενειάρχη παρά με στρατιωτικό. Πέφτει το μάτι του σε μια ομάδα μικρών παιδιών που παίζουν και λέγει:


  • Έχω και εγώ παιδιά.
    Ακολούθως ερωτά τι χρειαζόμαστε και τι ανάγκες έχουμε και ζητάμε:
    Τηλεόραση και ραδιόφωνο. Να χρησιμοποιούμε τη βόρεια βεράντα του ξενοδοχείου για περίπατο. Να χρησιμοποιούμε την πισίνα του ξενοδοχείου και να μπορούμε ορισμένες μέρες να κάνουμε περίπατο στην προκυμαία.
    Υπήρξε συνεπής και όλα τα ανωτέρω έγιναν. Ακολούθως, μας είπε:

  • Εσείς τρώγετε χοιρινό κρέας. Πληροφορήθηκα ότι στο Άγιο Γεώργιο περιπλανώνται χοίροι. Να μου δώσετε δύο ανθρώπους να τους στείλω να συλλάβουν έναν χοίρο, να τον σφάξουν και να φάτε.
    Και αυτό έγινε. Υπήρξε πράγματι συνεπής ο στρατιωτικός διοικητής στις υποσχέσεις του.

Οι στρατιωτικές έρευνες
Οι στρατιωτικές έρευνες εγίνοντο πάντοτε «εν καιρώ νυκτός». Από τις 10 το βράδυ μέχρι των πρωινών ωρών. Με φωνές και αλαλαγμούς εξαγγελλόταν η στρατιωτική έρευνα! Συναγερμός. Όλοι στην τραπεζαρία. Έρευνα. Έτσι μαζευόμαστε όλοι στην τραπεζαρία. Εν τω μεταξύ άρχιζε η έρευνα των δωματίων και των άλλων χώρων όπου διαμέναμε. Αναμέναμε όρθιοι το τέλος της. Περί τα ξημερώματα τελείωνε.
Μπροστά σ’ ένα μικρό τραπέζι στην τραπεζαρία καθότανε ένας Τουρκοκύπριος λοχίας, ο οποίος κρατούσε έναν κατάλογο των ονομάτων και μας ήλεγχε, φωνάζοντας του καθενός το όνομα και το επίθετο. Εμείς έπρεπε να απαντήσουμε «παρών».

Όταν τελείωνε και ο τελευταίος, προσήρχετο Τούρκος αξιωματικός και μας ζητούσε συγγνώμη για την ανησυχία.
Κάποτε, σε μια από τις έρευνες, ένας αξιωματικός δικαιολογήθηκε ως εξής:
Κάναμε αυτή την έρευνα γιατί ένας από σας πυροβόλησε το ελικόπτερο που πετούσε επάνω από το Ντόουμ.
Και έφυγε γελώντας...

Ο επίλογος
Στο Ντόουμ συνεγκλωβισμένος ήταν κι ο Αντωνάκης, νεαρός υπάλληλος της Τράπεζας Μπάρκλεϋς, άριστος γνώστης της τουρκικής. Πλουτισμένος με αγάπη προς τους συνανθρώπους του. Έτοιμος πάντα να βοηθήσει και εχθρούς και φίλους – και τους βοηθούσε.

Αφού παρέμεινε αρκετό καιρό στο Ντόουμ, το εγκατέλειψε και εγκατεστάθη στη Λευκωσία. Ζει ακόμη εδώ. Τον συναντώ κάπου-κάπου. Πάντοτε επίστευε και πιστεύει ότι θα επιστρέψει στην Κερύνεια.
Οψόμεθα λοιπόν, Αντωνάκη, εις Κυρήνειαν!

Καυτές, ανεξάντλητες και αλησμόνητες οι αναμνήσεις».

Αντί επιλόγου

Το πιάνο του Dome (επί της εποχής του ιδιοκτήτη του Κώστα Κατσελλή), καρτερά μέχρι σήμερα σε μία γωνία του λόμπι

Γράψαμε τις προηγούμενες μέρες, σε κάποιο ρεπορτάζ, ότι η ιστορία των εγκλείστων Κερυνειωτών στο Dome θα μπορούσε να εμπνεύσει σκηνοθετικά και το εγχείρημα μεταφοράς της στη μεγάλη οθόνη.

Η δική μας προσπάθεια ήταν να ρίξουμε πρόσθετο φως σε μια όχι και τόσο γνωστή πτυχή του πικρού καλοκαιριού του 1974. Αφορμή, η επιθυμία του Κώστα Ζαμπαρλούκου να δουν το φως της δημοσιότητας οι φωτογραφίες που τράβηξε με μια μικρή yashica από τη ζωή των εγκλωβισμένων, τον οποίο και θερμά ευχαριστούμε.

Η Μερόπη Μωυσέως ήταν αναμφίβολα η ψυχή της όλης προσπάθειας. Σε αυτή συνέδραμαν όμως και η Μαριλένα Ευαγγέλου, η Ελένη Παπαδοπούλου και η Χρύστα Ντζάνη.

Ο μικρός γιος της οικογένειας Φαντάρου με μάτια γεμάτα αθωότητα αλλά και απορία

Ο αντιδήμαρχος Κερύνειας, γιατρός Ξάνθος Χαραλαμπίδης, απευθύνεται στους έγκλειστους με τηλεβόα.

 Εργόχειρο και βελονάκι για τις γυναίκες στη βεράντα. Οι άντρες τάβλι και κουβέντα για τις εξελίξεις.

Υπήρχε και συνεργείο καθαριότητας στο Dome. Σε πρώτο πλάνο ο μ. Κωστάκης Αθανασιάδης επί το έργον!

Αρχές του δύσκολου χειμώνα του 1974. Η τρικυμισμένη θάλασσα της Κερύνειας από το μπαλκόνι του Dome.

 

 

 

 

Επόμενο άρθρο:


Επιστροφή
στην αρχή