Ομιλείτε Κυπριακά; Τι σημαίνει κουρκάρω;

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΟΜΙΛΕΙΤΕ ΚΥΠΡΙΑΚΑ

Ξέρουμε πραγματικά τι σημαίνουν οι λέξεις που χρησιμοποιούμε στην κυπριακή διάλεκτο σχεδόν καθημερινά; Γράψτε μας στα σχόλια τη δική σας ερμηνεία

Ομιλείτε Κυπριακά; Τι σημαίνει κουρκάρω;

 Κουρκάρω σημαίνει πτοούμαι, φοβούμαι, δειλιάζω. Επίσης κουρκώ (παλ. Τουρκική koruk – Clauson 1972:651).

 Συνήθως τα ρήματα κουρκάρω και κουρκώ συνδυάζονται με το αρνητικό μόριο εν (δεν) «εν κουρκάρει», «εν κουρκά».

 «Λαλώ του να μεν κάμνει φασαρίαν μεσ’ το μεσημέριν, μα εν κουρκάρει» (Μακρή 1988:36)

 

Εδώ μπορείτε να δείτε όλες τις λέξεις που έχουν αναρτηθεί μέχρι σήμερα, αλλά και τις ερμηνείες τους


Επιστροφή
στην αρχή