Ο βιολιστής του ξενοδοχείου Dome, Γιώργος Κιάμηλος

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΚΥΠΡΟΣ

Μας είχαν πει ότι «για δυο-τρεις μέρες» θα πρέπει να πάμε όλοι στο Dome γιατί μπαίνει ο στρατός στην Κερύνεια. Οι δυο-τρεις μέρες έγιναν πολλοί μήνες

 Ο βιολιστής του Dome (Του Σωτήρη Παρούτη)

Η ιστορία με τον βιολιστή του Dome Γιώργο Κκιάμηλο θα μπορούσε να εμπνεύσει σκηνοθετικά το όποιο εγχείρημα μεταφοράς της ιστορίας στη μεγάλη οθόνη των εγκλείστων στην Κερύνεια εκείνους τους μήνες μετά το καλοκαίρι του 1974.
Ο Γιώργος (Γιώρκο τον φώναζαν οι συντοπίτες τους) Κκιάμηλος έμεινε και αυτός στο Dome της Κερύνειας. Στο ξενοδοχείο πήγε την Πέμπτη 25 Ιουλίου 1974 μόνο με τα ρούχα που φορούσε, αλλά και το αγαπημένο του βιολί υπό μάλης και τυλιγμένο προσεκτικά σε ένα κομμάτι ρούχο και κουβαλούσε ήδη 77 χρόνια στην πλάτη.

Γνωστός σε όλους τους Κερυνειώτες, αφού στους παλιούς καλούς καιρούς έπαιζε σε γάμους και πανηγύρια σε ολόκληρη την επαρχία. Αυτοδίδακτος μουσικός, γεννήθηκε το 1897 (στην Κερύνεια) και πέθανε το 1983 στην προσφυγιά (στη Λεμεσό).

Εργάστηκε πότε ως ψαράς και πότε ως μαουνιέρης στο μικρό λιμάνι της πόλης, όταν ανθούσε το εμπόριο με την Αττάλεια, τη Μερσίνα και τη Χάιφα.
Στο Dome μεταφέρθηκε, όπως και οι υπόλοιποι Κερυνειώτες, λίγες μέρες μετά τον πρώτο γύρο της τουρκικής εισβολής. Το βιολί τις πρώτες εβδομάδες το είχε τυλιγμένο και φυλαγμένο στον χώρο όπου έγερνε τα βράδια να κοιμηθεί. Οι μέρες και οι εβδομάδες περνούσαν βασανιστικά και μονότονα και ο Κκιάμηλος δεν τολμούσε να το αγγίξει, παρόλο που μάθαμε αυτές τις μέρες που ψάχναμε το θέμα ότι κάποιοι τον είχαν δει πού και πού να ακουμπά στις χορδές και άλλοτε να τεντώνει το δοξάρι. Όταν όμως επετράπη στους έγκλειστους να εξέρχονται του ξενοδοχείου και να περιπατούν στη βορινή βεράντα που την έβρεχε η θάλασσα της Κερύνειας, ο Κκιάμηλος ξεθάρρεψε. Έπαιρνε τα απογεύματα την καρέκλα του και το βιολί του και έπαιζε. Ο Γιάννης μάς μετέφερε και μία πιο συγκεκριμένη εικόνα: Ένα δειλινό του Νοέμβρη, «μες στο ψιλόβροχο» ο Κκιάμηλος εκεί απέξω από το ξενοδοχείο να παίζει έναν λυπητερό σκοπό.
Στις φωτογραφίες που έχουμε εξασφαλίσει είδαμε πάντως τον βιολιστή στην Κερύνεια να παίζει χαμογελαστός και σε διάφορες παρέες των εγκλείστων, αλλά και στη χριστουγεννιάτικη γιορτή που οργανώθηκε τον Δεκέμβριο του 1974 στο Dome.

Ο Γιώρκος Κκιάμηλος, ψαράς, μαουνιέρης και αυτοδίδακτος μουσικός

 

 

 ********************************************************************************************

 

 «Μένω εδώ, ζω στην Κερύνεια», (Της Μερόπης Μωυσέως)

Από τα πολυτιμότερα αντικείμενα που έφερε από το σπίτι της στην Κερύνεια η Στέλλα Σπύρου είναι ένας πίνακας στον οποίο είναι ζωγραφισμένη η θέα από το σπίτι της στην κάτω Κερύνεια. Ένα -πνιγμένο στο πράσινο- σπίτι το οποίο η οικογένειά της -ο πατέρας, η μητέρα και η ίδια με τα δύο παιδιά της- αναγκάστηκε να εγκαταλείψει στις 26 Ιουλίου 1974. 

«Το πρωί της Παρασκευής έσπασαν τα τζάμια της εισόδου του σπιτιού μας. Ήταν η πρώτη φορά που πάγωσα. Έμεινα αποσβολωμένη, τα μωρά ξύπνησαν. Είδα ένα χέρι να προσπαθεί να ανοίξει την πόρτα από μέσα. Τότε φάνηκε το γαλάζιο περιβραχιόνιο και άκουσα ένα ‘is anybody in?’ (είναι κανείς εδώ;). ‘Yes’ είπα εγώ και όρμηξα να ανοίξω την πόρτα. Ήταν τα Ηνωμένα Έθνη με ένα τζιπ.»

Στην οικογένεια λέχθηκε ότι «για δυο-τρεις μέρες» θα πρέπει να πάνε όλοι στο Dome γιατί μπαίνει ο στρατός. Με τη μητέρα της η Στέλλα Σπύρου πήρε κάποια σεντόνια, πιτζάμες για τα παιδιά, οδοντόβουρτσα και οδοντόπαστα. Φτάνοντας εκεί, αντίκρισε εκατοντάδες συντοπίτες της. Η οικογένειά της ήταν η τελευταία που βρέθηκε στο ξενοδοχείο, από την κάτω Κερύνεια.

«Μένω εδώ,ζω στην Κερύνεια μας λέει με πείσμα η κ. Στέλλα Σπύρου που βρέθηκε την Παρασκευή 26 Ιουλίου του 1974 στο ξενοδοχείο Dome με δυο παιδιά στην αγκαλιά. (Φώτο Ελένη Παπαδοπούλου)

Η κόρη του σεφ

Η Στέλλα Σπύρου ήταν 30 ετών όταν έγινε η τουρκική εισβολή. Είχε δύο παιδιά, τον Γλαύκο και τον Φοίβο, που «ευτυχώς πρόλαβαν να γνωρίσουν την Κερύνεια». Η οικογένεια παρέμεινε στο Dome μαζί με τους τελευταίους 37 ανθρώπους που παρέμειναν στο ξενοδοχείο προτού μεταφερθούν στο Μπέλλαπαϊς, με εξαίρεση τους Κώστα Ζαμπαρλούκο και Γιώργο Παντελίδη.

Η Στέλλα Σπύρου ήταν η κόρη του μάστρε Γιώργου, σεφ του ξενοδοχείου Dome, το οποίο γι’ αυτόν τον λόγο έγινε το ‘δεύτερο σπίτι’ της.
«Το πρώτο ρεσιτάλ πιάνου που άκουσα στη ζωή μου ήταν στο me, από τον Γιώργο Θέμελη, ένα τυφλό πιανίστα. Βεβαίως ήμουν μικρή αλλά επειδή ήμουν η κόρη του μάγειρα μού εξασφάλισαν μια θέση και πήγα. Είχε και υπαίθριο σινεμά στου Κατσελλή, δίπλα στη θάλασσα. Είχε μια έντονη καλλιτεχνική ζωή η Κερύνεια. Λόγω της ομορφιάς της, ήταν όλοι καλλιτέχνες. Η ομορφιά ενός τόπου υποβάλλει καλλιτεχνικές αναζητήσεις. Ζωγράφους, συγγραφείς, μουσικούς. Ακόμα και η μαγειρική τέχνη ήταν.»

H Στέλλα Σπύρου, έγκλειστη στο Dome, αγκαλιά με τον Γλαύκο της

Η ζωή στο Μπέλλαπαϊς

Προτού οι 35 έγκλειστοι στο Dome μεταφερθούν στο Μπέλλαπαϊς, ο Κώστας Ζαμπαρλούκος έδωσε στη Στέλλα Σπύρου μια φωτογραφική μηχανή. Τη χρησιμοποίησε η Στέλλα για να καταγράψει σε εικόνες τη ζωή εκεί. Της εξασφάλιζε φιλμ για τη μηχανή η Καναδή Μις Ρόμπινσον, κάθε φορά που πήγαινε στη Λευκωσία.

Φωτογράφιζε τη ζωή στο Μπέλλαπαϊς και τις επισκέψεις στο Αββαείο, τις αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες του Αββαείου, την εκδρομή των εγκλωβισμένων μαθητών και μαθητριών του σχολείου. Η Στέλλα ήταν η δασκάλα στο σχολείο του Μπέλλαπαϊς. Ο διορισμός της στο σχολείο ήταν και η αφορμή των Τούρκων για να την πάρουν στο Μπέλλαπαϊς. Στην αρχή η ίδια τους είπε ότι θέλει να πηγαίνει κάθε πρωί και να την φέρνουν πίσω στο Dome. Οι Τούρκοι δέχτηκαν αλλά την επόμενη μέρα εμφανίστηκαν με φορτηγό και είπαν πως πρέπει να μαζέψουν τα πράγματά τους και να φύγουν.
«Εκεί μας έδωσαν το σπίτι της οικογένειας Σιεκερή από το Μπέλλαπαϊς, απέναντι από το σχολείο. Καθαρίζοντας το σπίτι, είδα ένα φίδι, ένα θερκό. Φοβήθηκα τόσο πολύ που είπα ότι δεν θέλω να μείνουμε εκεί. Έτσι μας έδωσαν το σπίτι του Λόρενς Ντάρελ.»

Η θέα της Κερύνειας

«Κάθε απόγευμα μετά το σχολείο πηγαίναμε με τα παιδιά στο Αββαείο και κοιτάζαμε κάτω την Κερύνεια», θυμάται η Στέλλα Σπύρου. Απόγευμα μέχρι τις 6, οπότε δικαιούνταν να κυκλοφορούν έξω.
Σε αντίθεση με το Dome, στο Μπέλλαπαϊς ο κόσμος μπορούσε να κυκλοφορεί, οι οικογένειες είχαν τα «δικά» τους σπίτια, μαγείρευαν, πήγαιναν στην εκκλησία κάθε Κυριακή - χωρίς, όμως, να χτυπά η καμπάνα. Όλα αυτά, με τον περιορισμό του κέρφιου, από τις έξι το απόγευμα.

Λεπτομέρειες στο Μπέλλαπαϊς

«Μια μέρα βρέθηκαν συνθήματα στους τοίχους του σχολείου. Ο Τούρκος υπεύθυνος ζητούσε επιτακτικά να τους πω ποιος τα έγραψε. ‘Πού ξέρω ποιος τα έγραψε’, είπα. Την επόμενη μέρα έδειρε μπροστά μου τους μαθητές. Μετά έμαθα ότι τα έγραψε κάποιος Μπελλαπαϊσιώτης γιατί του έκλεβαν τα φρούτα τα παιδιά από το περιβόλι του…»

Και μια λεπτομέρεια: τα παιδιά στο δημοτικό σχολείο δεν ζωγράφιζαν με έντονα χρώματα. Ούτε κόκκινο, ούτε ροζ, ούτε κίτρινο ή άσπρο. Ζωγράφιζαν με μπλε και μαύρα χρώματα μόνο, και αεροπλάνα να βομβαρδίζουν.

***********************************************************************************

 

«O Γεώργιος Σπύρου, ο μάστρε Γιώρκος, ο σιεφ, ο μάγειρας» του Dome

Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε από την κ. Στέλλα Σπύρου. Αποτελεί για την ακρίβεια μέρος ενός κειμένου που ετοιμάστηκε χρόνια μετά τον εγκλεισμό στο Dome και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό του Δήμου Κερύνειας «Η Κερύνεια μας» (2004). Είναι από αυτό το κείμενο -βγαλμένο μέσα από την ψυχή της συγγραφέως- που έχουμε δανειστεί και τον τίτλο του παρόντος αφιερώματος «Έγκλειστοι στο Dome». Είναι εμφανέστατη η μνημόνευση που κάνει η κ. Σπύρου στον μάστρε Γιώρκο, τον σιεφ, τον μάγειρα του Dome (ακόμη και στις δύσκολες μέρες του εγκλεισμού, ο οποίος τυγχάνει να είναι ο πατέρας της). Η ίδια μας έχει εκμυστηρευθεί ότι χρειάστηκε να παρέλθουν πολλά χρόνια από τις πικρές μνήμες του 1974 για να καταφέρει να καταγράψει εικόνες, συναισθήματα αλλά και την πικρά και την απογοήτευση των κατατρεγμένων που βρήκαν καταφύγιο στο Dome.

«[...] Τετάρτη δείλις (σ.σ. 24 Ιουλίου 1974) έρχεται στο σπίτι, περπατητός μ' ένα συνάδελφό του, τον Γιάννη Αρσένη, αμίλητοι. Ήταν στη δουλειά του, δεν έφυγε, γιατί άλλωστε, τόσα χρόνια συνεπής στο καθήκον με αφοσίωση, γιατί να φύγει τώρα; Φεύγει τότε μόνο, όταν όλοι έχουν εγκαταλείψει το ‘Ντόουμ’, πλην του εγγονού του Κ. Κατσελλή, Κωστάκη Ζαμπαρλούκου και του Γιώργου Παντελίδη, όταν ήδη άρχισαν να συγκεντρώνονται στο ‘Ντόουμ’ Κερυνειώτες.
Ο Κ. Ζαμπαρλούκος, ο μόνος έγκλειστος από την οικογένεια Κατσελλή, βοηθούμενος από τον Γιώργο Παντελίδη, πρόσφεραν στους έγκλειστους ό,τι ήταν δυνατόν. Στη διοίκηση μιας μικρής πολιτείας, που ήταν τότε το ‘Ντόουμ’. Αεικίνητοι, ακάματοι, άξια ‘κυβέρνησαν’. Οργανώνουν, διευθύνουν τη μικρή έγκλειστη κοινότητα.

Στις 26 Ιουλίου, ημέρα Παρασκευή, αφού περνούμε δραματικές ώρες στο σπίτι μας, μεταφερόμαστε από άνδρες των Ηνωμένων Εθνών στο ‘Ντόουμ’. Ο πατέρας τρυπώνει αμέσως στην κουζίνα, την εγκατέλειψε δυο ολόκληρες μέρες!
Έχει αφήσει πίσω του δουλειές, εκκρεμότητες...

Στην είσοδο, ο ιατρός Ξάνθος Χαραλαμπίδης, αντιδήμαρχος Κερύνειας, συγγενής μας από την οικογένεια της γιαγιάς μου Μαρίας Π. Σταυρινού. Πολλοί γνωστοί, συγγενείς Κερυνειώτες μάς ρωτούν, πού ήμαστε τόσες μέρες.
Στο σπίτι μας...

Ωσεί παρών πάντα

Παγωμένοι, -Ιούλιο μήνα- πρόσωπα θαμπά, μάτια συννεφιά, ο Φοίβος, ο Γλαύκος, κλαράκια λυγισμένα.
Ο πατέρας κατ' ευθείαν στην κουζίνα, φορεί την ποδιά του και επί το έργον. Οργανώνεται επιτροπή, καταμερισμός ευθυνών. Οι έγκλειστοι αυξάνονται, καταφθάνουν άνθρωποι, Κερυνειώτες, από τα γύρω χωριά. Τραγική, βιβλική μορφή, ο ιερέας από τη Χάρτζια.

Η αγωνία και ο φόβος για το αύριο κυριαρχούσε. Στον φακό όμως πάντα χαμογελαστοί.

Πολύ αργότερα μαθαίνω πως άνδρες των Ηνωμένων Εθνών περιπολούσαν στην πόλη, καλώντας όσους είχαν παραμείνει στα σπίτια τους να συγκεντρωθούν στο ‘Ντόουμ’. Πριν αυτή την ‘πρόσκληση’, όντας στο σπίτι μας ακόμα, άκουσα Τούρκους ν' ανακοινώνουν, περνώντας μ' αυτοκίνητα, πως πρέπει να παραμείνουν όλοι στα σπίτια τους, διότι η πόλη είναι τώρα υπό τουρκική διοίκηση.
Οι συνθήκες ζωής εκείνων των πρώτων ημερών, και όλων των δύο χρόνων εγκλεισμού, έχουν τη σφραγίδα της αθανασίας. Ακονίζουν την ψυχή, τα αυτιά, τα μάτια. Ωσεί παρών πάντα.
Χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα. Στα σκοτεινά, ρουφούμε φωνές της Κερύνειας από μακριά, την ώρα που τη μαχαιρώνουν.

Μαγειρεύει ο Γιώρκος

Η ζωή συνεχίζεται, παρ' όλα αυτά. Έγκλειστη. Ο πατέρας μαγειρεύει πρώτα, κατεψυγμένα είδη κρεάτων, που υπάρχουν στις μεγάλες αίθουσες-ψυγεία του ξενοδοχείου.
Όταν μετά από μέρες πολλές ο Ερυθρός Σταυρός φέρνει τα πρώτα μηνύματα, στην είσοδο του ‘Ντόουμ’ ξεσπά ένα απροσδόκητο πανηγύρι. Από τις ελάχιστες ‘χαρές’ μας.
Βοηθούμενος από γυναίκες, μαγειρεύει ο πατέρας, πρωτοστατούν η Ήβη Δανέζη, κόρη Μικρασιάτη καραβομαραγκού, η γυναίκα του Πρόδρομου (Πίκκου), κινηματογραφιστή στο σινεμά του Κ. Κατσελλή και η Ξάνθη Ευσταθίου, (του Θέ-ου). Οι κανονισμοί λειτουργίας του ξενοδοχείου τηρούνται σχεδόν υποδειγματικά, αφού ήδη είμαστε χίλιοι, ίσως και περισσότεροι έγκλειστοι.


Τα γεύματα στο ‘Ντόουμ’

Στο στοιχείο του ο μάστρε Γιώρκος. Βυθίζεται στη δουλειά, συνδυάζει μενού, με ό,τι βέβαια έχει. Δεν έχει την πολυτέλεια ετοιμασίας ορεκτικού, ούτε τι να περιλαμβάνει το πρώτο πιάτο, το κυρίως πιάτο, το επιδόρπιο. Οι ‘ξένοι’ του δεν είναι απαιτητικοί, δεν είναι ξένοι, Κερυνειώτες είναι, βιώνουν τώρα τη μεγαλύτερη τρικυμία της πόλης τους, διασωθέντες ναυαγοί, σ' ένα ξενοδοχείο, στα χείλη της πιο αγαπημένης θάλασσας.
Οι ξένοι του τώρα είναι δικοί του, Κερυνειώτες, μαγειρεύει γι' αυτούς. Με αγάπη, μέσα στη δίνη μιας άλλης καθημερινότητας.
Τα πρώτα μας γεύματα στη μεγάλη τραπεζαρία είναι γαλοπούλα, γαρίδες -κάποιοι νομίζουν πως είναι μπουμπουρίδες- μακαρόνια, χορταρικά βραστά, όλα από τις προμήθειες του ξενοδοχείου. Το πρόγευμα λιτό, γάλα, λίγο ψωμί. Όταν αποκαταστάθηκε η ηλεκτροδότηση, έχουμε ζεστό νερό για τσάι και μπάνιο, νιώσαμε μεσ' στη σκλαβιά μας μικρή παρηγοριά.

Το γευστικότερο παστίτσιο

Κάποτε, τα αποθέματα του ξενοδοχείου τελειώνουν. Τα τρόφιμα του Ερυθρού Σταυρού τώρα είναι κρέας κονσέρβας, γάλα σε σκόνη, μακαρόνια, ρύζι, τα βασικά.
Με κρέας κονσέρβας, γάλα σκόνη για την ‘μπεσιαμέλ’ ο πατέρας μαγειρεύει τα γευστικότερα μακαρόνια του φούρνου που έχω φάει ποτέ, τα μαγειρεύει για τους ‘ξένους’ του.
Στην τεράστια τραπεζαρία του ‘Ντόουμ’, που φιλοξενούσε εκατοντάδες ξένους, γευμάτιζαν εκατοντάδες Κερυνειώτες σε γάμους και γιορτές. Τώρα γευματίζουν σε δύο φάσεις οι έγκλειστοι του ‘Ντόουμ’.
Πρώτα οι ηλικιωμένοι και τα παιδιά, μετά οι υπόλοιποι.
Οι Κερυνειώτες βιώνουν από τις 20 Ιουλίου τη σκλαβιά, όλα πηγάδι σκοτεινό, όλα κλειδωμένα, όλα να αποτυπώνονται στην ψυχή, αιχμάλωτα, αποπνικτικά.
Ποιος το περίμενε να βλέπουμε τη θάλασσα από μακριά τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού;
Ποιος αντέχει στη σκέψη ότι απαγορεύεται να πλησιάζουμε τα χείλη της θάλασσάς μας;
Επιτρέπεται να περπατούμε μόνο στις βόρειες βεράντες. Η ανάσα της θάλασσας υγρή, να μας προσκαλεί, να μας προκαλεί, το ηλιοβασίλεμα πληγές ν' ανοίγει, να καταδύεται μαζί με τον ήλιο και η ψυχή μου, σε βάθη στεριάς, θάλασσας.

Απορία και πίκρα

Ο πατέρας έρχεται πάλι ιδρωμένος, ξαπλώνει να ξεκουραστεί στο ‘δωμάτιό μας’ που βλέπει την είσοδο του ξενοδοχείου, την οδό Θεμιστοκλέους, την ακτή Κίμωνος, το ‘Σι βίου’, το λευκό καμπαναριό του Αρχαγγέλου. Κρύβει τον μόχθο μιας ολόκληρης ζωής, ακόμη και τώρα, μόνο ο ιδρώτας τον προδίδει, εκφράζει με τη δουλειά του την τέχνη του πάλι. Προσευχή είναι, τη λαλεί με τη μαγειρική του. Στην κουζίνα, έχει τον αέρα του οικείου να τον τυλίγει, την άνεση του μάστρου, οι μέρες τούτες χαράσσουν την ψυχή, το σώμα του. Τα χείλη δεν παραπονιούνται ποτέ, η τέχνη του τον λυτρώνει. Μόνιμος καημός, έφυγαν όλοι οι παλιοί συνάδελφοι της κουζίνας, ο μάστρος, όλοι.
Ώσπου οι μήνες, τα χρόνια μακριά από την Κερύνεια, τα σώψυχά του εκφράζουν πυκνά, λιτά, το ερώτημα:
Πότε θα πάμε στο σπίτι μας, Στελλού μου; Πότε θα πάμε στην Κερύνεια, κόρη μου;
Το ταξίδι στο χθες για τον πατέρα έχει ήδη αρχίσει, δεν ρίχνεται στον πυθμένα της λίθης.

Βοήθεια καμιά

Η Κερύνεια. Οι εικόνες της του εγκλεισμού, σκαφτές, βαθιές.

Ο Κκιάμηλος παίζει βιολί κάθε απόγευμα, σε μια βεράντα. Το μόνο πράγμα που έφερε μαζί του από το σπίτι του, το βιολί του. Κύμα η μουσική, φέρνει από την πόλη μας αρώματα, φωνές, χρώματα, καράβια, ηλιοκαμένα πρόσωπα καπετάνιων, την Παναγία τη Γλυτζιώτισσα, γιαγιάδες, παππούδες, εργόχειρα, αλώνια, περβόλια, Κάστρα, ξυλόγλυπτα εικονοστάσια, ψαλμωδίες πρωινής λειτουργίας.
Τις θύελλες, τις τρικυμίες δεν τις κρύβει η Κερύνεια, την αναταραχή του πραξικοπήματος, πίκρα, απογοήτευση που δεν έρχεται βοήθεια καμιά από την Ελλάδα. Μουσκεύουν οι λέξεις, τα δάκρυα τα παίρνει ο αέρας, τα σκορπίζει σε κήπους της Κερύνειας, όχι αλλού.

Ο πατέρας, με δική του πρωτοβουλία, διακριτικά, σιωπηλά, ετοιμάζει ένα δίσκο με φαγητό, για τους πιο έγκλειστους από τους έγκλειστους του ‘Ντόουμ’. Μαθαίνω μετά πως κάποιοι τους λοιδόρησαν, τους ράπισαν, μόλις μεταφέρθηκαν στο ξενοδοχείο. Έτσι αναγκάζονται να περιοριστούν στο δωμάτιό τους, να μην κυκλοφορούν στους κοινόχρηστους χώρους.

Οι πιο έγκλειστοι

Μετά τη δεύτερη φάση σερβιρίσματος στην τραπεζαρία, έπαιρνα το φαγητό στους πιο έγκλειστους του ‘Ντόουμ’.

Ο μάστρε Γιώρκος τ' απόγευμα τηγανίζει τα καβουράκια και μικρά ψάρια, των εγγονιών του. Οι μικροί ψαράδες αλιεύουν, όταν οι Τούρκοι ‘επιτρέπουν’ να πλησιάσουμε τη θάλασσα. Την πισίνα πρώτα, που έχει θαλάσσιο νερό. Ύστερα κάθεται στο χαμηλό πεζούλι, αγναντεύει τη θάλασσα, κοντά του ψαρεύει ο Γιώρκος Κκιάμηλος.

Οι ώρες ατέλειωτες. Χωρίς νοικοκυριό, χωρίς δουλειά. Ατέλειωτες και οι παρτίδες ταβλιού.

Τις πρώτες εβδομάδες του εγκλεισμού μας ‘επί της υποδοχής’ είναι οι Οηέδες, στο ‘Ντόουμ’ κυματίζει η γαλάζια σημαία των Ηνωμένων Εθνών. Τη διαδέχεται η κόκκινη των Τούρκων. Χάνεται και η κάποια ασφάλεια που νιώθαμε. Τώρα είμαστε όμηροι των Τούρκων, αυτό ψιθυρίζουν όλοι στους διάφορους χώρους. Τώρα ‘επί της υποδοχής’ είναι ο Μουσταφάς και άλλοι Τούρκοι.
Απέναντι κάποια πορτόφυλλα κτυπούν, η θάλασσα κουβαλεί σε ρηχές βάρκες αιχμαλώτους στην Τουρκία, άλλες κουβαλούν το νοικοκυριό των σπιτιών μας. Η ψυχή μου ανεμοδέρνεται, η καρδιά ραγίζει, σαν να βουλιάζω σε μια θάλασσα, άγνωστη, ξένη.

Oι έγκλειστοι σιγά - σιγά λιγοστεύουν. Οι εναπομείναντες προβάρουν ρούχα.

Και οι συλλήψεις

Ένα πρωί συλλαμβάνουν αιχμαλώτους νεαρούς, τον Γλαύκο Καριόλου, τον Δημητράκη Μακρίδη, τον Αντρέα Ευσταθίου, τον Πάμπο Σαββίδη, τον Στέλιο Παμπόρη, κι άλλους. Το μαντάτο απλώνεται, φόβος μας πλημμυρίζει, παραμονεύουν κι άλλα κακά.

Αιχμαλωτίζουν, όχι εν ώρα πολέμου, έγκλειστους νέους, μπροστά στα μάτια των γονιών τους. Ο πόνος των γονιών τους φαρμάκι.
Μόνη παρηγοριά, τα μηνύματα μέσω του Ερυθρού Σταυρού έρχονται από συγγενείς και φίλους μας. Όταν βλέπουμε από μακριά το αυτοκίνητο με τη σημαία του Ερυθρού Σταυρού να κυματίζει, παίρνουμε ανάσα, λίγο κουράγιο.
Κρατιέμαι από φευγαλέες ελπίδες, δεν στεριώνουν, ένα αντηχείο βουίζει στο κεφάλι μου. Ορμητική φιγούρα στην είσοδο, παντού σχεδόν ο Ξάνθος Χαραλαμπίδης, ο γιατρός μας παραλαμβάνει τους νεοεισερχόμενους, συνομιλεί με τους Οηέδες, εξαφανίζεται στους έρημους δρόμους μαζί τους. Περισυλλέγουν μαζί με λίγους έγκλειστους και Οηέδες νεκρά παλικάρια, όσα έμειναν ώς την τελευταία τους στιγμή, οπλισμένα πίστη και θάρρος στην Κερύνεια»...

 

Ο Κόκος Παντελίδης, ο λογιστής του Dome, στη θάλασσα αφού ικανοποιήθηκε σχετικό αίτημα

O γιατρός της Κερύνειας, Ξάνθος Χαραλαμπίδης μαζί με άλλους συντοπίτες στην τραπεζαρία.

Οι εγκλωβισμένοι μαθητές του Dome ποζάρουν στον φακό του Κώστα Ζαμπαρλούκου

 

 

 

Επόμενο άρθρο:


Επιστροφή
στην αρχή